ΔΝΤ: Χαμηλώνει την ανάπτυξη στο 1,8% για το 2026 λόγω των επιπτώσεων του πολέμου
Εκτίμηση για χρέος 110% επί του ΑΕΠ το 2031
Χαμηλότερο ρυθμό ανάπτυξης για την ελληνική οικονομία προβλέπει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για το τρέχον έτος λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή, αναθεωρώντας την εκτίμησή του στο 1,8% από 2%, αλλά σημειώνει ότι η Ελλάδα είναι συνολικά σε καλή θέση να αντιμετωπίσει εξωτερικά σοκ, χάρη στην καλή δημοσιονομική της θέση.
Το ΔΝΤ εκτιμά ότι το δημόσιο χρέος θα μειωθεί στο 110% του ΑΕΠ το 2031 και το πρωτογενές πλεόνασμα θα διαμορφωθεί φέτος στο 3,8% του ΑΕΠ, παρά τα δημοσιονομικά μέτρα στήριξης, για τα οποία συνιστά να είναι προσωρινά και να απευθύνονται στους οικονομικά πιο ευάλωτους.
Ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας
Το Ταμείο αναγνωρίζει ότι η ελληνική οικονομία έχει ανθεκτικότητα, μετά την έξοδο από τη μακρά κρίση χρέους της περιόδου 2009-2018, με την ανάπτυξή της να στηρίζεται στην εγχώρια ζήτηση, στα έσοδα από τον τουρισμό και στις επενδύσεις που ενισχύονται από το Ταμείο Ανάκαμψης της ΕΕ.
Μεσοπρόθεσμα, η ανάπτυξη θα περιοριστεί στο 1,5%, σύμφωνα με το ΔΝΤ, λόγω της γήρανσης του πληθυσμού, του χαμηλού ποσοστού απασχόλησης και του υποτονικού ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας.
Προσωρινά και στοχευμένα τα μέτρα στήριξης
Το ΔΝΤ τονίζει ότι τέτοιου είδους παρεμβάσεις θα πρέπει να είναι προσωρινές και στοχευμένες, ώστε να περιορίζεται η επιβάρυνση των δημόσιων οικονομικών.
Παράλληλα, χαιρετίζει τη συνεχιζόμενη μείωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ, την πρόοδο στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και τη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος.
«Η Ελλάδα είναι σε καλή θέση να ανταπεξέλθει σε εξωτερικούς κραδασμούς καθώς οι ισολογισμοί του δημόσιου τομέα συνεχίζουν να ενισχύονται — κάτι που αντανακλάται στη γρήγορη μείωση του δείκτη χρέους προς ΑΕΠ—και η δημοσιονομική πολιτική μετατοπίζεται κατάλληλα προς την υποστήριξη της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών και της προσιτότητας της στέγασης.
Συστάσεις για μεταρρυθμίσεις
Ο σωστός συνδυασμός πολιτικών, επικεντρωμένος στη διατήρηση φιλικής προς την ανάπτυξη αλλά συνετής δημοσιονομικής πολιτικής, στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος και στην επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων για την αντιμετώπιση διαρθρωτικών εμποδίων—χαμηλές συνολικά επενδύσεις, αργή αύξηση παραγωγικότητας και δυσμενείς δημογραφικές τάσεις—θα βοηθούσε στη διατήρηση της μακρο-οικονομικής και χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και θα προωθούσε ισορροπημένη και βιώσιμη ανάπτυξη μεσοπρόθεσμα», σημειώνει το Ταμείο.
Σχολιάστε