Φορολογικοί έλεγχοι: Όταν ακόμη και τα 30 ευρώ ζητούν «αποδείξεις» – Το μάθημα των κοινών λογαριασμών
Μια πρόσφατη απόφαση της ΑΑΔΕ ανατρέπει την πεποίθηση ότι η εφορία ασχολείται μόνο με μεγάλα ποσά και αναδεικνύει τους κινδύνους που κρύβουν οι «αθώες» τραπεζικές συναλλαγές και οι συνδικαιούχοι
03/02/2026 | 08:00
03/02/2026 | 22:04
Υπάρχει μια ευρέως διαδεδομένη αντίληψη στην αγορά ότι η φορολογική αρχή δεν ασχολείται με μικροποσά. Ότι μια κατάθεση των 30 ή των 50 ευρώ με την αιτιολογία «ΔΩΡΟ» περνάει κάτω από τα ραντάρ και δεν προκαλεί ανησυχία. Κι όμως, η πραγματικότητα των φορολογικών ελέγχων έρχεται συχνά να διαψεύσει αυτόν τον εφησυχασμό.
Μια χαρακτηριστική περίπτωση είναι η πρόσφατη απόφαση 1230/2025 της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) της ΑΑΔΕ, όπου τέτοια καθημερινά μικροποσά όχι μόνο εντοπίστηκαν, αλλά ζητήθηκε και η πλήρης τεκμηρίωσή τους, υπενθυμίζοντας σε όλους μας ότι για την εφορία δεν υπάρχει «αμελητέο ποσό», αλλά «ατεκμηρίωτο ποσό».
Το χρονικό μιας «αναπάντεχης» φορολόγησης
Η ιστορία ξεκινά με μια διαδικασία που φαινομενικά θα έπρεπε να είναι υπέρ του φορολογούμενου. Η προσφεύγουσα είχε υποβάλει αίτηση αμφισβήτησης του ελάχιστου ετήσιου εισοδήματος, μια δυνατότητα που δίνει ο νόμος. Ωστόσο, όπως συμβαίνει συχνά, αυτή η κίνηση λειτούργησε ως το έναυσμα για έναν ευρύτερο έλεγχο της περιουσιακής της κατάστασης. Οι ελεγκτές ζήτησαν, όπως προβλέπεται, πρόσβαση στους τραπεζικούς λογαριασμούς για να επαληθεύσουν την οικονομική εικόνα.
Κατά τη διάρκεια του ελέγχου, το «μικροσκόπιο» της εφορίας στάθηκε σε πιστώσεις συνολικού ύψους 2.402,75€. Σε έναν κοινό τραπεζικό λογαριασμό που η φορολογούμενη διατηρούσε με την αδελφή της, εντοπίστηκαν καταθέσεις με αιτιολογίες που συναντάμε σχεδόν σε κάθε ελληνικό σπίτι: «ΔΩΡΟ», «ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ», «ΕΞΟΔΑ ΝΟΣΗΛΕΙΑΣ ΜΗΤΕΡΑΣ» ή ακόμη και «ΕΞΟΔΑ ΚΗΔΕΙΑΣ».
Για τον μέσο πολίτη, αυτές οι αιτιολογίες είναι αυταπόδεικτες. Για τον φορολογικό έλεγχο, όμως, χωρίς τα απαραίτητα παραστατικά, αποτέλεσαν «προσαύξηση περιουσίας από άγνωστη πηγή». Το αποτέλεσμα ήταν τα ποσά αυτά να φορολογηθούν ως εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα, με τον ανάλογο συντελεστή και τις προσαυξήσεις.
Η παγίδα των κοινών λογαριασμών
Ίσως το πιο σημαντικό δίδαγμα της συγκεκριμένης απόφασης αφορά τη διαχείριση των κοινών λογαριασμών. Η φορολογούμενη υποστήριξε το λογικό επιχείρημα ότι ήταν συνδικαιούχος στον λογαριασμό μόνο τυπικά («τύποις») και ότι την αποκλειστική διαχείριση και χρήση των χρημάτων την είχε η αδελφή της. Μάλιστα, προσκόμισε και υπεύθυνη δήλωση για να το αποδείξει.
Η ΔΕΔ, ωστόσο, απέρριψε τον ισχυρισμό. Το σκεπτικό της απόφασης είναι αυστηρό αλλά ξεκάθαρο: από τη στιγμή που κάποιος επιλέγει να είναι συνδικαιούχος σε έναν λογαριασμό, αναλαμβάνει και το βάρος της απόδειξης για τις κινήσεις που γίνονται σε αυτόν. Το γεγονός ότι η αδελφή της διέθετε και ατομικό λογαριασμό, ο οποίος θα μπορούσε να είχε χρησιμοποιηθεί για αυτές τις προσωπικές συναλλαγές, λειτούργησε επιβαρυντικά. Το μήνυμα είναι σαφές: ο κοινός λογαριασμός είναι εργαλείο διευκόλυνσης, αλλά συνεπάγεται κοινή φορολογική ευθύνη.
Γιατί η «Υπεύθυνη Δήλωση» δεν αρκεί
Ένα ακόμη σημείο που αξίζει την προσοχή κάθε επιχειρηματία και φορολογούμενου είναι η αποδεικτική ισχύς των εγγράφων. Πολλοί πιστεύουν ότι μια υπεύθυνη δήλωση του φίλου ή του συγγενή που έκανε την κατάθεση είναι αρκετή για να καλύψει το κενό. Η απόφαση αυτή έρχεται να μας θυμίσει ότι οι φορολογικές αρχές ζητούν «σκληρά» στοιχεία.
Η επίκληση μαρτυριών μέσω υπεύθυνων δηλώσεων, εκ των υστέρων, σπάνια γίνεται αποδεκτή αν δεν συνοδεύεται από άλλα στοιχεία (όπως συμβολαιογραφικές πράξεις, ιδιωτικά συμφωνητικά που έχουν κατατεθεί στην ώρα τους ή σαφή τραπεζικά ίχνη). Η «καλή εξήγηση» δεν αρκεί αν δεν έχει νομική υπόσταση τη στιγμή που πραγματοποιείται η συναλλαγή.
Πώς προστατευόμαστε στην πράξη;
Δεν χρειάζεται να φτάσουμε στο άκρο της γραφειοκρατίας για κάθε καφέ που κερνάμε, αλλά οφείλουμε να είμαστε προνοητικοί στις τραπεζικές μας συναλλαγές. Η λύση βρίσκεται στην πρόληψη και την ορθή τεκμηρίωση.
Πρώτον, είναι καιρός να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι στις αιτιολογίες των τραπεζικών μεταφορών. Λέξεις όπως «έξοδα» ή «βοήθεια» είναι υπερβολικά γενικές. Μια αιτιολογία που αναφέρει «Επιστροφή δανείου» ή «Κάλυψη συγκεκριμένης δαπάνης» είναι πολύ πιο ισχυρή, εφόσον βέβαια ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Δεύτερον, πρέπει να διαχωρίσουμε τα οικονομικά μας. Αν τα χρήματα αφορούν αποκλειστικά τον ένα δικαιούχο, είναι ασφαλέστερο να κατατίθενται σε ατομικό λογαριασμό και όχι σε κοινό.
Τέλος, ας κρατάμε ένα αρχείο. Ένα απλό ψηφιακό αρχείο όπου σημειώνουμε τι αφορά η κάθε κατάθεση που δεχόμαστε, ειδικά αν προέρχεται από τρίτους, μπορεί να αποδειχθεί σωτήριο σε έναν μελλοντικό έλεγχο. Η φορολογική αρχή δεν ζητά το αδύνατο, ζητά όμως η ροή του χρήματος να είναι διαφανής και αιτιολογημένη. Στην εποχή των ψηφιακών ελέγχων, η «ιστορία» των χρημάτων μας πρέπει να είναι γραμμένη με αποδείξεις και όχι μόνο με καλές προθέσεις.
Σχολιάστε