Το μεταβατικό στάδιο της ελληνικής χρηματιστηριακής αγοράς μέχρι τον Σεπτέμβριο 2026
Οι εκτιμήσεις των ξένων οίκων.
Η UBS προβλέπει ρυθμούς ανάπτυξης 2,2%-2,4% για τα επόμενα δύο χρόνια, κάνοντας λόγο για σταδιακή αλλά ουσιαστική σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Παρά την έκθεση της Ελλάδας στις ευρύτερες μακροοικονομικές τάσεις της Ευρώπης, ο ελβετικός οίκος υπογραμμίζει ότι η χώρα διαθέτει πλέον πιο άνετα δημοσιονομικά περιθώρια σε σύγκριση με αρκετές μεγαλύτερες οικονομίες. Για τους επενδυτές που αναζητούν «ευρωπαϊκές ιστορίες» με ορατότητα κερδών και μεταρρυθμιστική συνέχεια, η Ελλάδα δύσκολα μπορεί πλέον να αγνοηθεί.
Οι εκτιμήσεις της Morgan Stanley και το μεταβατικό στάδιο της ελληνικής χρηματιστηριακής αγοράς
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η Morgan Stanley, η οποία στο ετήσιο outlook για το 2026 τοποθετεί την Ελλάδα στη μεταβατική ζώνη μεταξύ αναδυόμενων και ανεπτυγμένων αγορών.
Πρόκειται για μια ιδιόμορφη θέση:
Η χώρα παραμένει εκτός του βασικού ραντάρ των μεγάλων χαρτοφυλακίων ανεπτυγμένων αγορών·
Στους δείκτες αναδυόμενων αγορών είναι ήδη έντονα υπερσταθμισμένη.
Το αποτέλεσμα είναι ένα παράδοξο: ισχυρές μακροοικονομικές επιδόσεις και πολιτική σταθερότητα, χωρίς ακόμη τη μαζική συμμετοχή του «σκληρού πυρήνα» των ευρωπαϊκών κεφαλαίων που κατευθύνονται σε ώριμες αγορές. Υπενθυμίζεται ότι το Χρηματιστήριο Αθηνών έχει «κλειδώσει» αναβάθμιση σε ανεπτυγμένη αγορά από τον οίκο FTSE με ορίζοντα τον Σεπτέμβριο του 2026.
Αναμένονται δύο αναβαθμίσεις
Καθοριστικό ρόλο για την άρση αυτής της ασυμμετρίας διαδραματίζουν οι δείκτες. Η απόφαση της FTSE για αναβάθμιση της Ελλάδας σε ανεπτυγμένη αγορά λειτουργεί ως σημείο καμπής, ενώ παράλληλα:
- STOXX επανεξετάζει την ένταξη της χώρας στη λίστα παρακολούθησης,
- MSCI αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο έναρξης επίσημης διαβούλευσης.
Σύμφωνα με τη Morgan Stanley, οι κινήσεις αυτές δεν είναι απλώς τεχνικού χαρακτήρα, αλλά καθορίζουν ποιοι θεσμικοί επενδυτές θα μπορούν να τοποθετηθούν στην Ελλάδα τα επόμενα χρόνια.
Eλληνικά Ομόλογα
Σε επίπεδο αποτιμήσεων, η εικόνα παραμένει ελκυστική. Τα ελληνικά κρατικά ομόλογα έχουν ήδη συγκλίνει σε μεγάλο βαθμό με την ευρωπαϊκή περιφέρεια, ωστόσο οι μετοχές εξακολουθούν να εμφανίζουν περιθώρια περαιτέρω σύγκλισης. Το κόστος ιδίων κεφαλαίων έχει μειωθεί αισθητά, χωρίς αυτό να έχει πλήρως ενσωματωθεί στις τιμές, αφήνοντας περιθώριο για νέο κύκλο rerating.
Τράπεζες: Ο πυρήνας του επενδυτικού αφηγήματος
Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος παραμένει ο τραπεζικός κλάδος. Η Morgan Stanley εκτιμά ότι ο κύκλος εξυγίανσης έχει ουσιαστικά ολοκληρωθεί, με τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα σε χαμηλά μονοψήφια επίπεδα και τα μερίσματα να έχουν επιστρέψει. Οι προοπτικές ανάπτυξης στηρίζονται τόσο στην εταιρική πίστη όσο και στη διεύρυνση δραστηριοτήτων όπως η διαχείριση περιουσίας και οι ασφαλιστικές εργασίες. Για τον οίκο, οι τράπεζες αποτελούν τον πιο άμεσο τρόπο έκθεσης στο ελληνικό επενδυτικό αφήγημα.
Θετική παραμένει και η στάση της BofA για το 2026, η οποία προβλέπει συνεχή κερδοφορία, βελτίωση κεφαλαίων και αποτιμήσεις που εξακολουθούν να ενσωματώνουν discount περίπου 10% έναντι της Ευρώπης. Παράλληλα, αυξάνει τις τιμές-στόχους και για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες, προβλέποντας διψήφια αύξηση κερδών έως το 2028 και περαιτέρω βελτίωση των αποδόσεων ιδίων κεφαλαίων.
Μακροοικονομικό υπόβαθρο και προοπτικές 2026 για την Goldman Sachs
Στο ίδιο θετικό μοτίβο κινούνται και οι εκτιμήσεις της Goldman Sachs. Το βασικό σενάριο για το 2026 στηρίζεται σε τρεις πυλώνες:
- συνέχιση των επενδύσεων μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης,
- ενίσχυση της κατανάλωσης λόγω βελτίωσης εισοδημάτων και αγοράς εργασίας,
- διατήρηση των ισχυρών επιδόσεων του τουρισμού.
Ο πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει στο 1,9%, ενισχύοντας τη μακροοικονομική σταθερότητα, ενώ το δημοσιονομικό προφίλ χαρακτηρίζεται «εξαιρετικό», παρά την ανάγκη περαιτέρω παρεμβάσεων για αύξηση της παραγωγικότητας.
JP Morgan: Ανάπτυξη με χαρακτηριστικά χαμηλού κινδύνου
Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και η JP Morgan, η οποία επισημαίνει ότι η Ελλάδα εισέρχεται στο 2026 με έναν σπάνιο συνδυασμό: ισχυρή ανάπτυξη με μετατόπιση του ΑΕΠ προς τις επενδύσεις, αγορά εργασίας στα καλύτερα επίπεδα 17ετίας, σταθερό περιβάλλον επιτοκίων και κόστος δανεισμού σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Ενδεικτικό είναι ότι το spread του 10ετούς κινείται ακόμη και χαμηλότερα από Ιταλία και Γαλλία.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν ρυθμούς πιστωτικής επέκτασης που θυμίζουν αναδυόμενες αγορές, αλλά με χαρακτηριστικά χαμηλού κινδύνου – στοιχείο που, σύμφωνα με την JP Morgan, δικαιολογεί τη συνέχιση της αναβάθμισης των αποτιμήσεων.
Σχολιάστε