Γεωργία και κτηνοτροφία: Οι τιμές παραγωγού πέφτουν 8,4%, ενώ το κόστος αυξάνεται 4,7%
Έντονη απόκλιση μεταξύ εσόδων και κόστους δείχνουν τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τον Ιούλιο – Στα φρούτα η πτώση φτάνει το 24,6%, ενώ ενέργεια και λιπάσματα ακριβαίνουν πάνω από 11%
15/09/2026 | 15:43
Αντίθετες κατευθύνσεις ακολουθούν οι τιμές που λαμβάνουν οι παραγωγοί και εκείνες που πληρώνουν για την παραγωγή τους. Τον Ιούλιο του 2026 οι τιμές εκροών στη γεωργία και κτηνοτροφία μειώθηκαν κατά 8,4% σε ετήσια βάση, ενώ οι τιμές εισροών αυξήθηκαν κατά 4,7%, με ιδιαίτερα ισχυρές πιέσεις από ενέργεια και λιπάσματα.
Ένα δυσμενέστερο περιβάλλον για το κόστος και τις τιμές διάθεσης της αγροτικής παραγωγής αποτυπώνουν τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τον Ιούλιο. Οι τιμές που λαμβάνουν οι παραγωγοί για τα προϊόντα τους υποχώρησαν αισθητά σε σχέση με πέρυσι, την ίδια στιγμή που οι τιμές των μέσων, αγαθών και υπηρεσιών που χρησιμοποιούν στην παραγωγική διαδικασία κινήθηκαν ανοδικά.
Ο Γενικός Δείκτης Τιμών Εκροών στη γεωργία και κτηνοτροφία, χωρίς επιδοτήσεις, μειώθηκε κατά 8,4% τον Ιούλιο του 2026 σε σχέση με τον Ιούλιο του 2025. Έναν χρόνο νωρίτερα η αντίστοιχη μείωση ήταν μόλις 1,4%.
Στην αντίθετη κατεύθυνση, ο Γενικός Δείκτης Τιμών Εισροών αυξήθηκε κατά 4,7%, ενώ τον Ιούλιο του 2025 είχε καταγράψει ετήσια μείωση 1,5%.
Η ταυτόχρονη πτώση των τιμών παραγωγού και άνοδος του κόστους είναι το βασικό εύρημα της ανακοίνωσης. Τα στοιχεία δεν μετρούν εισόδημα ή κερδοφορία των εκμεταλλεύσεων και συνεπώς δεν επιτρέπουν να υπολογιστεί απευθείας η μεταβολή των περιθωρίων τους. Δείχνουν, όμως, ότι τον Ιούλιο οι δύο πλευρές της παραγωγικής εξίσωσης κινήθηκαν προς αντίθετες και δυσμενείς για τον παραγωγό κατευθύνσεις.
Η πτώση στις τιμές παραγωγού επιταχύνθηκε μέσα στο καλοκαίρι
Η μεταβολή δεν περιορίζεται στην ετήσια σύγκριση. Σε σχέση με τον Ιούνιο του 2026, ο γενικός δείκτης εκροών υποχώρησε κατά 6,1%, από τις 146,1 στις 137,2 μονάδες.
Η εικόνα των προηγούμενων μηνών δείχνει ότι το πρώτο μέρος της χρονιάς είχε κινηθεί διαφορετικά. Τον Ιανουάριο οι τιμές εκροών ήταν αυξημένες κατά 1,5% σε σχέση με ένα χρόνο πριν, τον Φεβρουάριο κατά 4,2%, τον Μάρτιο κατά 7,9% και τον Απρίλιο κατά 7,8%. Η αύξηση περιορίστηκε στο 4% τον Μάιο και τον Ιούνιο η ετήσια μεταβολή πέρασε σε αρνητικό έδαφος, στο -6,4%, πριν διευρυνθεί στο -8,4% τον Ιούλιο.
Άρα, η εικόνα του Ιουλίου δεν αποτελεί απλώς μια μικρή μηνιαία διακύμανση. Έρχεται μετά από σαφή αντιστροφή της τάσης μέσα στο δεύτερο τρίμηνο και στις αρχές του τρίτου.
Σε πιο μακρύ ορίζοντα, ο μέσος σταθμικός δείκτης εκροών για το δωδεκάμηνο Αυγούστου 2025 - Ιουλίου 2026 ήταν μειωμένος κατά 1,3% έναντι του προηγούμενου δωδεκαμήνου. Η ετήσια μέση τιμή του δείκτη είχε ήδη υποχωρήσει από 151,1 μονάδες το 2024 στις 145,8 το 2025.
Τα φρούτα οδηγούν τη μεγάλη πτώση της φυτικής παραγωγής
Η μεγαλύτερη πίεση εντοπίζεται στη φυτική παραγωγή, όπου ο σχετικός δείκτης τιμών μειώθηκε κατά 9,9% σε ετήσια βάση.
Καθοριστικό ρόλο έπαιξαν τα φρούτα. Οι τιμές παραγωγού στην κατηγορία ήταν κατά 24,6% χαμηλότερες από τον Ιούλιο του 2025. Η μεταβολή αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον επειδή ένα χρόνο νωρίτερα, μεταξύ Ιουλίου 2024 και Ιουλίου 2025, είχαν αυξηθεί κατά 22,8%.
Πτώση 9,4% καταγράφηκε επίσης στα κτηνοτροφικά φυτά και 6,1% στα δημητριακά και τους σπόρους. Τα λαχανικά και κηπευτικά κινήθηκαν οριακά χαμηλότερα, κατά 0,5%.
Αντίθετα, οι τιμές στις πατάτες και τους σπόρους αυξήθηκαν κατά 0,9%, στο κρασί κατά 1,5% και στα λοιπά φυτικά προϊόντα κατά 2,4%.
Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί το ελαιόλαδο. Ο δείκτης του ήταν σχεδόν αμετάβλητος σε σχέση με πέρυσι, με αύξηση μόλις 0,2%. Η σταθερότητα αυτή ακολουθεί, ωστόσο, την πολύ μεγάλη ετήσια πτώση 45,5% που είχε καταγραφεί τον Ιούλιο του 2025 σε σχέση με τον Ιούλιο του 2024.
Διαφορετική εικόνα στην κτηνοτροφία
Σε αντίθεση με τη φυτική παραγωγή, οι τιμές της ζωικής παραγωγής αυξήθηκαν κατά 3,3% σε ετήσια βάση.
Στα κρέατα η αύξηση έφτασε το 4,4%, ενώ στα ζωικά προϊόντα διαμορφώθηκε στο 2,1%.
Η μηνιαία σύγκριση, πάντως, είναι διαφορετική. Από τον Ιούνιο στον Ιούλιο ο δείκτης ζωικής παραγωγής υποχώρησε κατά 6,7%. Στα ζωικά προϊόντα η πτώση έφτασε το 8,7%, ενώ στα κρέατα περιορίστηκε στο 1,6%.
Η συνύπαρξη θετικής ετήσιας και αρνητικής μηνιαίας μεταβολής δείχνει γιατί χρειάζεται προσοχή στην ανάγνωση των αγροτικών δεικτών, όπου η εποχικότητα και η διαθεσιμότητα συγκεκριμένων προϊόντων επηρεάζουν σημαντικά τις μηνιαίες τιμές.
Ενέργεια και λιπάσματα πιέζουν το κόστος παραγωγής
Στην πλευρά των εισροών, η εικόνα είναι σαφώς ανοδική.
Ο γενικός δείκτης αυξήθηκε κατά 4,7% σε σχέση με τον Ιούλιο του 2025, ενώ τα αναλώσιμα μέσα παραγωγής, τα οποία έχουν και τη μεγαλύτερη στάθμιση στον δείκτη, ακριβύνθηκαν κατά 5,9%.
Η μεγαλύτερη πίεση μεταξύ των βασικών κατηγοριών προήλθε από την ενέργεια και τα λιπαντικά, με αύξηση 12,4%, ενώ τα λιπάσματα ακολούθησαν με 11,3%.
Οι ζωοτροφές, που αντιπροσωπεύουν πάνω από το ένα τρίτο της στάθμισης των εισροών, αυξήθηκαν κατά 1,8%. Οι σπόροι ήταν ακριβότεροι κατά 1,1%, τα γεωργικά φάρμακα κατά 1,3% και τα κτηνιατρικά φάρμακα κατά 3,1%.
Η κατηγορία «λοιπά αγαθά και υπηρεσίες» κατέγραψε ακόμη μεγαλύτερη αύξηση, 20,6%, έχοντας όμως προηγουμένως υποχωρήσει κατά 20,3% μεταξύ Ιουλίου 2024 και Ιουλίου 2025.
Από μήνα σε μήνα, το κόστος εισροών αυξήθηκε κατά 1,1% τον Ιούλιο. Η ενέργεια και τα λιπαντικά εμφάνισαν τη μεγαλύτερη μηνιαία αύξηση, 3,9%, ενώ οι ζωοτροφές ενισχύθηκαν κατά 1%.
Τα πάγια αυξάνονται πιο αργά από τα αναλώσιμα
Πιο συγκρατημένη είναι η μεταβολή στις επενδυτικές δαπάνες.
Ο δείκτης σχηματισμού παγίου κεφαλαίου αυξήθηκε κατά 1,3% σε ετήσια βάση. Στα γεωργικά μηχανήματα και τον εξοπλισμό η αύξηση ήταν 1,1%, ενώ στα γεωργικά κτίρια έφτασε το 4,1%.
Στις επιμέρους κατηγορίες μηχανημάτων, οι αυξήσεις παραμένουν σχετικά περιορισμένες. Τα μηχανήματα καλλιέργειας ήταν ακριβότερα κατά 1,8%, οι γεωργικοί ελκυστήρες κατά 1,7%, τα λοιπά οχήματα κατά 1,5% και τα μηχανήματα συγκομιδής κατά 0,4%.
Η διαφοροποίηση αυτή δείχνει ότι η κύρια νέα επιβάρυνση για την παραγωγή δεν προέρχεται σήμερα τόσο από τον κεφαλαιουχικό εξοπλισμό, όσο από το καθημερινό λειτουργικό κόστος και κυρίως από την ενέργεια και τα λιπάσματα.
Από τη μείωση του κόστους το 2024-2025 στη νέα άνοδο το 2026
Η πορεία των εισροών από το 2024 ενισχύει αυτή την εικόνα.
Καθ' όλη σχεδόν τη διάρκεια του 2024 και του μεγαλύτερου μέρους του 2025, οι ετήσιες μεταβολές του γενικού δείκτη εισροών ήταν αρνητικές. Τον Ιούλιο του 2024 ο δείκτης ήταν μειωμένος κατά 0,5% σε ετήσια βάση και τον Ιούλιο του 2025 κατά 1,5%.
Η αλλαγή άρχισε να φαίνεται στο τέλος του 2025. Τον Οκτώβριο ο δείκτης πέρασε σε θετική ετήσια μεταβολή 0,3%, τον Δεκέμβριο έφτασε στο 0,5% και στις αρχές του 2026 άρχισε να επιταχύνεται.
Τον Ιανουάριο η ετήσια αύξηση ήταν 0,6%, τον Φεβρουάριο 1,1%, τον Μάρτιο 4,5% και τον Απρίλιο 5,6%. Ακολούθησε μια μικρή αποκλιμάκωση στο 4,3% τον Μάιο και στο 3,6% τον Ιούνιο, πριν ο ρυθμός επανέλθει στο 4,7% τον Ιούλιο.
Σε επίπεδο δωδεκαμήνου, η τάση έχει πλέον επίσης αλλάξει πρόσημο. Ο μέσος δείκτης εισροών για την περίοδο Αυγούστου 2025 - Ιουλίου 2026 ήταν αυξημένος κατά 2% έναντι του προηγούμενου δωδεκαμήνου, όταν ο μέσος ετήσιος δείκτης του 2025 είχε υποχωρήσει στις 129 μονάδες από 130,4 το 2024.
Τι πραγματικά μετρούν οι δύο δείκτες
Η διάκριση μεταξύ εισροών και εκροών είναι κρίσιμη για την ερμηνεία των στοιχείων.
Ο Δείκτης Τιμών Εκροών μετρά τη μεταβολή των τιμών που λαμβάνουν οι παραγωγοί κατά την πώληση των γεωργικών και κτηνοτροφικών προϊόντων τους. Οι τιμές είναι τιμές παραγωγού, χωρίς επιδοτήσεις, ΦΠΑ, μεταφορικά έξοδα και κρατήσεις υπέρ τρίτων.
Ο Δείκτης Τιμών Εισροών παρακολουθεί αντίστοιχα τις τιμές που πληρώνουν οι παραγωγοί για αγαθά και υπηρεσίες που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή, επίσης χωρίς ΦΠΑ και μεταφορικά έξοδα.
Οι δείκτες έχουν έτος βάσης το 2020 και καλύπτουν ολόκληρη τη χώρα. Η ΕΛΣΤΑΤ συλλέγει τις τιμές εκροών από 745 πηγές και τις τιμές εισροών από 665 πηγές. Στις πηγές περιλαμβάνονται εμπορικές και βιομηχανικές επιχειρήσεις που αγοράζουν προϊόντα απευθείας από παραγωγούς, γεωργικοί συνεταιρισμοί, οργανισμοί συγκέντρωσης προϊόντων και φορείς που συλλέγουν στοιχεία τιμών.
Η εποχικότητα έχει ιδιαίτερη σημασία στην αγροτική παραγωγή. Επειδή αρκετά προϊόντα δεν είναι διαθέσιμα όλους τους μήνες, οι συντελεστές στάθμισης των εκροών διαφοροποιούνται μέσα στο έτος. Γι' αυτό οι μηνιαίες μεταβολές δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται αυτομάτως ως ένδειξη μόνιμης τάσης.
Η «ψαλίδα» του Ιουλίου είναι το βασικό μήνυμα
Τα στοιχεία του Ιουλίου αποτυπώνουν τελικά δύο αντίθετες κινήσεις. Από τη μία πλευρά, οι τιμές που λαμβάνουν οι παραγωγοί υποχωρούν κατά 8,4%, με τη φυτική παραγωγή και ιδιαίτερα τα φρούτα να δέχονται τη μεγαλύτερη πίεση. Από την άλλη, το κόστος των εισροών αυξάνεται κατά 4,7%, με ενέργεια και λιπάσματα να καταγράφουν διψήφιες αυξήσεις.
Η σύγκριση με τους προηγούμενους μήνες κάνει την αλλαγή ακόμη πιο καθαρή: στην αρχή του 2026 οι τιμές εκροών αυξάνονταν ταχύτερα, ενώ οι εισροές κινούνταν με πολύ χαμηλότερες μεταβολές. Μέχρι τον Ιούλιο, η σχέση αυτή έχει αντιστραφεί.
Δεν μπορεί από τους δύο δείκτες και μόνο να εξαχθεί συμπέρασμα για το καθαρό εισόδημα κάθε παραγωγού ή για την κερδοφορία κάθε καλλιέργειας και κτηνοτροφικής μονάδας. Μπορεί όμως να διαπιστωθεί ότι η σχέση μεταξύ τιμών πώλησης και κόστους παραγωγής έχει γίνει σαφώς δυσμενέστερη μέσα στους τελευταίους μήνες, κάτι που αποτελεί το σημαντικότερο επιχειρηματικό μήνυμα των νέων στοιχείων.
Σχολιάστε