Στουρνάρας: Επίμονες παραμένουν οι προκλήσεις στην ασφαλιστική αγορά, παρά τη θετική της πορεία
«Μια βασική, διαχρονική πρόκληση είναι η αντιμετώπιση του ασφαλιστικού κενού (insurance protection gap), καθώς αυτό επηρεάζει όχι μόνο τα ανασφάλιστα άτομα, αλλά και τη συνολική ανθεκτικότητα της οικονομίας της χώρας»
Για τις προκλήσεις στην Ελληνική Ασφαλιστική Αγορά και στην Εποπτική Αρχή έκανε αναφορά ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, στη συνάντηση του Groupama Assurance Mutuelles Management Team, Μουσείο Ακρόπολης.
Προτεραιότητα για την Τράπεζα της Ελλάδος, όπως δήλωσε, αποτελούν η συστηματική παρακολούθηση της σχέσης αξίας–κόστους (Value-for-Money) των επενδυτικών ασφαλιστικών προϊόντων, η ενίσχυση της κατανόησης των σχετικών κινδύνων από τους καταναλωτές —καθ’ όλη τη διάρκεια ζωής του ασφαλιστηρίου συμβολαίου—, καθώς και η ενδυνάμωση της ποιότητας των παρεχόμενων συμβουλών και της διαφάνειας ως προς το κόστος. Παράλληλα, σε συνεργασία με την EIOPA, αναπτύσσονται εποπτικά εργαλεία με στόχο την πρόληψη αθέμιτων πρακτικών εκ μέρους των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και των διαμεσολαβητών. Η πολυπλοκότητα των εν λόγω προϊόντων καθιστά αναγκαία τη συνεχή παρακολούθησή τους από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, προκειμένου να διασφαλίζεται η ποιότητά τους, ενώ η Εποπτική Αρχή επικεντρώνεται στην προστασία του καταναλωτή.
Ασφαλιστικό κενό στην Ελλάδα
Μια βασική, διαχρονική πρόκληση είναι η αντιμετώπιση του ασφαλιστικού κενού (insurance protection gap), καθώς αυτό επηρεάζει όχι μόνο τα ανασφάλιστα άτομα, αλλά και τη συνολική ανθεκτικότητα της οικονομίας της χώρας. Όταν οι επιπτώσεις της χαμηλής ασφαλιστικής διείσδυσης συνδυάζονται με την επίδραση συστημικών κινδύνων μεγάλης κλίμακας —όπως εκείνους που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή—, καθίσταται σαφής η σημασία της αντιμετώπισης του ασφαλιστικού κενού. Σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, η οποία είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένη σε κινδύνους φυσικών καταστροφών (όπως σεισμοί, πλημμύρες και δασικές πυρκαγιές), το επίπεδο ασφαλιστικής κάλυψης παραμένει δυσανάλογα χαμηλό. Αντίστοιχα περιορισμένη ασφαλιστικής διείσδυση καταγράφεται και σε άλλους τομείς της ελληνικής ασφαλιστικής αγοράς, όπως η συνταξιοδοτική ασφάλιση, η υγειονομική ασφάλιση και η ασφάλιση αστικής ευθύνης.
Η διαμεσολάβηση
Μία ακόμη πρόκληση που έχει αναδειχθεί τα τελευταία έτη αφορά τη συνεχή αξιολόγηση και βελτίωση των πρακτικών άσκησης επιχειρηματικής δραστηριότητας σε σχέση με τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων, ώστε το τελικό προϊόν που προσφέρεται να ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες των ασφαλισμένων. Οι πρακτικές αυτές καλύπτουν ολόκληρο τον κύκλο ζωής ενός προϊόντος —από τον σχεδιασμό έως τη λήξη της ασφαλιστικής σύμβασης— και συνδέονται άρρηκτα με το επιχειρηματικό μοντέλο της επιχείρησης, τη διαδικασία σχεδιασμού και ανάπτυξης προϊόντων, την τιμολόγηση, τη διαφήμιση, τις πωλήσεις και τη διαχείριση ζημιών (Product Oversight and Governance – POG).
Νέα εποπτικά εργαλεία και κυβερνοκίνδυνοι - Η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης
Σε αυτό θα μπορούσε να προστεθεί η πρόκληση της ανάπτυξης και εφαρμογής νέων εποπτικών εργαλείων, τα οποία ευθυγραμμίζονται με τον ψηφιακό μετασχηματισμό των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και την αυξανόμενη έκθεσή τους σε κυβερνοκινδύνους. Πρόκειται για μια κοινή πρόκληση τόσο για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις όσο και για την Εποπτική Αρχή. Η διείσδυση των ασφαλιστικών επιχειρήσεων σε νέα προϊόντα και νέες αγορές συνδέεται στενά με τις συνεχιζόμενες τεχνολογικές εξελίξεις, οι οποίες τους επιτρέπουν να βελτιώνουν τη λειτουργία τους και τα προϊόντα τους και, κατά συνέπεια, να ενισχύουν την ανταγωνιστικότητά τους. Με την αξιοποίηση της Τεχνητής Νοημοσύνης (Artificial Intelligence) και των Big Data, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις ενισχύουν την ικανότητα αξιολόγησης κινδύνων και αναπτύσσουν καινοτόμα προϊόντα που ανταποκρίνονται στις εξελισσόμενες ανάγκες της κοινωνίας. Παράλληλα, η χρήση προηγμένων τεχνολογικών εργαλείων συμβάλλει σε πιο αποδοτική τιμολόγηση, μείωση του λειτουργικού κόστους και περιορισμό της ασφαλιστικής απάτης, ενώ βελτιώνει το επίπεδο εξυπηρέτησης των ασφαλισμένων. Στο πλαίσιο των τεχνολογικών εξελίξεων και των αυξημένων κινδύνων που σχετίζονται με την ασφάλεια των πληροφοριακών συστημάτων, ιδιαίτερη σημασία αποκτά η εφαρμογή του ευρωπαϊκού Κανονισμού DORA. Από τον Ιανουάριο του 2025, ο Κανονισμός DORA βρίσκεται σε ισχύ, επιβάλλοντας αυστηρές απαιτήσεις για την ψηφιακή επιχειρησιακή ανθεκτικότητα στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις υποχρεούνται πλέον να διαχειρίζονται συστηματικά τους κινδύνους των πληροφοριακών τους συστημάτων, να αντιμετωπίζουν τεχνολογικά περιστατικά και να διενεργούν δοκιμές ανθεκτικότητας, ώστε να διασφαλίζεται η ασφαλής και απρόσκοπτη λειτουργία τους ακόμη και σε συνθήκες κρίσης.
Κλιματική αλλαγή και φυσικές καταστροφές
Μία ακόμη βασική προτεραιότητα της Τράπεζας της Ελλάδος για την ασφαλιστική αγορά είναι η αντιμετώπιση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής. Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει επανειλημμένα επισημάνει το ρόλο της ιδιωτικής ασφάλισης για τη διαχείριση των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής, καθώς ο ρόλος της είναι διττός. Από τη μία πλευρά, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις αναλαμβάνουν κινδύνους απορροφώντας ζημίες που διαφορετικά θα επιβάρυναν τους πολίτες ή τον κρατικό προϋπολογισμό· από την άλλη πλευρά, ως θεσμικοί επενδυτές, μπορούν να διοχετεύουν στο χρηματοπιστωτικό σύστημα τα κεφάλαια που συγκεντρώνουν από τους ασφαλισμένους και, μέσω στοχευμένων επενδύσεων, να συμβάλλουν στην προώθηση μιας πράσινης και βιώσιμης οικονομίας (ESG). Επιπλέον, ενισχύοντας την ανθεκτικότητα των ασφαλισμένων και των επιχειρήσεων μέσω της ασφαλιστικής κάλυψης, παρέχουν ισχυρά κίνητρα προσαρμογής τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.
Κρίσιμη η μείωση του ασφαλιστικού κενού
Η Ελλάδα αντιμετωπίζει αυξημένο κίνδυνο φυσικών καταστροφών, τόσο λόγω των γεωγραφικών της χαρακτηριστικών όσο και εξαιτίας των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής. Ωστόσο, μόνο ένα μικρό μέρος των σχετικών ζημιών είναι ασφαλισμένο, με αποτέλεσμα το κύριο βάρος της αποκατάστασης να επιβαρύνει τους ιδιώτες, ενώ η συμμετοχή του κράτους παραμένει σχετικά περιορισμένη. Η έκθεση σε φυσικούς κινδύνους έχει ενταθεί με την πάροδο του χρόνου, καθιστώντας απαραίτητη την ύπαρξη επαρκούς ασφαλιστικής κάλυψης. Η Ελλάδα, λόγω της υψηλής της ευαλωτότητάς της σε δασικές πυρκαγιές, πλημμύρες και σεισμούς, καθώς και του συγκριτικά υψηλότερου δημόσιου χρέους της σε σχέση με άλλα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υφίσταται δυσανάλογα έντονες οικονομικές και δημοσιονομικές επιπτώσεις. Συνεπώς, η μείωση του ασφαλιστικού κενού (insurance protection gap) είναι κρίσιμη, καθώς συμβάλλει στην ταχύτερη οικονομική ανάκαμψη μέσω έγκαιρης καταβολής αποζημιώσεων, περιορίζει την εξάρτηση από κρατική στήριξη και ενισχύει τα κίνητρα για ταχύτερη προσαρμογή στις νέες συνθήκες που επιβάλλει η κλιματική αλλαγή.
Η αντιμετώπιση του ασφαλιστικού κενού αποφέρει πολλά οφέλη
Παρά τις πρόσφατες πρωτοβουλίες της ελληνικής κυβέρνησης για τον περιορισμό του ασφαλιστικού κενού —όπως η θέσπιση φορολογικών κινήτρων μέσω μειώσεων στη φορολογία ακινήτων, η υποχρεωτική ασφάλιση επιχειρήσεων και οχημάτων έναντι φυσικών καταστροφών, καθώς και η σύσταση και λειτουργία του Παρατηρητηρίου Ιδιωτικής Ασφάλισης έναντι Φυσικών Καταστροφών— το ασφαλιστικό κενό καταγράφεται σε σημαντικά επίπεδα. Η αντιμετώπιση του ασφαλιστικού κενού αποφέρει πολλαπλά οφέλη, καθώς συμβάλλει στην ταχύτερη οικονομική ανάκαμψη μέσω έγκαιρων και επαρκών αποζημιώσεων, διασφαλίζει την αποδοτικότερη αξιοποίηση των δημόσιων πόρων, περιορίζει τις δημοσιονομικές πιέσεις και τους κινδύνους για το χρηματοπιστωτικό σύστημα, ενώ ταυτόχρονα ενθαρρύνει την υιοθέτηση προληπτικών μέτρων για τη μείωση της έκθεσης σε κινδύνους και προάγει την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή.
Σχολιάστε