ΕΚΤ: Στο 10,73% η απόδοση ιδίων κεφαλαίων των μεγάλων τραπεζών – Υψηλό από το 2015
Βελτιώθηκε η κερδοφορία και υποχώρησε το cost-to-income στο χαμηλότερο επίπεδο της σειράς, ενώ ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων διαμορφώθηκε στο 2,17%
Σε ιστορικά υψηλό επίπεδο από την έναρξη της σχετικής σειράς το 2015 διαμορφώθηκε η απόδοση ιδίων κεφαλαίων των σημαντικών τραπεζικών ιδρυμάτων που εποπτεύονται άμεσα από την ΕΚΤ. Παράλληλα, βελτιώθηκε η λειτουργική αποδοτικότητα και μειώθηκε ο συνολικός δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων, με διαφορετική εικόνα στα δάνεια προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Σύμφωνα με τα εποπτικά στοιχεία της ΕΚΤ για το δεύτερο τρίμηνο του 2026, το return on equity διαμορφώθηκε στο 10,73%, από 10,02% το προηγούμενο τρίμηνο και 10,11% ένα χρόνο νωρίτερα.
Η βελτίωση στηρίχθηκε στην αύξηση των λειτουργικών εσόδων. Τα καθαρά έσοδα από τόκους και τα καθαρά έσοδα από αμοιβές και προμήθειες αυξήθηκαν κατά 8% σε ετήσια βάση, ενώ η επίδραση αυτή αντισταθμίστηκε εν μέρει από την αύξηση των ιδίων κεφαλαίων, λόγω ενίσχυσης των αποθεματικών κατά 6%.
Το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο παρέμεινε αμετάβλητο σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο, στο 1,54%.
Στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2015 το cost-to-income
Παράλληλα με την άνοδο της κερδοφορίας, βελτιώθηκε και η λειτουργική αποδοτικότητα των τραπεζών.
Ο δείκτης κόστους προς έσοδα υποχώρησε στο 53,06%, από 54,63% το προηγούμενο τρίμηνο και 54,20% ένα χρόνο νωρίτερα. Πρόκειται για το χαμηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί από την έναρξη της σχετικής σειράς το 2015.
Σε ετήσια βάση, η αύξηση των λειτουργικών εσόδων κατά 6% ήταν μεγαλύτερη από την άνοδο κατά 4% των διοικητικών εξόδων και των αποσβέσεων.
Η απόδοση ιδίων κεφαλαίων διαφοροποιείται σημαντικά μεταξύ των χωρών που περιλαμβάνονται στα στοιχεία της ΕΚΤ, από 7,41% στη Γαλλία έως 16,64% στην Ισπανία.
Στο 2,17% τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια
Ο συνολικός δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων, εξαιρουμένων των ταμειακών διαθεσίμων στις κεντρικές τράπεζες και άλλων καταθέσεων όψεως, υποχώρησε οριακά στο 2,17%, από 2,18% το προηγούμενο τρίμηνο και 2,22% ένα χρόνο νωρίτερα.
Η μείωση του δείκτη κατά μία μονάδα βάσης σημειώθηκε παρά την αύξηση του αποθέματος των NPLs κατά €7,65 δισ. ή 2,1%. Την ίδια περίοδο, ωστόσο, το σύνολο των δανείων και προκαταβολών αυξήθηκε περισσότερο, κατά €429,27 δισ. ή 2,6%.
Στα νοικοκυριά, ο δείκτης NPL διαμορφώθηκε στο 2,14%, από 2,15% το πρώτο τρίμηνο και 2,16% ένα χρόνο πριν.
Στις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις παρέμεινε στο 3,44% σε τριμηνιαία βάση, ενώ υποχώρησε από 3,50% σε σύγκριση με το δεύτερο τρίμηνο του 2025.
Διαφορετική είναι η βραχυπρόθεσμη εικόνα στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, όπου ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων αυξήθηκε στο 4,72%, από 4,65% το προηγούμενο τρίμηνο. Παρέμεινε πάντως χαμηλότερος από το 4,85% που είχε καταγραφεί ένα χρόνο νωρίτερα.
Για δάνεια προς επιχειρήσεις με εξασφάλιση εμπορικά ακίνητα, ο δείκτης NPL μειώθηκε στο 4,36%, από 4,37% το προηγούμενο τρίμηνο και 4,55% σε ετήσια βάση.
Μειώθηκαν τα Stage 2 δάνεια
Το ποσοστό των δανείων που ταξινομούνται στο Stage 2 —δηλαδή εκείνων στα οποία έχει καταγραφεί σημαντική αύξηση του πιστωτικού κινδύνου μετά την αρχική αναγνώριση— μειώθηκε στο 9,18% του συνόλου, από 9,29% το προηγούμενο τρίμηνο και 9,59% πριν από ένα χρόνο.
Στις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις ο αντίστοιχος δείκτης υποχώρησε στο 13,13%, από 13,22%, ενώ στα νοικοκυριά διαμορφώθηκε στο 9,03%, από 9,13%.
Κεφαλαιακή επάρκεια στο 16% και ρευστότητα στο 154,91%
Στο μέτωπο της κεφαλαιακής επάρκειας, ο συνολικός δείκτης Common Equity Tier 1 (CET1) των σημαντικών ιδρυμάτων διαμορφώθηκε στο 16,00%, από 15,99% το προηγούμενο τρίμηνο και 16,09% ένα χρόνο νωρίτερα.
Ο δείκτης Tier 1 αυξήθηκε οριακά στο 17,53%, ενώ ο συνολικός δείκτης κεφαλαίου ανήλθε στο 20,13%.
Μεταξύ των χωρών που εμφανίζονται στα στοιχεία της ΕΚΤ, ο CET1 κυμάνθηκε από 13,52% στην Ισπανία έως 20,78% στη Λιθουανία.
Ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας ενισχύθηκε στο 154,91%, έναντι 153,94% το προηγούμενο τρίμηνο, αλλά παρέμεινε χαμηλότερος από το 157,71% του δεύτερου τριμήνου του 2025. Η τριμηνιαία βελτίωση συνδέεται κυρίως με αύξηση κατά €87 δισ. ή 1,7% του αποθέματος ρευστότητας.
Παράλληλα, η ΕΚΤ ανακοίνωσε νέο σύνολο συγκεντρωτικών στατιστικών για το σύνολο του εποπτευόμενου τραπεζικού συστήματος του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού, συνδυάζοντας στοιχεία τόσο από τα σημαντικά όσο και από τα λιγότερο σημαντικά ιδρύματα. Τα νέα δεδομένα θα ενημερώνονται ανά τρίμηνο και θα καλύπτουν κεφαλαιακή επάρκεια, κερδοφορία, ρευστότητα και ποιότητα ενεργητικού.
Σχολιάστε