epixeiro
Ενώσεις, Επιμελητήρια

Λογιστικός Σύλλογος Αθηνών: Θετικά τα μέτρα για τους μισθούς, αλλά χρειάζεται άμεση στήριξη των μικρομεσαίων

Ο ΛΣΑ χαρακτηρίζει θετική την αύξηση του κατώτατου μισθού και τη μείωση των εισφορών των εργαζομένων, επισημαίνει ωστόσο ότι το αυξημένο κόστος εργασίας πιέζει τις επιχειρήσεις και ζητά ταχύτερες φορολογικές ελαφρύνσεις και ουσιαστικότερα κίνητρα

Κοινοποιήστε

Σχολιάστε

Διαβάζεται σε 2 λεπτά

Λογιστικός Σύλλογος Αθηνών: Θετικά τα μέτρα για τους μισθούς, αλλά χρειάζεται άμεση στήριξη των μικρομεσαίων

Θετικά αντιμετωπίζει ο Λογιστικός Σύλλογος Αθηνών τις κυβερνητικές παρεμβάσεις που στοχεύουν στην ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος των εργαζομένων και στη βελτίωση των αμοιβών στην αγορά εργασίας. Ωστόσο, παράλληλα με την αύξηση των μισθών, ο Σύλλογος θέτει στο επίκεντρο το αυξημένο κόστος που επωμίζονται οι επιχειρήσεις και, κυρίως, οι μικρομεσαίες.

Ο ΛΣΑ χαρακτηρίζει θετική την προοπτική αύξησης του κατώτατου μισθού στα 1.000 ευρώ έως τον Ιανουάριο του 2028, από 920 ευρώ σήμερα, καθώς και τη μείωση κατά 0,5 ποσοστιαία μονάδα των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων από τον Απρίλιο του 2027.

Όπως επισημαίνει, η μείωση αφορά αποκλειστικά την εισφορά του εργαζομένου, η οποία από το 2027 διαμορφώνεται στο 12,87%, ενώ η εργοδοτική εισφορά παραμένει στο 21,79%. Ως εκ τούτου, το μέτρο ενισχύει το καθαρό εισόδημα των μισθωτών, χωρίς όμως να μειώνει το αντίστοιχο εργοδοτικό κόστος.

Το ερώτημα για τις μικρές επιχειρήσεις

Για τον Λογιστικό Σύλλογο Αθηνών, το βασικό ερώτημα είναι κατά πόσο οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις μπορούν να απορροφήσουν τις αυξήσεις του μισθολογικού και μη μισθολογικού κόστους χωρίς να περιορίσουν την απασχόληση ή να μετακυλίσουν μέρος της επιβάρυνσης στις τιμές.

Ο Σύλλογος υπογραμμίζει ότι η συζήτηση για την αύξηση των μισθών δεν μπορεί να γίνεται ανεξάρτητα από το συνολικό κόστος λειτουργίας μιας επιχείρησης.

Εκτός από τις εργοδοτικές ασφαλιστικές εισφορές, οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν αυξημένες δαπάνες για ενέργεια, προμήθειες, ενοίκια και λοιπές λειτουργικές ανάγκες. Σε ένα περιβάλλον περιορισμένων περιθωρίων κέρδους, οι δυνατότητες απορρόφησης του επιπλέον κόστους είναι περιορισμένες.

Όπως σημειώνει ο ΛΣΑ, οι επιχειρήσεις έχουν ουσιαστικά τρεις επιλογές: να απορροφήσουν την επιβάρυνση από τα κέρδη τους, να περιορίσουν την απασχόληση ή τις επενδύσεις ή να μετακυλίσουν μέρος του κόστους στις τιμές.

Ο τελευταίος κίνδυνος είναι ιδιαίτερα σημαντικός, καθώς μία αύξηση των μισθών μπορεί να ενισχύσει το εισόδημα των εργαζομένων, αλλά ταυτόχρονα να περιορίσει την αγοραστική τους δύναμη εάν συνοδευτεί από νέες ανατιμήσεις στην αγορά.

«Χρειάζεται να μπορεί η επιχείρηση να πληρώσει τον μισθό»

Η θέση του ΛΣΑ είναι ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού αποτελεί θεμιτό κοινωνικό στόχο, προϋποθέτει όμως την ύπαρξη μιας οικονομικά βιώσιμης επιχείρησης που θα μπορεί να καλύψει το αυξημένο κόστος.

Για τον λόγο αυτό, ο Σύλλογος ζητά η πολιτική για τους μισθούς να αντιμετωπίζεται παράλληλα με το κόστος λειτουργίας, την παραγωγικότητα, τις τιμές, την ανταγωνιστικότητα και τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων.

«Δεν μπορεί να επιδιώκεται η ενίσχυση του εργαζομένου χωρίς παράλληλη ενίσχυση της επιχείρησης που δημιουργεί και χρηματοδοτεί τη θέση εργασίας», είναι το σκεπτικό που διατυπώνει ο Σύλλογος, προειδοποιώντας παράλληλα ότι η αύξηση των αποδοχών δεν θα οδηγήσει αυτομάτως σε μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη, εφόσον μέρος της ενίσχυσης απορροφηθεί από την άνοδο των τιμών.

Φορολογικές ελαφρύνσεις: Θετικές, αλλά με καθυστέρηση

Σε ό,τι αφορά τα φορολογικά μέτρα για τις επιχειρήσεις, ο ΛΣΑ αναγνωρίζει ότι το πακέτο της ΔΕΘ περιλαμβάνει παρεμβάσεις προς τη σωστή κατεύθυνση. Ωστόσο, θεωρεί ανεπαρκή τόσο την ταχύτητα όσο και την εμβέλειά τους, καθώς πολλές από τις ελαφρύνσεις μετατίθενται χρονικά.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η προκαταβολή φόρου. Για τις ατομικές επιχειρήσεις προβλέπεται μείωση από 55% σε 50% από το φορολογικό έτος 2027, με την επίδραση να αποτυπώνεται στις δηλώσεις που θα υποβληθούν το 2028.

Ο Σύλλογος χαρακτηρίζει θετική τη συγκεκριμένη κατεύθυνση, αλλά επισημαίνει ότι η δημοσιονομική της επίδραση για τον επαγγελματία θα καθυστερήσει σημαντικά.

Ακόμη μεγαλύτερος είναι ο χρονικός ορίζοντας για τα νομικά πρόσωπα. Η προκαταβολή φόρου προβλέπεται να μειώνεται κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες ετησίως από το φορολογικό έτος 2028, έως ότου υποχωρήσει από το 80% στο 50% το 2033. Η πλήρης εξίσωση με το καθεστώς των ατομικών επιχειρήσεων θα ολοκληρωθεί, σύμφωνα με τον ΛΣΑ, στις δηλώσεις του 2034.

«Η μικρομεσαία επιχείρηση δεν λειτουργεί σε ορίζοντα οκταετίας», σημειώνει χαρακτηριστικά ο Σύλλογος, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για άμεση ενίσχυση της ρευστότητας και περιορισμό του κόστους.

Τέλος επιτηδεύματος: Θετική η κατάργηση, αλλά όχι η σταδιακή εφαρμογή

Θετική χαρακτηρίζει ο ΛΣΑ και την κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος, διατυπώνει όμως ενστάσεις για τη διαφορετική ταχύτητα εφαρμογής ανάλογα με τη γεωγραφική έδρα της επιχείρησης.

Για τα νομικά πρόσωπα εκτός Περιφέρειας Αττικής το τέλος καταργείται από το φορολογικό έτος 2026. Για την Αττική προβλέπεται μείωση κατά 50% από το φορολογικό έτος 2027 και πλήρης κατάργηση από το 2028.

Ο Σύλλογος θεωρεί ότι δεν δικαιολογείται η διαφορετική μεταχείριση των επιχειρήσεων της Αττικής, ιδιαίτερα από τη στιγμή που πρόκειται για τέλος το οποίο δεν συνδέεται με την πραγματική κερδοφορία ή τη φοροδοτική ικανότητα κάθε επιχείρησης.

Κατά την άποψη του ΛΣΑ, μία καθολική και οριζόντια κατάργηση θα μπορούσε να λειτουργήσει άμεσα ως πραγματική μείωση του λειτουργικού κόστους.

Τεκμαρτή φορολόγηση: Μερική διόρθωση, όχι λύση

Πιο επιφυλακτικός εμφανίζεται ο Σύλλογος απέναντι στις αλλαγές στο σύστημα του ελάχιστου τεκμαρτού εισοδήματος των ελεύθερων επαγγελματιών.

Από το φορολογικό έτος 2026, για τους επαγγελματίες που πληρούν συγκεκριμένα κριτήρια συνέπειας, δεν θα εφαρμόζονται οι δύο προσαυξήσεις που συνδέονται με το 10% του ετήσιου κόστους μισθοδοσίας και το 5% της υπέρβασης του κύκλου εργασιών έναντι του μέσου όρου του αντίστοιχου ΚΑΔ.

Ο ΛΣΑ αναγνωρίζει ότι πρόκειται για βελτίωση του υφιστάμενου πλαισίου, θεωρεί όμως ότι δεν αντιμετωπίζει τον βασικό πυρήνα του προβλήματος. Ο μηχανισμός του ελάχιστου τεκμαρτού εισοδήματος παραμένει σε ισχύ, με βάση, μεταξύ άλλων, τον κατώτατο μισθό και τις προβλέψεις του άρθρου 28Α του ΚΦΕ.

Για τον Σύλλογο, συνεπώς, πρόκειται για περιορισμένη διόρθωση ενός συστήματος που εξακολουθεί να χαρακτηρίζει μη αναλογικό και οριζόντιο.

Τι σημαίνει «φορολογικά συνεπής»

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει ο ΛΣΑ στα κριτήρια με τα οποία ένας επαγγελματίας θα θεωρείται «φορολογικά συνεπής».

Μεταξύ των προϋποθέσεων περιλαμβάνονται η αποστολή των απαιτούμενων δεδομένων στο myDATA, η διασύνδεση ταμειακών μηχανών και POS καθ’ όλη τη διάρκεια του φορολογικού έτους, η απουσία προστίμου για φορολογική ή εργατική παράβαση κατά την προηγούμενη πενταετία και η υποβολή των δηλώσεων ΦΠΑ και εισοδήματος των προηγούμενων πέντε φορολογικών ετών έως τις 31 Δεκεμβρίου του τελευταίου φορολογικού έτους.

Ο Σύλλογος συμφωνεί επί της αρχής με την επιβράβευση της φορολογικής συνέπειας, θεωρεί όμως ότι αυτή δεν μπορεί να ταυτίζεται με ένα απολύτως άκαμπτο ιστορικό μη ύπαρξης παραβάσεων.

Όπως επισημαίνει, ένα πρόστιμο μπορεί να αμφισβητηθεί και να ακυρωθεί στη ΔΕΔ, ενώ μία παράβαση μπορεί να οφείλεται σε πραγματικό λάθος ή τεχνική αδυναμία και να μην σχετίζεται με απόκρυψη εισοδήματος ή φοροδιαφυγή.

Ο ΛΣΑ φέρνει ως παράδειγμα μία τεχνική διακοπή της διασύνδεσης ταμειακής μηχανής ή POS, όταν οι σχετικές συναλλαγές έχουν καταχωριστεί και δηλωθεί κανονικά.

Στο πλαίσιο αυτό, ο Σύλλογος ζητά την έκδοση και αποστολή «πιστοποιητικού φορολογικής συνέπειας» από την ΑΑΔΕ, εκτιμώντας ότι θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για την αυτόματη παροχή φορολογικών κινήτρων, μειώσεων και διευκολύνσεων στους συνεπείς φορολογουμένους.

Χρηματοδότηση 1,5 δισ. ευρώ: Θετική, αλλά παραμένει δανεισμός
Θετικά αξιολογεί ο ΛΣΑ και τη δημιουργία νέου δανειοδοτικού και εγγυοδοτικού προγράμματος ύψους 1,5 δισ. ευρώ για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, μέσω της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας και με αξιοποίηση πόρων από το δανειακό σκέλος του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.

Ωστόσο, ο Σύλλογος θεωρεί ότι το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο το συνολικό ύψος των κεφαλαίων, αλλά και το πόσες επιχειρήσεις θα μπορέσουν στην πράξη να αποκτήσουν πρόσβαση σε αυτά και πόσο γρήγορα.

Η χρηματοδότηση μπορεί να βελτιώσει τη ρευστότητα, δεν αποτελεί όμως επιχορήγηση. Όπως επισημαίνει ο ΛΣΑ, ο δανεισμός θα πρέπει να κατευθύνεται στην ανάπτυξη και στις επενδύσεις και όχι στην κάλυψη συσσωρευμένων ζημιών.

«Σπίτι μου III»: Δεν αρκεί η ενίσχυση της ζήτησης

Σε ό,τι αφορά τη στεγαστική πολιτική, ο Σύλλογος αξιολογεί θετικά το νέο πρόγραμμα «Σπίτι μου III», ύψους 2 δισ. ευρώ, το οποίο διευρύνει την πρόσβαση σε χαμηλότοκη στεγαστική χρηματοδότηση και τα σχετικά ηλικιακά, εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια σε σχέση με το «Σπίτι μου II».

Ο ΛΣΑ επισημαίνει, ωστόσο, ότι η στεγαστική πολιτική δεν μπορεί να περιορίζεται στη χρηματοδότηση της ζήτησης. Απαιτείται παράλληλα αύξηση της προσφοράς διαθέσιμων και οικονομικά προσιτών κατοικιών.

Όπως εξηγεί, όταν η ζήτηση αυξάνεται χωρίς αντίστοιχη αύξηση της προσφοράς, δημιουργούνται πιέσεις στις τιμές.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο Σύλλογος θεωρεί θετική την επέκταση της απαλλαγής ΦΠΑ στην οικοδομή για την περίοδο 2027–2030, ζητώντας παράλληλα πρόσθετα μέτρα που θα ενισχύσουν την οικονομική βιωσιμότητα της ανάπτυξης και διάθεσης νέων ακινήτων.

Φόρος μεταβίβασης 15% για αγοραστές από τρίτες χώρες

Σχολιάζοντας την αύξηση του φόρου μεταβίβασης στο 15% για αγορές ακινήτων από φορολογικούς κατοίκους τρίτων χωρών, ο ΛΣΑ αναγνωρίζει τη λογική πίσω από την κυβερνητική παρέμβαση.

Η αύξηση της ζήτησης από το εξωτερικό, σε συνδυασμό με την περιορισμένη προσφορά, μπορεί να συμβάλει στην άνοδο των τιμών και να δυσκολέψει την πρόσβαση των μόνιμων κατοίκων στη στέγη. Με την εισφορά 3% επί του φόρου υπέρ των δήμων, η συνολική επιβάρυνση διαμορφώνεται σε 15,45%.

Ο Σύλλογος ζητά, ωστόσο, να εξεταστούν προσεκτικά οι οικονομικές επιπτώσεις του μέτρου, καθώς η αυξημένη φορολογική επιβάρυνση του αγοραστή μπορεί να επηρεάσει τη διαπραγμάτευση με τον πωλητή και να μεταφερθεί μέρος του κόστους στην τελική τιμή.

Ο ΛΣΑ θεωρεί αποτελεσματικότερη την περαιτέρω μείωση των ορίων επένδυσης της Golden Visa και, κυρίως, τη σύνδεση του προγράμματος με την αύξηση της προσφοράς κατοικιών αντί για την απλή απόκτηση υφιστάμενων ακινήτων.

Η συνολική εικόνα σύμφωνα με τον ΛΣΑ

Συνολικά, ο Λογιστικός Σύλλογος Αθηνών εκτιμά ότι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις εξακολουθούν να μην λαμβάνουν την άμεση και ουσιαστική στήριξη που απαιτούν οι σημερινές συνθήκες.

Ο Σύλλογος επισημαίνει ότι, την ώρα που αυξάνεται το μισθολογικό και μη μισθολογικό κόστος, αρκετές φορολογικές ελαφρύνσεις μετατίθενται σε βάθος χρόνου. Παράλληλα, τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά εργαλεία ενισχύουν τη ρευστότητα, αλλά στηρίζονται στον δανεισμό, ενώ ζητήματα όπως η φορολογική δικαιοσύνη και η ουσιαστική μείωση του λειτουργικού κόστους παραμένουν, κατά την εκτίμησή του, ανοιχτά.

Η βασική θέση του ΛΣΑ είναι ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού θα πρέπει να συνοδευτεί από άμεσες και μόνιμες παρεμβάσεις στο συνολικό κόστος απασχόλησης, ισχυρότερα κίνητρα για επενδύσεις και ουσιαστική ενίσχυση της ρευστότητας.

Στόχος, όπως υπογραμμίζει, θα πρέπει να είναι ένα οικονομικό περιβάλλον στο οποίο οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις θα μπορούν να παραμένουν βιώσιμες, να επενδύουν, να διατηρούν και να δημιουργούν θέσεις εργασίας και, παράλληλα, να στηρίζουν την αύξηση των εισοδημάτων χωρίς αυτή να μετατρέπεται σε νέα πηγή πληθωριστικών πιέσεων.