ΤτΕ: Στο 2,1% ο ρυθμός ανάπτυξης το 2026 - Ανάγκη διάχυσης των κονδυλιών του Τ.Α.Α στην πραγματική οικονομία
Δραστικές παρεμβάσεις σε κοινωνικά θέματα όπως η στέγαση και το δημογραφικό προτείνει η ΤτΕ
22/12/2025 | 13:00
22/12/2025 | 14:19
Υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης (άνω του 2%) προβλέπει για τα επόμενα 3 χρόνια η Τράπεζα της Ελλάδος στην έκθεσή της. Για να επιτευχθεί αυτό, θα πρέπει αφενός να τηρηθεί η μακροοικονομική σταθερότητα και αφετέρου να προωθηθούν οι επενδύσεις και οι ρυθμοί παραγωγικότητας.
Καθοριστικό για την επόμενη 3ετία είναι να αξιοποιηθούν οι πόροι του Τ.Α.Α και να διοχετευθούν στην πραγματική οικονομία ώστε να δημιουργηθούν οι υποδομές και οι προδιαγραφές για μία μακροχρόνια βιώσιμη ανάπτυξη.
Στο 2,1% ο ρυθμός ανάπτυξη το 2025-2026-2027 και 2% το 2028
Σύμφωνα με τις τρέχουσες προβλέψεις της Τράπεζας της Ελλάδος, ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ το 2025, το 2026 και το 2027 προβλέπεται να διαμορφωθεί σε 2,1% και να μεταβληθεί οριακά σε 2,0% το 2028, υπερβαίνοντας το μέσο προβλεπόμενο ρυθμό ανάπτυξης της ευρωζώνης και παραμένοντας έτσι σε τροχιά πραγματικής σύγκλισης των εισοδημάτων. Κυριότερη συνιστώσα της μεγέθυνσης προβλέπεται να είναι η κατανάλωση, ενώ οι επενδύσεις και οι εξαγωγές θα συνεχίσουν να συμβάλλουν θετικά.
Βραχυχρόνια, οι επενδύσεις προβλέπεται να υποστηριχθούν από τους υπόλοιπους προς διάθεση πόρους του RRF, καθώς μόνο το 1/3 αυτών έχει έως τώρα διοχετευθεί στην πραγματική οικονομία. Έτσι, οι επενδύσεις εκτιμάται ότι θα αυξηθούν με υψηλό ρυθμό 7,3% το 2025-26, ενώ με το πέρας της περιόδου εφαρμογής του ευρωπαϊκού μέσου ανάκαμψης NextGenerationEU ο ρυθμός αύξησής τους θα μετριαστεί το 2027-28.
H συμβολή του εξωτερικού τομέα συνολικά στο ΑΕΠ θα είναι το προσεχές διάστημα ελαφρώς αρνητική, εξαιτίας της έντονης επενδυτικής δραστηριότητας, που θα προκαλέσει ταχεία αύξηση των εισαγωγών, αλλά και του υψηλού εισαγωγικού περιεχομένου της εγχώριας κατανάλωσης και των εξαγωγών αγαθών.
Αποκλιμάκωση πληθωρισμού – Στο 2,8% το 2025 , στο 2,1% το 2026 και 2,2% το 2027
Το 2025 αναμένεται να παραμείνει υψηλός σε 2,8%, αντανακλώντας την επιμονή του πληθωρισμού των υπηρεσιών – λόγω κυρίως των αυξήσεων στις αμοιβές εργασίας και στα ενοίκια, των πιέσεων από την υψηλή τουριστική ζήτηση και των αυξημένων έμμεσων φόρων στην εστίαση και στη διαμονή – καθώς και τον πληθωρισμό των μη επεξεργασμένων ειδών διατροφής. Ο πληθωρισμός προβλέπεται ότι θα υποχωρήσει αισθητά στο 2,1% το 2026, θα παραμείνει ουσιαστικά αμετάβλητος (2,2%) το 2027, ενώ το 2028 εκτιμάται μια εφάπαξ επιτάχυνσή του στο 2,5%, καθώς η επίδραση του διευρυμένου συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών ρύπων θα ενσωματωθεί στην ενεργειακή συνιστώσα του ΕνΔΤΚ.
Κίνδυνοι και αβεβαιότητες
Οι κίνδυνοι που περιβάλλουν τις προβλέψεις της Τράπεζας της Ελλάδος για την ανάπτυξη είναι κυρίως καθοδικοί. Αναλυτικότερα, κινδύνους για τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές της ελληνικής οικονομίας αποτελούν: α) η αβεβαιότητα από τις εύθραυστες διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου Ρωσίας-Ουκρανίας, β) ο επίμονος πληθωρισμός, γ) ενδεχόμενες μεγαλύτερες μισθολογικές πιέσεις, λόγω της στενότητας στην αγορά εργασίας, δ) πιθανές φυσικές καταστροφές που συνδέονται με τις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης, ε) τυχόν χαμηλότερος του αναμενομένου ρυθμός απορρόφησης και αξιοποίησης των κονδυλίων του RRF και στ) βραδύτερη του αναμενομένου υλοποίηση των απαραίτητων μεταρρυθμίσεων, με δυσμενείς επιδράσεις στην παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας.
Προκλήσεις
Η ελληνική οικονομία, παρά τη σημαντική πρόοδο των τελευταίων ετών, βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σειρά διαρθρωτικών προκλήσεων που θα καθορίσουν τη μελλοντική της πορεία. Συνολικά, ο κίνδυνος επιβράδυνσης των ρυθμών ανάπτυξης μετά τη λήξη του RRF, η χαμηλή παραγωγικότητα, το υφιστάμενο επενδυτικό κενό, τυχόν καθυστερήσεις στην απορρόφηση των υπολειπόμενων κοινοτικών πόρων, η βραδεία αλλαγή του παραγωγικού προτύπου, οι πιέσεις στην αγορά εργασίας και στα πραγματικά εισοδήματα, η δυσκολία εύρεσης προσιτής κατοικίας, η δημογραφική κρίση, η στάσιμη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα και το πολύ υψηλό δημόσιο χρέος συγκροτούν ένα σύνθετο πλέγμα προκλήσεων.
Προτάσεις πολιτικής
Η αντιμετώπιση των παραπάνω προκλήσεων, σε ένα περιβάλλον αβεβαιότητας με έντονους εμπορικούς ανταγωνισμούς και συνεχιζόμενες γεωπολιτικές εντάσεις, απαιτεί συνεκτική στρατηγική, σταθερή προσήλωση στις μεταρρυθμίσεις και στοχευμένη αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών πόρων, ώστε η σημερινή μακροοικονομική σταθερότητα να μεταφραστεί σε διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ευημερία. Στο πλαίσιο αυτό, οι προτάσεις πολιτικής για την ελληνική οικονομία οφείλουν να υπηρετούν ταυτόχρονα τρεις στόχους: α) ενίσχυση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας, β) θωράκιση της μακροοικονομικής και δημοσιονομικής σταθερότητας και γ) διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής και βιωσιμότητας μακροπρόθεσμα. Αυτές οι κατευθύνσεις καθορίζουν και τη λογική των προτεινόμενων παρεμβάσεων, οι οποίες δεν είναι αποσπασματικές αλλά αλληλοσυμπληρούμενες.
Η ενίσχυση της παραγωγικότητας της εργασίας απαιτεί τη συνέχιση και βάθυνση των μεταρρυθμίσεων στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών, την αποτελεσματικότερη λειτουργία του Δημοσίου, την ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης, την καταπολέμηση της διαφθοράς και τη μείωση της γραφειοκρατίας. Οι δράσεις αυτές βελτιώνουν το επιχειρηματικό και θεσμικό περιβάλλον και τη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και αυξάνουν τη συνολική παραγωγικότητα των συντελεστών παραγωγής. Παράλληλα, η ενθάρρυνση νέων παραγωγικών επενδύσεων, η αναβάθμιση της ποιότητας του εργατικού δυναμικού και η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης ωφελούν άμεσα και έμμεσα την παραγωγικότητα της εργασίας.
Η βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος απαιτεί παράλληλα τη σταθερότητα του φορολογικού συστήματος και την παροχή στοχευμένων κινήτρων (επιταχυνόμενες αποσβέσεις και αυξημένες εκπτώσεις φόρου για επενδύσεις σε έρευνα και ανάπτυξη), καθώς και τον περιορισμό του ενεργειακού κόστους. Τα φορολογικά μέτρα τόνωσης της ανάπτυξης συμπληρώνουν αυτό το πλαίσιο. Η μείωση του μη μισθολογικού κόστους εργασίας (tax wedge) ενισχύει τα κίνητρα των επιχειρήσεων να δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας.
Προκειμένου να ενισχυθούν οι επενδύσεις και οι εξαγωγές και να διευκολυνθεί ο προσανατολισμός του παραγωγικού προτύπου προς εξωστρεφείς εμπορεύσιμες δραστηριότητες είναι αναγκαία η πλήρης και αποτελεσματική αξιοποίηση των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων – του RRF, των Πολυετών Δημοσιονομικών Πλαισίων 2021-2027 και 2028-2034 και του πακέτου των 8 δισ. ευρώ για την περίοδο 2026-32 (Ταμείο Κοινωνικού Κλίματος, Ταμείο Εκσυγχρονισμού, Ταμείο Απανθρακοποίησης Νησιών).
Επιτάχυνση των επενδύσεων μέσα από το NextGeneration EU
Δεδομένου ότι το NextGenerationEU έχει πεπερασμένη διάρκεια ζωής και παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα καταγράφει συστηματικά ένα από τα υψηλότερα ποσοστά απορρόφησης στην ΕΕ, η χώρα οφείλει να επιταχύνει την υλοποίηση των συναφών επενδύσεων ώστε να μεγιστοποιήσει τις θετικές επιδράσεις του στην ανάπτυξη και στην παραγωγικότητα τα επόμενα χρόνια.
H αξιοποίηση των μικροπιστώσεων
Η ενίσχυση και διαφοροποίηση των πηγών χρηματοδότησης των επιχειρήσεων είναι επίσης κρίσιμη σε μια περίοδο κατά την οποία οι διεθνείς χρηματοπιστωτικές συνθήκες είναι ευμετάβλητες. Η καλύτερη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών, η αξιοποίηση του νέου Ταμείου Μικροπιστώσεων και η πρόσβαση σε εναλλακτικές προς τον τραπεζικό δανεισμό μορφές χρηματοδότησης μέσω των κεφαλαιαγορών – ιδίως για νεοφυείς και μικρομεσαίες επιχειρήσεις που δεν διαθέτουν επαρκείς εξασφαλίσεις – μπορούν να ξεκλειδώσουν σημαντικό επενδυτικό δυναμικό. Σε αυτό το πλαίσιο, είναι καίριας σημασίας οι ελληνικές τράπεζες να διατηρήσουν τις θετικές επιδόσεις τους και να παραμείνουν σε πορεία επίτευξης των μεσοπρόθεσμων στόχων τους, ώστε αφενός να συνεχίσουν να στηρίζουν επαρκώς τη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας και αφετέρου να επιτύχουν νέες αναβαθμίσεις που θα λειτουργήσουν ως ασπίδα απέναντι στο περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας.
Ενίσχυση της δυναμικής των ξένων άμεσων επενδύσεων – Ξεπέρασαν τα 6 δις. ευρώ το 2024
Παράλληλα, η διατήρηση και ενίσχυση της θετικής δυναμικής των ξένων άμεσων επενδύσεων, οι οποίες ξεπέρασαν τα 6 δισεκ. ευρώ το 2024, αυξημένες κατά περίπου 40% έναντι του 2019, προϋποθέτει σταθερότητα, θεσμική αξιοπιστία και συνέχιση των ιδιωτικοποιήσεων και της αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας.
Στεγαστικό ζήτημα : Αλλαγές σε όλα τα στάδια της προσφοράς
Το ζήτημα της προσιτής στέγης απαιτεί πρόσθετες παρεμβάσεις στην πλευρά της προσφοράς. Μεταξύ άλλων, θα πρέπει να απλοποιηθούν οι διαδικασίες σε όλα τα στάδια αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας – αδειοδοτήσεις, πολεοδομικά, χρήσεις γης – ώστε να αποδεσμευθούν αδρανή ακίνητα και να διευκολυνθούν ιδιωτικές και δημόσιες επενδύσεις σε ανάπτυξη κατοικίας.
Αγορά εργασίας
Στην αγορά εργασίας, η αύξηση των αμοιβών πρέπει να είναι συμβατή με την εξέλιξη της παραγωγικότητας, ώστε να αποφεύγεται η υπέρμετρη αύξηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας που θα υπονόμευε την ανταγωνιστικότητα. Ταυτόχρονα, είναι απαραίτητο να αυξηθεί το ποσοστό συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό γυναικών, νέων, μεγαλύτερων σε ηλικία και συνταξιούχων.
Για την αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος απαιτείται ένα συνεκτικό πλέγμα κοινωνικών και αναπτυξιακών παρεμβάσεων: επενδύσεις σε ποιοτικούς και οικονομικά προσιτούς παιδικούς σταθμούς, θεσμοθέτηση ευέλικτων μορφών απασχόλησης, στήριξη της στέγασης νέων οικογενειών, ενίσχυση υπηρεσιών υγείας και φροντίδας. Πρόσθετες παροχές όπως επιδόματα σπουδών για παιδιά ή υποστήριξη στο σπίτι για νέες μητέρες ενισχύουν την οικογενειακή ασφάλεια. Παράλληλα, η ενσωμάτωση μεταναστών και ο επαναπατρισμός Ελλήνων του εξωτερικού μπορούν να ενδυναμώσουν το ανθρώπινο κεφάλαιο.
Καθοριστική προϋπόθεση για την υλοποίηση όλων των παραπάνω είναι η διασφάλιση της βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους και η συνέχιση της ταχείας αποκλιμάκωσής του. Η σταθερή συμμόρφωση με το νέο ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο, σε συνδυασμό με την αξιοποίηση των υψηλών ταμειακών διαθεσίμων – που ανέρχονται περίπου στο 18% του ΑΕΠ – για την πρόωρη αποπληρωμή των διμερών δανείων του πρώτου προγράμματος χρηματοδοτικής στήριξης, μπορεί να ενισχύσει την αξιοπιστία της χώρας στις αγορές. Η ταχύτερη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ μειώνει τις μελλοντικές ανάγκες δημοσιονομικής προσαρμογής, επιτρέπει υψηλότερα όρια δαπανών για ενεργητικές πολιτικές και περιορίζει την έκθεση σε κινδύνους από ενδεχόμενη άνοδο των επιτοκίων.
Τέλος, η πιο ενεργός συμμετοχή της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας σε διεθνή εξοπλιστικά προγράμματα και κοινοπραξίες, με σύμπραξη του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, μπορεί να αυξήσει την προστιθέμενη αξία της στο ΑΕΠ, να δημιουργήσει υψηλής εξειδίκευσης θέσεις εργασίας και να καλύψει μεγαλύτερο μέρος των αμυντικών αναγκών από εγχώρια παραγωγή.
Ανθεκτική παγκόσμια οικονομία και αύξηση του παγκόσμιου εμπορίου
Το 2025 η παγκόσμια οικονομία επέδειξε μεγαλύτερη ανθεκτικότητα από ό,τι αναμενόταν παρά την επιβολή υψηλών δασμών από τις ΗΠΑ και τη σημαντική αύξηση της αβεβαιότητας. Τον τελευταίο χρόνο παρατηρείται μετατόπιση στην εμπορική πολιτική των ΗΠΑ, οι οποίες, μετά από δεκαετίες προσήλωσης στις αρχές του ελεύθερου εμπορίου, έχουν υιοθετήσει μια στάση υπέρ του προστατευτισμού, προκαλώντας αναταράξεις και έντονη αβεβαιότητα στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον.
Την παγκόσμια οικονομική δραστηριότητα στήριξε, κατά το α΄ τρίμηνο του έτους, η εμπροσθοβαρής ενίσχυση της βιομηχανικής παραγωγής και των εξαγωγών των χωρών εκτός των ΗΠΑ, η οποία τροφοδοτήθηκε κυρίως από τη μεγάλη άνοδο της ζήτησης εισαγωγών εν όψει της επικείμενης εφαρμογής υψηλότερων δασμών από τις ΗΠΑ, αλλά και από τη θεαματική αύξηση των αμερικανικών επενδύσεων στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης. Στη συνέχεια του έτους, περαιτέρω στήριξη παρείχε η υποχώρηση της αβεβαιότητας, ως αποτέλεσμα εμπορικών συμφωνιών μεταξύ των ΗΠΑ και βασικών εμπορικών εταίρων τους (ΕΕ, Κίνα, Ηνωμένο Βασίλειο).
Το παγκόσμιο εμπόριο επίσης αποδείχθηκε πιο ανθεκτικό από ό,τι εκτιμούσαν οι απαισιόδοξες προβλέψεις του Απριλίου 2025, γεγονός που επιβεβαιώνει την προσαρμοστικότητα των διεθνών αλυσίδων εφοδιασμού και τη σταθερότητα της εξωτερικής ζήτησης. Όμως, ο σταθμισμένος μέσος δασμολογικός συντελεστής των ΗΠΑ, μολονότι έχει μειωθεί σε σχέση με τον Απρίλιο, παραμένει στα υψηλότερα επίπεδα που έχουν παρατηρηθεί από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 και, σε διμερή βάση, κυμαίνεται πλέον μεταξύ 10% και 20% για τις περισσότερες χώρες.
Στην ευρωζώνη, η οικονομική δραστηριότητα παρουσίασε σημαντικές διακυμάνσεις κατά το πρώτο εξάμηνο του 2025, με οριακή επιτάχυνση του ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ το γ΄ τρίμηνο. Η αποκλιμάκωση της αβεβαιότητας χάρη στις εμπορικές συμφωνίες συνέβαλε στην ενίσχυση της οικονομικής εμπιστοσύνης και αναμένεται να στηρίξει περαιτέρω την ανάκαμψη. Οι βραχυπρόθεσμες προοπτικές για την ευρωζώνη παραμένουν γενικά θετικές. Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, το πραγματικό ΑΕΠ αναμένεται να συνεχίσει να αυξάνεται, ενισχυόμενο από την άνοδο των πραγματικών εισοδημάτων λόγω της μείωσης του πληθωρισμού, την αναμενόμενη ώθηση από τις αυξημένες δαπάνες για άμυνα και υποδομές και τη σταδιακή εξασθένηση των περιοριστικών επιδράσεων της νομισματικής πολιτικής. Ο πληθωρισμός βρίσκεται πλησίον του στόχου της ΕΚΤ και αναμένεται να σταθεροποιηθεί στο 2% σε μεσοπρόθεσμη βάση, καθώς η επιβράδυνση του ρυθμού ανόδου των μισθών, η αυξανόμενη παραγωγικότητα και η ανατίμηση του ευρώ συμβάλλουν στη συγκράτηση των πληθωριστικών πιέσεων.
Διαβάστε επίσης:
Σχολιάστε