Events

Νέοι εμπορικοί διάδρομοι, νέες ευκαιρίες για τις ελληνικές εξαγωγές

ΣΕΒΕ, φορείς και επιχειρήσεις ανέλυσαν στο Money Show Θεσσαλονίκης τις προοπτικές και τις προκλήσεις που διαμορφώνουν οι εξελίξεις σε ΗΠΑ, MERCOSUR και Ινδία για την ελληνική εξωστρέφεια

Κοινοποιήστε

Σχολιάστε

Διαβάζεται σε 2 λεπτά

Νέοι εμπορικοί διάδρομοι, νέες ευκαιρίες για τις ελληνικές εξαγωγές

Στο πλαίσιο του 34ου Money Show Θεσσαλονίκης, ο ΣΕΒΕ – Σύνδεσμος Εξαγωγέων, σε συνεργασία με το Ελληνο-Ιταλικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης και με την υποστήριξη του Οργανισμού Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας (ΟΒΙ), διοργάνωσε στις 21 Μαρτίου μια ιδιαίτερα επίκαιρη εκδήλωση με τίτλο «ΗΠΑ, MERCOSUR, ΙΝΔΙΑ: Νέες εμπορικές συμφωνίες, νέοι εμπορικοί διάδρομοι, νέες προκλήσεις», αναδεικνύοντας τις σύγχρονες εξελίξεις και τις προοπτικές που διαμορφώνονται στο διεθνές εμπορικό περιβάλλον.

Κατά τον εναρκτήριο χαιρετισμό του, ο κ. Νικόλαος Μαργαρόπουλος, Πρόεδρος του Ελληνο-Ιταλικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης, υπογράμμισε τη σημασία της συνεργασίας μεταξύ φορέων για την ενίσχυση της εξωστρέφειας και της διεθνούς παρουσίας των ελληνικών επιχειρήσεων. Όπως ανέφερε, τέτοιες συνέργειες συμβάλλουν ουσιαστικά στη δημιουργία νέων ευκαιριών, στη μεταφορά τεχνογνωσίας και στην καλύτερη αξιοποίηση των δυνατοτήτων που προσφέρουν οι διεθνείς αγορές, ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον αυξημένων προκλήσεων αλλά και σημαντικών προοπτικών για την ελληνική οικονομία.

Το Summit επίσης προλόγισε ο Πρόεδρος του ΣΕΒΕ, κ. Συμεών Διαμαντίδης, ο οποίος ανέδειξε τη σημασία των πρόσφατων εξελίξεων στο διεθνές εμπόριο για το σύνολο της ελληνικής οικονομίας, επισημαίνοντας ότι το παγκόσμιο εμπορικό περιβάλλον μεταβάλλεται διαρκώς, δημιουργώντας ένα σύνθετο μείγμα προκλήσεων και ευκαιριών για τις εξαγωγικές επιχειρήσεις. Όπως υπογράμμισε, το 2025 οι συνολικές ελληνικές εξαγωγές ανήλθαν σε €48,5 δισ., ενώ οι εισαγωγές διαμορφώθηκαν σε €81,9 δισ., με το εμπορικό ισοζύγιο να παραμένει ελλειμματικό, παρά τη σχετική βελτίωση. Τα στοιχεία αυτά, όπως σημείωσε, αποτυπώνουν τόσο τη δυναμική όσο και τις διαρθρωτικές προκλήσεις της ελληνικής οικονομίας, αναδεικνύοντας την ανάγκη για περαιτέρω ενίσχυση της παραγωγικής βάσης, της ανταγωνιστικότητας και της διεθνούς παρουσίας των ελληνικών επιχειρήσεων. Παράλληλα, αναφερόμενος στις αγορές των ΗΠΑ, της MERCOSUR και της Ινδίας, τόνισε ότι οι νέες εμπορικές συμφωνίες και οι μεταβολές στο δασμολογικό περιβάλλον δημιουργούν πρόσθετες δυνατότητες και ευκαιρίες για την ενίσχυση της εξωστρέφειας.

Τους χαιρετισμούς έκλεισε ο Υφυπουργός Εξωτερικών κ. Χάρης Θεοχάρης, τονίζοντας ότι σε μια περίοδο έντονων γεωοικονομικών ανακατατάξεων, η Ελλάδα ενισχύει συστηματικά την εξωστρέφειά της, αξιοποιώντας στρατηγικές συνεργασίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες και αναπτύσσοντας δυναμικά τη σχέση της με αγορές υψηλής προοπτικής, όπως η Ινδία. Παράλληλα, ευρωπαϊκές συμφωνίες όπως αυτή με τη Mercosur δημιουργούν νέες ευκαιρίες για τα ελληνικά προϊόντα και ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεών μας. Η ελληνική ναυτιλία και τα logistics διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στις νέες εμπορικές ροές, αναδεικνύοντας τη χώρα σε αξιόπιστο κόμβο συνδεσιμότητας, επενδύσεων και σταθερότητας. Με συνεκτική στρατηγική οικονομικής διπλωματίας, ενισχύουμε τη θέση της Ελλάδας ως αξιόπιστου εταίρου και πυλώνα σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή.

Στη συνέχεια, τον λόγο έλαβε ο Εκτελεστικός Αντιπρόεδρος του ΣΕΒΕ, κ. Παναγιώτης Χασάπης, ο οποίος παρουσίασε την πορεία των ελληνικών εξαγωγών πριν και μετά τις πρόσφατες εμπορικές συμφωνίες, καθώς και τις προοπτικές που διαμορφώνονται, βάσει της ανάλυσης του ΙΕΕΣ – Ινστιτούτου Εξαγωγικών Ερευνών και Σπουδών του ΣΕΒΕ. Όπως ανέφερε, το 2025 οι ελληνικές εξαγωγές ανήλθαν σε €48,5 δισ., σημειώνοντας οριακή υποχώρηση σε σχέση με το 2024, ενώ οι εισαγωγές διαμορφώθηκαν σε €81,9 δισ., με αποτέλεσμα το εμπορικό ισοζύγιο να παραμένει ελλειμματικό, παρά τη σχετική βελτίωση. Παράλληλα, παρουσίασε τη διάρθρωση των ελληνικών εξαγωγών, με τα πετρελαιοειδή να καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μερίδιο (26,2%), ακολουθούμενα από τα τρόφιμα (18,6%), τα βιομηχανικά προϊόντα (15,4%), τα χημικά (13,0%) και τα μηχανήματα–οχήματα (9,8%), αναδεικνύοντας τη βασική σύνθεση και τη σχετική διαφοροποίηση της ελληνικής εξαγωγικής βάσης.

Εστιάζοντας στις διεθνείς εξελίξεις, ο κ. Χασάπης ανέλυσε τις προοπτικές που διαμορφώνονται στις αγορές των Ηνωμένων Πολιτειών, της MERCOSUR και της Ινδίας. Για τις ΗΠΑ, σημείωσε ότι αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους εξαγωγικούς προορισμούς της χώρας, με συνολικές εξαγωγές που ανήλθαν σε περίπου €2,4 δισ. το 2025, επισημαίνοντας ότι, πέρα από τα τρόφιμα και ποτά, σημαντικές επιδόσεις καταγράφονται σε προϊόντα πετρελαιοειδών, αλουμινίου και βιομηχανικών προϊόντων. Όπως σημείωσε, οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν ήδη έναν από τους σημαντικότερους προορισμούς για τα ελληνικά τρόφιμα και ποτά, με εξαγωγές περίπου €709 εκατ. το 2025, ωστόσο οι πρόσφατες δασμολογικές εξελίξεις – όπως η επιβολή πρόσθετου δασμού 10% σε εισαγόμενα προϊόντα – δημιουργούν νέες προκλήσεις για μια σειρά βασικών ελληνικών προϊόντων, όπως οι ελιές, οι κομπόστες ροδάκινων, το ελαιόλαδο, η φέτα, τα ακτινίδια και το κρασί. Ταυτόχρονα, τόνισε ότι η μεγάλη αξία των εισαγωγών της αμερικανικής αγοράς σε κατηγορίες όπως το κρασί, ο καφές, οι σάλτσες και άλλα μεταποιημένα τρόφιμα αναδεικνύει σημαντικά περιθώρια περαιτέρω διείσδυσης για τα ελληνικά προϊόντα.

Αναφορικά με τη συμφωνία ΕΕ–MERCOSUR, υπογράμμισε ότι η σταδιακή μείωση ή κατάργηση δασμών δημιουργεί νέες δυνατότητες πρόσβασης σε μια αγορά άνω των 260 εκατομμυρίων καταναλωτών, ενισχύοντας τις προοπτικές για το σύνολο των ελληνικών εξαγωγών, ιδίως σε κατηγορίες όπου η χώρα ήδη διαθέτει ισχυρή παρουσία, όπως τα φάρμακα, το αλουμίνιο και τα πετρελαϊκά προϊόντα, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση και στην κατοχύρωση 21 ελληνικών προϊόντων με Γεωγραφική Ένδειξη, όπως η φέτα, η Μαστίχα Χίου και σημαντικά ελληνικά κρασιά. Παράλληλα, τόνισε ότι στον αγροδιατροφικό τομέα διαμορφώνονται σημαντικά περιθώρια περαιτέρω ανάπτυξης, καθώς προϊόντα όπως τα ακτινίδια, το εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο και το κρασί μπορούν να ενισχύσουν ουσιαστικά τη διείσδυσή τους στις αγορές της Νότιας Αμερικής, όπου μέχρι σήμερα η παρουσία των ελληνικών εξαγωγών παραμένει περιορισμένη. Ιδιαίτερη είναι η περίπτωση της επιτραπέζιας ελιάς, όπου κατά την τρέχουσα φάση της προσωρινής εφαρμογής της συμφωνίας αναδεικνύονται ανισορροπίες, καθώς δεν εντάσσεται στο πλαίσιο εξάλειψης των δασμών, σε αντίθεση με τους δασμούς των εισαγωγών από τις χώρες της MERCOSUR προς την ΕΕ, που προβλέπεται να μηδενιστούν.

Τέλος, αναφερόμενος στη συμφωνία ΕΕ–Ινδίας, έκανε λόγο για μια ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη, δεδομένης της ταχείας ανάπτυξης της ινδικής αγοράς, επισημαίνοντας ότι πριν από τη σύναψη της συμφωνίας αρκετά ελληνικά προϊόντα επιβαρύνονταν με υψηλούς δασμούς — όπως οι σταφίδες έως 105%, τα ακτινίδια περίπου 30% και το ελαιόλαδο έως 45% — ενώ πλέον προβλέπονται σημαντικές μειώσεις ή και κατάργηση δασμών σε επιλεγμένες κατηγορίες. Οι εξελίξεις αυτές ενισχύουν τις προοπτικές διεύρυνσης της παρουσίας ελληνικών προϊόντων, όπως οι σταφίδες, τα ακτινίδια, το ελαιόλαδο, οι ελιές και το κρασί, στην ευρύτερη ασιατική αγορά. Καταλήγοντας, υπογράμμισε ότι η αξιοποίηση των νέων εμπορικών συμφωνιών, σε συνδυασμό με μια συνεκτική στρατηγική ενίσχυσης της εξωστρέφειας, μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης ανάπτυξης για τον ελληνικό αγροδιατροφικό τομέα τα επόμενα χρόνια.

Στη συνέχεια, ο κ. Δημήτρης Σκάλκος, Γενικός Γραμματέας Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων & Εξωστρέφειας, κατά τη διάρκεια της ομιλίας του με τίτλο «Διεθνές Εμπόριο, Ισχύς και Ανταγωνιστικότητα: Οι Προκλήσεις για την Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση» επεσήμανε ότι η ελληνική οικονομία είναι ενεργειακά και δημοσιονομικά θωρακισμένη. Ωστόσο, μία ενδεχόμενη μακρόχρονη παράταση του πολέμου θα δημιουργήσει ασφυκτικές συνθήκες για την παγκόσμια οικονομία, κάτι που θα απαιτήσει ενιαία, έγκαιρη και αναλογική ευρωπαϊκή δράση. Ο Γενικός Γραμματέας επεσήμανε ακόμη ότι το οικονομικό και εμπορικό σύστημα των περασμένων δεκαετιών ανήκει οριστικά στο παρελθόν και η αβεβαιότητα και η διαχείριση του ρίσκου θα αποτελούν τη νέα συνθήκη. Σε αυτό το πλαίσιο τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα πρέπει να κινηθούν στην κατεύθυνση του περιορισμού των οικονομικών εξαρτήσεων σε κρίσιμες υποδομές και πρώτες ύλες, τη διαφοροποίηση των εμπορικών εταίρων και την εμβάθυνση της Κοινής Αγοράς.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο Υφυπουργός Ανάπτυξης αρμόδιος για την Έρευνα και Καινοτομία, κ. Σταύρος Καλαφάτης, σε σύντομο χαιρετισμό του επισήμανε ότι σε μια εποχή σημαντικών γεωπολιτικών αναταράξεων υπάρχει μεγάλη κινητικότητα στην Ευρώπη, με αφορμή τόσο τις προβλέψεις της έκθεσης Ντράγκι όσο και την πρωτοβουλία “Choose Europe for Science” – που ξεκίνησε πριν λίγους μήνες με πρωτοβουλία της Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα Φον Ντερ Λάϊεν και του Γάλλου Προέδρου Εμανουέλ Μακρόν – με στόχο την ένταξη των νέων τεχνολογιών και της καινοτομίας στον πυρήνα του ευρωπαϊκού αναπτυξιακού μοντέλου. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η Κυβέρνηση συνεχίζει την υλοποίηση των δεσμεύσεών της προς τον ελληνικό λαό και τη διαχείριση των κρίσεων λόγω του πολέμου στην ευρύτερη περιοχή, με τελευταία εκείνη του πληθωρισμού, ενώ ταυτόχρονα προετοιμάζεται για την επόμενη μέρα, επενδύοντας σε ένα νέο αναπτυξιακό πρότυπο που βασίζεται στην οικονομία της νέας γνώσης. Στο πλαίσιο αυτό, δρομολογείται η ενίσχυση των ερευνητικών κέντρων της χώρας για τα επόμενα 30 χρόνια με χρηματοδότηση που υπερβαίνει τα €370 εκατ., καθώς και η δημιουργία ενός νέου αυτόνομου Υπουργείου Ανώτατης Εκπαίδευσης, Έρευνας και Καινοτομίας. Ταυτόχρονα, προωθείται μια πολιτική ενίσχυσης των συνεργειών μεταξύ ερευνητικών φορέων και επιχειρηματικού κόσμου, ώστε οι επιχειρήσεις κάθε μεγέθους να αξιοποιήσουν ουσιαστικά τις νέες τεχνολογίες.

Το σκέλος των ομιλιών έκλεισε με τη συμμετοχή του Οργανισμού Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας (ΟΒΙ), ο οποίος συμμετείχε ενεργά στην εκδήλωση, αναδεικνύοντας τον ρόλο της βιομηχανικής ιδιοκτησίας ως βασικού μοχλού εξαγωγικής ανάπτυξης των ελληνικών επιχειρήσεων. Κατά την εισήγηση της Διευθύντριας Τεχνολογικής Πληροφόρησης και Επικεφαλής της Μονάδας Υποστήριξης Καινοτομίας, κυρίας Γιούλης Παπαποστόλου, παρουσιάστηκαν οι επιχειρησιακοί άξονες του ΟΒΙ, οι διαθέσιμες υπηρεσίες τεχνολογικής πληροφόρησης και οι σύγχρονες δυνατότητες υποστήριξης της καινοτομίας, με έμφαση στη στρατηγική προστασία και εμπορική αξιοποίηση των εφευρέσεων σε διεθνείς αγορές, όπως οι χώρες Mercosur, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ινδία. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη σημασία της έγκαιρης κατοχύρωσης και της αξιοποίησης εξειδικευμένων εργαλείων, όπως οι αναζητήσεις προγενέστερης τεχνικής, ανταγωνισμού και ελευθερίας εκμετάλλευσης, ως κρίσιμων παραγόντων για τη μείωση κινδύνων και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας. Η συμμετοχή του ΟΒΙ ανέδειξε με έμφαση ότι η καινοτομία αποκτά πραγματική αξία μόνο όταν προστατεύεται και αξιοποιείται στρατηγικά, αποτελώντας το θεμέλιο για την εξωστρέφεια και τη διεθνή ανάπτυξη των ελληνικών επιχειρήσεων.

Η εκδήλωση ολοκληρώθηκε με τη συμμετοχή εκπροσώπων της επιχειρηματικής κοινότητας, οι οποίοι μετέφεραν την εμπειρία και τις εκτιμήσεις τους από τη δραστηριοποίησή τους στις διεθνείς αγορές, ενώ τον συντονισμό της συζήτησης είχε ο δημοσιογράφος κ. Λεωνίδας Λιάμης. Στη σχετική συζήτηση συμμετείχαν ο κ. Γεώργιος Κωσταντόπουλος, Αντιπρόεδρος της OLYMP-ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ ΑΕ, ο κ. Λάζαρος Ιωαννίδης, Αντιπρόεδρος της AGROPHOENIX, και ο κ. Γεώργιος Βανίδης, Διευθυντής Εξαγωγών της ΜΕΒΓΑΛ ΑΕ.

Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, ο κ. Γεώργιος Κωσταντόπουλος, Αντιπρόεδρος της OLYMP-ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ ΑΕ, παρουσίασε τη διαχρονική εξαγωγική πορεία της εταιρείας, η οποία από την ίδρυσή της, το 1956, αποτελεί έναν από τους πλέον δυναμικούς εξαγωγικούς φορείς στον κλάδο της επιτραπέζιας ελιάς και του ελαιολάδου, με παραγωγικές εγκαταστάσεις στην Κατερίνη και την Καλαμάτα και παρουσία σε 65 χώρες. Όπως ανέφερε, η εταιρεία εξάγει σταθερά περίπου το 10% της ελληνικής παραγωγής επιτραπέζιας ελιάς, σε έναν κλάδο όπου η Ελλάδα διατηρεί τη δεύτερη θέση παγκοσμίως. Την τελευταία δεκαετία, η αξία των ελληνικών εξαγωγών επιτραπέζιας ελιάς υπερδιπλασιάστηκε, από €405 εκατ. το 2015 σε €867 εκατ. το 2025. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στις επιδόσεις της χώρας σε βασικές αγορές, σημειώνοντας ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες οι ελληνικές εξαγωγές διαμορφώθηκαν σε €214 εκατ. το 2024 και σε €200 εκατ. το 2025, ενώ στη Βραζιλία ανήλθαν το 2024 σε €1,16 εκατ. και το 2025 σε περίπου €970 χιλ., σε μια αγορά με σημαντικό συνολικό όγκο εισαγωγών. Παράλληλα, αναφέρθηκε και στην Αργεντινή, τη μεγαλύτερη παραγωγό χώρα επιτραπέζιας ελιάς στη Νότια Αμερική, όπου οι ελληνικές εξαγωγές, αν και περιορισμένες, κατέγραψαν σημαντική αύξηση το 2025, καθώς και στην Ινδία, όπου η αγορά εμφανίζει σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης, παρά το ακόμη μικρό αποτύπωμα των ελληνικών εξαγωγών.

Από την πλευρά του, ο κ. Λάζαρος Ιωαννίδης, Αντιπρόεδρος της AGROPHOENIX, υπογράμμισε ότι από την πρώτη στιγμή η εταιρεία έθεσε ως στόχο την ανάδειξη και αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων που διαθέτει η χώρα, τόσο σε επίπεδο προϊόντων όσο και ανθρώπινου δυναμικού. Όπως επεσήμανε, ωστόσο, η στρατηγική των ελληνικών επιχειρήσεων δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στην ποιοτική υπεροχή, αλλά απαιτείται πιο σύνθετη και στοχευμένη προσέγγιση. Τόνισε, παράλληλα, ότι κάθε μία από τις αγορές των ΗΠΑ, της Ινδίας και της MERCOSUR παρουσιάζει διαφορετικά χαρακτηριστικά, ευκαιρίες και προκλήσεις, γεγονός που καθιστά αναγκαία την υιοθέτηση διαφοροποιημένων στρατηγικών για την αποτελεσματική αξιοποίησή τους.

Ο κ. Γεώργιος Βανίδης, Διευθυντής Εξαγωγών της ΜΕΒΓΑΛ ΑΕ, ανέδειξε τον ρόλο της εταιρείας ως μιας από τις μεγαλύτερες ελληνικές γαλακτοβιομηχανίες, η οποία διατηρεί τον οικογενειακό της χαρακτήρα και στηρίζει διαχρονικά την τοπική κοινωνία και τους παραγωγούς. Όπως ανέφερε, με ετήσιο κύκλο εργασιών που ξεπερνά τα €200 εκατ., εκ των οποίων περίπου €95 εκατ. προέρχονται από το εξωτερικό, η ΜΕΒΓΑΛ εξάγει ελληνικό γιαούρτι και φέτα σε περισσότερες από 35 χώρες. Παράλληλα, σε ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας, η εταιρεία προχωρά σε σημαντική επένδυση ύψους €150 εκατ. στη Βόρεια Ελλάδα, επιβεβαιώνοντας έμπρακτα την εμπιστοσύνη της στις δυνατότητες της περιοχής και της ελληνικής οικονομίας συνολικά.