epixeiro
Οικονομία

Μισθοί: Οι αυξήσεις «φρενάρουν» – Πληθωρισμός και διεθνής αβεβαιότητα πιέζουν τα εισοδήματα

Στα 1.516 ευρώ ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης, αλλά ένας στους τρεις εργαζομένους αμείβεται με έως 1.000 ευρώ – Τι φέρνουν οι τριετίες και οι συλλογικές συμβάσεις

Κοινοποιήστε

Σχολιάστε

Διαβάζεται σε 2 λεπτά

Μισθοί: Οι αυξήσεις «φρενάρουν» – Πληθωρισμός και διεθνής αβεβαιότητα πιέζουν τα εισοδήματα
epixeiro

28/08/2026 | 18:24

Τα προηγούμενα χρόνια οι μισθοί στην Ελλάδα αυξάνονταν με μέσο ρυθμό περίπου 7%, ξεπερνώντας αισθητά την άνοδο του πληθωρισμού. Από πέρυσι, ωστόσο, η εικόνα έχει αλλάξει, καθώς οι μισθολογικές αυξήσεις έχουν περιοριστεί, σε μεγάλο βαθμό λόγω της αβεβαιότητας που προκαλούν στις επιχειρήσεις οι διεθνείς οικονομικές και γεωπολιτικές εξελίξεις.

Ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης έχει πλέον διαμορφωθεί στα 1.516 ευρώ, ξεπερνώντας τον κυβερνητικό στόχο των 1.500 ευρώ. Παρά τη βελτίωση αυτή, όμως, ένα σημαντικό τμήμα των εργαζομένων εξακολουθεί να βρίσκεται σε χαμηλότερα επίπεδα αμοιβών, καθώς περίπου ένας στους τρεις μισθωτούς λαμβάνει έως 1.000 ευρώ τον μήνα.

Τα στοιχεία της Εργάνη αποτυπώνουν χαρακτηριστικά την εικόνα. Μόλις 126.963 εργαζόμενοι, ποσοστό 5,16% του συνόλου, λαμβάνουν μηνιαίο μισθό μεταξύ 2.001 και 2.500 ευρώ. Ακόμη μικρότερος είναι ο αριθμός όσων αμείβονται με περισσότερα από 3.000 ευρώ: 112.075 εργαζόμενοι, δηλαδή μόλις το 4,55% των μισθωτών στον ιδιωτικό τομέα.

Με εξαίρεση, επομένως, το περίπου 10% των εργαζομένων που βρίσκεται στις υψηλότερες μισθολογικές κλίμακες, η εικόνα των μέσων αποδοχών παραμένει συγκρατημένη. Αυτό προκύπτει και από την πρόσφατη έκθεση του ΙΟΒΕ για την εξέλιξη των μισθών στην Ελλάδα.

Περιορισμένες οι αυξήσεις τα επόμενα χρόνια

Οι εκτιμήσεις των οικονομολόγων δείχνουν ότι η εικόνα δεν αναμένεται να αλλάξει σημαντικά άμεσα. Για το 2026 εκτιμάται ότι η μέση μισθολογική αύξηση δεν θα ξεπεράσει το 1,5%, καθώς οι επιχειρήσεις φαίνεται να επιλέγουν πιο συντηρητική πολιτική απέναντι στις αβεβαιότητες που δημιουργούν οι διεθνείς εξελίξεις.

Για το 2027, οι αυξήσεις των μισθών αναμένεται να κινηθούν περίπου στα επίπεδα της οικονομικής ανάπτυξης, δηλαδή γύρω στο 1,8%. Την ίδια στιγμή, η άνοδος του πληθωρισμού περιορίζει την πραγματική αξία των αυξήσεων, καθώς ο δείκτης αναμένεται να διαμορφωθεί στο 4% για το σύνολο της φετινής χρονιάς.

Έτσι, ένα μέρος των ονομαστικών αυξήσεων που λαμβάνουν οι εργαζόμενοι απορροφάται από την άνοδο του κόστους ζωής, με αποτέλεσμα η ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος να παραμένει περιορισμένη.

Στα 950 ευρώ ο στόχος για τον κατώτατο μισθό

Σε ό,τι αφορά τον κατώτατο μισθό, ο κυβερνητικός σχεδιασμός προβλέπει ότι θα ανέλθει στα 950 ευρώ από την 1η Απριλίου 2027, από τα 920 ευρώ που ισχύουν σήμερα. Πρόκειται για αύξηση περίπου 3,4%.

Παράλληλα, δεν αποκλείεται η εφαρμογή της αύξησης να επισπευσθεί, μεταξύ άλλων και λόγω των εκλογικών εξελίξεων, ενώ ανοιχτό παραμένει και το ενδεχόμενο η τελική αύξηση να είναι υψηλότερη, προκειμένου να αντισταθμιστεί μέρος των απωλειών που προκαλεί ο πληθωρισμός.

Ο γενικός γραμματέας Απασχόλησης Νίκος Μηλαπίδης εμφανίζεται αισιόδοξος για την πορεία των αποδοχών, εκτιμώντας ότι η υποχώρηση της αβεβαιότητας και η εξομάλυνση του διεθνούς περιβάλλοντος θα μπορούσαν να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για υψηλότερους μισθούς.

Όπως επισημαίνει, ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης έχει ήδη ξεπεράσει τα 1.500 ευρώ και αφορά το μεγαλύτερο μέρος της αγοράς εργασίας, δεδομένου ότι η πλήρης απασχόληση αντιστοιχεί σχεδόν στο 80%.

Παράλληλα, τονίζει ότι κατά τον σχεδιασμό κάθε μισθολογικής αύξησης, είτε πρόκειται για τον κατώτατο είτε για τον μέσο μισθό, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η δυνατότητα των επιχειρήσεων να ανταποκριθούν. Το ζήτημα είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τις μικρότερες επιχειρήσεις, οι οποίες έχουν σημαντικό βάρος στην ελληνική οικονομία και αντιμετωπίζουν αυξημένο κόστος πρώτων υλών και ενέργειας.

Από την πλευρά της, η κυβέρνηση προωθεί μέτρα που αποσκοπούν στη στήριξη της αγοράς εργασίας, όπως η διεύρυνση των συλλογικών συμβάσεων και η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά τουλάχιστον μισή ποσοστιαία μονάδα το 2027, με στόχο την ενίσχυση των προσλήψεων.

Το «ψαλίδι» του πληθωρισμού

Καθοριστική για την αύξηση του πραγματικού εισοδήματος των εργαζομένων θεωρείται και η φορολογική πολιτική. Μια μείωση των φορολογικών συντελεστών θα μπορούσε να ενισχύσει το καθαρό εισόδημα των μισθωτών, οι οποίοι βλέπουν σημαντικό μέρος των αυξήσεών τους να εξανεμίζεται από την άνοδο των τιμών.

Όπως υπογραμμίζει ο κ. Μηλαπίδης, η σταθεροποίηση του διεθνούς περιβάλλοντος αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη σταδιακή αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και, κατ’ επέκταση, για τη βελτίωση των μισθών σε πραγματικούς όρους.

Ο ίδιος εκφράζει την αισιοδοξία ότι η χρονιά θα ολοκληρωθεί με υψηλότερες αποδοχές για τους εργαζομένους και καλύτερες επιδόσεις στα βασικά μεγέθη της Οι τριετίες επιστρέφουν στην πράξη

Σημαντική αλλαγή για χιλιάδες εργαζομένους του ιδιωτικού τομέα που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό αποτελεί και η επαναφορά της προσαύξησης λόγω τριετιών, οι οποίες «ξεπάγωσαν» από την 1η Ιανουαρίου 2024.

Ειδικότερα, εργαζόμενοι που ξεκίνησαν την απασχόλησή τους τα τελευταία χρόνια, από το 2024 και μετά, θα συμπληρώσουν την πρώτη τους τριετία την 1η Ιανουαρίου 2027. Αυτό σημαίνει ότι θα αποκτήσουν δικαίωμα προσαύξησης 10% στις αποδοχές τους.

Για παράδειγμα, εργαζόμενος χωρίς προηγούμενη προϋπηρεσία, ο οποίος αμείβεται σήμερα με τον κατώτατο μισθό των 920 ευρώ, θα λάβει με την πρώτη τριετία προσαύξηση 10%. Ο μισθός του θα διαμορφωθεί έτσι στα 1.012 ευρώ και, μετά την ετήσια αύξηση του 2027, αναμένεται να ανέλθει τουλάχιστον στα 1.045 ευρώ.

Με βάση το ισχύον πλαίσιο, για τους εργαζομένους με σχέση εξαρτημένης εργασίας προβλέπεται προσαύξηση 10% για κάθε τριετία προϋπηρεσίας, μέχρι τη συμπλήρωση τριών τριετιών. Συνολικά, δηλαδή, η προσαύξηση μπορεί να φτάσει το 30% για εργαζομένους με προϋπηρεσία εννέα ετών και άνω.

Για τους παλαιότερους εργαζομένους, που είχαν προσληφθεί πριν από τις 14 Φεβρουαρίου 2012, όταν οι τριετίες «πάγωσαν» στο πλαίσιο του δεύτερου μνημονίου, η καταμέτρηση του χρόνου προϋπηρεσίας άρχισε εκ νέου από την 1η Ιανουαρίου 2024.

Το θεσμικό πλαίσιο προβλέπει, πάντως, ότι η επαναφορά των τριετιών μπορεί να ανασταλεί το 2027 εφόσον η ανεργία ανέλθει στο 10%. Το ενδεχόμενο αυτό θεωρείται πλέον λιγότερο πιθανό, καθώς το ποσοστό ανεργίας έχει υποχωρήσει κάτω από το 9%.

Στο επίκεντρο οι συλλογικές συμβάσεις

Ιδιαίτερη βαρύτητα για την εξέλιξη των μισθών έχουν και οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Η Εθνική Κοινωνική Συμφωνία για την Ενίσχυση των Συλλογικών Συμβάσεων αναμένεται να διευρύνει τον αριθμό των εργαζομένων που καλύπτονται από κλαδικές συμβάσεις και, κατ’ επέκταση, να συμβάλει στην αύξηση των αμοιβών.

Ο στόχος είναι το ποσοστό των εργαζομένων που καλύπτονται από συλλογικές συμβάσεις να προσεγγίσει το 80%, όπως προβλέπεται σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, από περίπου 30% που εκτιμάται ότι είναι σήμερα.

Τα μέχρι στιγμής δεδομένα δείχνουν πάντως μια πιο συγκρατημένη εικόνα. Κατά το πρώτο τετράμηνο του 2026, μόλις το 37,2% των κλαδικών συλλογικών συμβάσεων που υπογράφηκαν περιλάμβανε μισθολογικές αυξήσεις. Οι αυξήσεις αυτές ήταν, μάλιστα, πιο περιορισμένες σε σχέση με το 2025.

Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του ΚΕΠΕ, στο ίδιο διάστημα οι συλλογικές συμβάσεις ανήλθαν σε 86, αριθμός σημαντικά υψηλότερος από εκείνον του 2025. Η εξέλιξη αξιολογείται θετικά, καθώς οι αυξήσεις που προβλέφθηκαν ήταν ελαφρώς υψηλότερες σε σύγκριση με τα δύο προηγούμενα χρόνια, ενώ παράλληλα αυξήθηκε και ο αριθμός των εργαζομένων που καλύπτονται από συλλογικές συμβάσεις.

Πλέον, περισσότεροι από 600.000 εργαζόμενοι καλύπτονται από όρους συλλογικών συμβάσεων. Νέες συμβάσεις έχουν υπογραφεί σε σημαντικούς κλάδους της οικονομίας, μεταξύ άλλων στον τουρισμό και την εστίαση, στην παραγωγή ζαχαρωδών προϊόντων, στα πετρελαιοειδή, στην καπνοβιομηχανία, στην αρτοποιία, καθώς και στον κλάδο των τεχνολόγων και επιστημόνων τροφίμων.

Περιορισμένη η επίδραση των επιχειρησιακών συμβάσεων

Διαφορετική είναι η εικόνα στις επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις, οι οποίες εξακολουθούν να καλύπτουν σχετικά μικρό ποσοστό εργαζομένων.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Εργάνη, κατά το δεκάμηνο του 2025 υπογράφηκαν 170 επιχειρησιακές συμβάσεις, οι οποίες αφορούσαν συνολικά 88.208 εργαζομένους.

Από αυτές, οι 97 συμβάσεις, που κάλυπταν 51.944 εργαζομένους ή το 58,9% του συνόλου, δεν περιλάμβαναν καμία μισθολογική αύξηση.

Για τους υπόλοιπους 36.264 εργαζομένους, που αντιστοιχούν στο 41,1% του συνόλου, προβλέφθηκαν αυξήσεις στις αποδοχές, με τον μέσο όρο να διαμορφώνεται στο 6,8%.

Η συνολική εικόνα δείχνει ότι, παρά την αύξηση των συλλογικών συμβάσεων και την επαναφορά των τριετιών, η πορεία των μισθών εξακολουθεί να επηρεάζεται έντονα από το διεθνές οικονομικό περιβάλλον, το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων και την πορεία του πληθωρισμού.