DBRS: Διατήρησε σταθερή την αξιολόγηση στο ΒΒΒ αλλά βελτίωσε σε «θετικές» τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας
Παραμένουν οι προκλήσεις που συνδέονται με τις εξωτερικές ανισορροπίες και, κυρίως, με την ικανότητα της Ελλάδας να διατηρήσει τη σημερινή αναπτυξιακή δυναμική μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης
Η DBRS προχώρησε σε αναβάθμιση του outlook από «σταθερό» σε «θετικό», διατηρώντας την πιστοληπτική αξιολόγηση στο BBB. Με τον τρόπο αυτό, ο οίκος έστειλε σαφές μήνυμα ότι το επόμενο βήμα στην κλίμακα αξιολόγησης έχει έρθει πιο κοντά.
Η αλλαγή του outlook αποτελεί αναγνώριση της προόδου που έχει επιτευχθεί κυρίως στο δημοσιονομικό μέτωπο και στην ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, δύο παράγοντες που βρίσκονται σταθερά στο επίκεντρο των αξιολογήσεων των διεθνών οίκων. Η συνεχιζόμενη επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων και η πολιτική πρόωρων αποπληρωμών ενισχύουν το ελληνικό πιστωτικό προφίλ και περιορίζουν σταδιακά μία από τις σημαντικότερες διαχρονικές αδυναμίες της χώρας.
Η απόφαση αποκτά μεγαλύτερη σημασία καθώς έρχεται σε ένα σαφώς δυσκολότερο διεθνές περιβάλλον, με τις γεωπολιτικές εντάσεις, το αυξημένο ενεργειακό κόστος και τις πληθωριστικές πιέσεις να επιβαρύνουν τις προοπτικές της ευρωπαϊκής οικονομίας. Παράλληλα, παραμένουν οι προκλήσεις που συνδέονται με τις εξωτερικές ανισορροπίες και, κυρίως, με την ικανότητα της Ελλάδας να διατηρήσει τη σημερινή αναπτυξιακή δυναμική μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης.
Τι αναφέρει η έκθεση
Ο οίκος DBRS αναθεώρησε σε θετικό από σταθερό το outlook των μακροπρόθεσμων αξιολογήσεων της Ελληνικής Δημοκρατίας σε ξένο και εγχώριο νόμισμα και επιβεβαίωσε τις αξιολογήσεις στο επίπεδο BBB.
Παράλληλα, η Morningstar DBRS αναθεώρησε σε θετικό από σταθερό το outlook των βραχυπρόθεσμων αξιολογήσεων της Ελλάδας σε ξένο και εγχώριο νόμισμα, επιβεβαιώνοντας την αξιολόγηση στο επίπεδο R-2 (high).
Βασικοί παράγοντες της αξιολόγησης
Η αλλαγή των τάσεων αντανακλά την εκτίμηση της Morningstar DBRS ότι ο λόγος του δημόσιου χρέους της Ελλάδας προς το ΑΕΠ θα συνεχίσει να μειώνεται σημαντικά τα επόμενα χρόνια.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ότι το ακαθάριστο δημόσιο χρέος της γενικής κυβέρνησης θα υποχωρήσει από 143,5% του ΑΕΠ τον Μάρτιο του 2026 σε 134,4% στο τέλος του 2027, καθώς η δυναμική ανάπτυξης της οικονομίας αναμένεται να παραμείνει σχετικά ισχυρή και η κυβέρνηση προβλέπεται να συνεχίσει να καταγράφει σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα.
Η ελληνική οικονομία έχει μέχρι σήμερα αντέξει αποτελεσματικά το ενεργειακό σοκ των τιμών, ενώ οι τουριστικές αφίξεις συνέχισαν να αυξάνονται σημαντικά κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους.
Σε ετήσια βάση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ανάπτυξη του πραγματικού ΑΕΠ κατά 1,8% το 2026 και 1,6% το 2027.
Βελτίωση δημοσιονομικών επιδόσεων
Οι δημοσιονομικές επιδόσεις της Ελλάδας έχουν βελτιωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, καθώς οι κρατικοί προϋπολογισμοί επωφελήθηκαν όχι μόνο από την ισχυρή οικονομική ανάπτυξη, αλλά και από διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που ενίσχυσαν τη φορολογική συμμόρφωση και διεύρυναν τη φορολογική βάση της χώρας.
Παρότι η κυβέρνηση έχει υιοθετήσει φέτος ορισμένα επεκτατικά μέτρα, όπως οι μειώσεις φόρων εισοδήματος, η δημοσιονομική επίδοση αναμένεται να παραμείνει ισχυρή.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ότι το πρωτογενές πλεόνασμα της κυβέρνησης θα διαμορφωθεί στο 4% του ΑΕΠ το 2026 και στο 3,7% το 2027, έναντι 4,9% το 2025.
Περιορισμένος ο πολιτικός κίνδυνος
Παρότι οι τρέχουσες πολιτικές δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι μπορεί να υπάρξει δύσκολη περίοδος σχηματισμού κυβέρνησης μετά τις επόμενες βουλευτικές εκλογές, η Morningstar DBRS εκτιμά ότι ο πολιτικός κίνδυνος παραμένει περιορισμένος, καθώς υπάρχει ευρεία συναίνεση μεταξύ των βασικών πολιτικών κομμάτων σε σημαντικά ζητήματα πολιτικής.
Τι στηρίζει την αξιολόγηση BBB
Οι αξιολογήσεις BBB της Ελλάδας στηρίζονται στη βελτιωμένη χρηματοοικονομική κατάσταση του εγχώριου τραπεζικού τομέα, στο αξιόπιστο πλαίσιο άσκησης πολιτικής της χώρας, καθώς και στη συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη.
Οι διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις έχουν εφαρμόσει σημαντικές μεταρρυθμίσεις που ενίσχυσαν τη διακυβέρνηση, βελτίωσαν το επιχειρηματικό περιβάλλον και υποστήριξαν τη βιωσιμότητα του χρέους.
Ωστόσο, οι αξιολογήσεις της Ελλάδας εξακολουθούν να περιορίζονται από:
- το υψηλό επίπεδο του δημόσιου χρέους,
- το συγκριτικά χαμηλό επίπεδο παραγωγικότητας της εργασίας,
- το μικρό μέγεθος της οικονομίας, που την καθιστά πιο ευάλωτη σε εξωτερικές διαταραχές.
Επιπλέον, οι εξωτερικές ανισορροπίες, όπως το χρόνιο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, επιβαρύνουν το πιστωτικό προφίλ της χώρας.
Οι παράγοντες που μπορούν να οδηγήσουν σε αναβάθμιση
Η Morningstar DBRS θα μπορούσε να προχωρήσει σε αναβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της Ελλάδας εφόσον συμβεί ένας ή συνδυασμός των ακόλουθων:
Ο λόγος δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ μειωθεί σε γενικές γραμμές σύμφωνα με τις προσδοκίες βραχυπρόθεσμα και συνεχίσει να ακολουθεί σταθερή καθοδική πορεία μεσοπρόθεσμα, στηριζόμενος στα ισχυρά δημοσιονομικά αποτελέσματα.
Συνεχιστεί η εφαρμογή μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν τις επενδύσεις, βελτιώνοντας τις μακροπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.
Οι όροι για διατήρηση ή υποβάθμιση της Ελλάδας – Μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα και πτωτική πορεία χρέους
Η Morningstar DBRS θα μπορούσε να επαναφέρει σε σταθερό το outlook των πιστοληπτικών αξιολογήσεων της Ελλάδας, εφόσον η προβλεπόμενη μείωση του λόγου δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ αποδειχθεί σημαντικά χαμηλότερη από τις προσδοκίες του οίκου.
Παράλληλα, η Morningstar DBRS θα μπορούσε να προχωρήσει σε υποβάθμιση των αξιολογήσεων της χώρας εάν προκύψει ένας ή συνδυασμός των ακόλουθων παραγόντων:
- Παρατεταμένη αποδυνάμωση της δημοσιονομικής πειθαρχίας ή υλοποίηση ενδεχόμενων υποχρεώσεων που θα οδηγήσουν σε διατηρήσιμη ανοδική πορεία του δημόσιου χρέους.
- Αναστροφή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.
- Σημαντική επιδείνωση της εξωτερικής θέσης της Ελλάδας.
- Σκεπτικό αξιολόγησης: Τα πρωτογενή πλεονάσματα αναμένεται να παραμείνουν υψηλά
Η Ελλάδα κατέγραψε σημαντικά ισχυρότερες δημοσιονομικές επιδόσεις σε σχέση με τις περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα τελευταία χρόνια.
Το 2025, η χώρα εμφάνισε πρωτογενές πλεόνασμα 4,9% του ΑΕΠ στη γενική κυβέρνηση, έναντι μέσου πρωτογενούς ελλείμματος 1% του ΑΕΠ για τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ.
Σύμφωνα με τη Morningstar DBRS, αυτή η συγκριτικά ισχυρή δημοσιονομική επίδοση οφείλεται:
- στη συγκράτηση των δαπανών, ιδιαίτερα στο μισθολογικό κόστος του Δημοσίου και στις κοινωνικές παροχές,
- στην ισχυρή αύξηση των φορολογικών εσόδων.
Τα δημόσια φορολογικά έσοδα ενισχύθηκαν όχι μόνο από το ευνοϊκό περιβάλλον οικονομικής ανάπτυξης, αλλά και από διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, όπως η συνεχιζόμενη ψηφιακή μετάβαση της φορολογικής διοίκησης, η οποία έχει αυξήσει σημαντικά τη φορολογική συμμόρφωση.
Μεταξύ 2019 και 2025, το συνολικό μερίδιο των φόρων εισοδήματος και του ΦΠΑ ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 3,2 ποσοστιαίες μονάδες.
Για τα επόμενα χρόνια, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναμένει ότι η δημοσιονομική επίδοση της Ελλάδας θα παραμείνει ισχυρή, προβλέποντας πρωτογενές πλεόνασμα 4% του ΑΕΠ το 2026 και 3,7% το 2027.
Η προβλεπόμενη μικρή υποχώρηση των πλεονασμάτων αποδίδεται κυρίως στην εφαρμογή επεκτατικών μέτρων, όπως:
- μειώσεις φόρων εισοδήματος φυσικών προσώπων,
- αυξήσεις συντάξεων,
- προσωρινά μέτρα στήριξης για την ενέργεια.
Παράλληλα, τα δημόσια έσοδα αναμένεται να συνεχίσουν να επωφελούνται από τις διαρθρωτικές βελτιώσεις στη φορολογική συμμόρφωση.
Παρότι οι πιέσεις στις δημόσιες δαπάνες αναμένεται να αυξηθούν τα επόμενα χρόνια, κυρίως λόγω αμυντικών αναγκών, γήρανσης του πληθυσμού και πράσινης μετάβασης, η Morningstar DBRS εκτιμά ότι η δημοσιονομική πολιτική της κυβέρνησης θα παραμείνει συνετή.
Ο οίκος επισημαίνει ότι η σταθερή υπεραπόδοση έναντι των δημοσιονομικών στόχων τα τελευταία χρόνια, σε συνδυασμό με τη διαρθρωτική βελτίωση των φορολογικών εσόδων, δικαιολογεί θετική αναπροσαρμογή στην αξιολόγηση του τομέα Δημοσιονομική Διαχείριση και Πολιτική.
Το δημόσιο χρέος παραμένει πολύ υψηλό αλλά ακολουθεί καθοδική πορεία
Ο λόγος δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ της Ελλάδας έχει μειωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, ωστόσο εξακολουθεί να παραμένει ο υψηλότερος μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης.
Τον Μάρτιο του 2026, το ακαθάριστο δημόσιο χρέος της γενικής κυβέρνησης διαμορφώθηκε στο 143,5% του ΑΕΠ, από 152,9% έναν χρόνο νωρίτερα, ενώ ο μέσος όρος χρέους στην Ευρωζώνη ανήλθε στο 88,9% του ΑΕΠ.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει περαιτέρω αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ
- 140,7% το 2026
- 134,4% το 2027
Η μείωση αυτή βασίζεται:
- στην ισχυρή ονομαστική ανάπτυξη του ΑΕΠ,
- στα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα,
- στις νέες πρόωρες αποπληρωμές κρατικού χρέους, κυρίως των δανείων του Greek Loan Facility (GLF).
Παρότι το υψηλό επίπεδο χρέους εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική αδυναμία για την πιστοληπτική εικόνα της χώρας, οι κίνδυνοι αναχρηματοδότησης περιορίζονται σημαντικά λόγω της ευνοϊκής διάρθρωσης του χρέους και των μεγάλων ταμειακών διαθεσίμων του Δημοσίου.
Η μέση σταθμισμένη διάρκεια του δημόσιου χρέους διαμορφώθηκε στα 18,3 έτη τον Ιούνιο του 2026, καθώς μεγάλο μέρος του χρέους αποτελείται από δάνεια του επίσημου τομέα, όπως του ESM και του EFSF, με πολύ μεγάλες διάρκειες αποπληρωμής.
Τα ταμειακά διαθέσιμα της γενικής κυβέρνησης ανέρχονταν σε 31,1 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 12,4% του ΑΕΠ.
Επιπλέον, το 100% του ελληνικού χρέους βρίσκεται σε σταθερά επιτόκια (μετά την αντιστάθμιση κινδύνου).
Οι παράγοντες αυτοί στηρίζουν τη θετική ποιοτική αξιολόγηση της Morningstar DBRS στον τομέα Χρέος και Ρευστότητα.
Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, η διατήρηση της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους θα εξαρτηθεί κυρίως από την ικανότητα της χώρας να διατηρεί πρωτογενή πλεονάσματα και ισχυρούς ρυθμούς ονομαστικής ανάπτυξης, καθώς το χρέος προς τον επίσημο τομέα θα αντικαθίσταται σταδιακά από χρηματοδότηση μέσω των αγορών, αυξάνοντας την έκθεση της Ελλάδας στη μεταβλητότητα των αγορών.
Οι καθοδικοί κίνδυνοι για τα δημόσια οικονομικά προέρχονται κυρίως από τις κρατικές εγγυήσεις, οι οποίες ανέρχονταν σε 23,9 δισ. ευρώ ή 9,5% του ΑΕΠ, με περίπου 69% να συνδέεται με το πρόγραμμα προστασίας ενεργητικού «Ηρακλής» για τις τράπεζες.
Η ανάπτυξη παραμένει ισχυρή, αλλά οι διαρθρωτικές αδυναμίες επιμένουν
Η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε με ισχυρό ρυθμό τα τελευταία χρόνια, καθώς το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά μέσο ετήσιο ρυθμό 2,1% την περίοδο 2023-2025, με βασικούς μοχλούς:
- την αύξηση των τουριστικών αφίξεων,
- τη βελτίωση των συνθηκών στην αγορά εργασίας,
- τις εισροές άμεσων ξένων επενδύσεων (FDI),
- και την αξιοποίηση των ευρωπαϊκών κονδυλίων.
Για την επόμενη περίοδο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ότι η ανάπτυξη θα επιβραδυνθεί μετριοπαθώς, με το πραγματικό ΑΕΠ να αυξάνεται κατά 1,8% το 2026 και 1,6% το 2027.
Οι προβλέψεις αυτές παραμένουν υψηλότερες από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, όπου η ανάπτυξη εκτιμάται στο 0,9% το 2026 και στο 1,2% το 2027.
Η επιβράδυνση της οικονομικής δυναμικής το 2026 αποδίδεται κυρίως στη χαμηλότερη ιδιωτική κατανάλωση, καθώς η προσωρινή ενίσχυση των πληθωριστικών πιέσεων λόγω του ενεργειακού σοκ περιορίζει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, παρά τα μέτρα στήριξης της κυβέρνησης, όπως:
- οι μειώσεις φόρων εισοδήματος,
- τα προσωρινά μέτρα ενεργειακής στήριξης.
Αντίθετα, η αύξηση των διεθνών τιμών ενέργειας δεν έχει επηρεάσει τη δυναμική ανάπτυξης του ελληνικού τουρισμού, ο οποίος παραμένει ένας από τους ισχυρότερους κλάδους της οικονομίας.
Επενδύσεις, παραγωγικότητα και εξάρτηση από το εξωτερικό κεφάλαιο
Παρότι η ελληνική οικονομία επωφελείται από ισχυρή αναπτυξιακή δυναμική, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές διαρθρωτικές προκλήσεις.
Η διατήρηση της πρόσφατης αύξησης των επενδύσεων σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα πιθανότατα θα απαιτήσει συνεχιζόμενες μεγάλες εισροές ξένων κεφαλαίων, λόγω του χαμηλού ποσοστού εγχώριων αποταμιεύσεων.
Παράλληλα, το μικρό μέγεθος της ελληνικής οικονομίας την καθιστά πιο ευάλωτη σε εξωτερικά σοκ.
Η ευαισθησία αυτή είναι ιδιαίτερα έντονη στον τουρισμό, ο οποίος παραμένει κομβικός κλάδος σε μια οικονομία που στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στις υπηρεσίες.
Σύμφωνα με τη Morningstar DBRS, οι ταξιδιωτικές υπηρεσίες αντιστοιχούσαν στο 89% των συνολικών καθαρών εξαγωγών υπηρεσιών το 2025, έναντι 73% το 2019.
Παρότι η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα έχει βελτιωθεί τα τελευταία χρόνια, εξακολουθεί να βρίσκεται σημαντικά χαμηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Με βάση τα στοιχεία της Eurostat, η ονομαστική παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα διαμορφώθηκε το 2025 μόλις στο 67% του μέσου όρου της ΕΕ-27, με βάση τα πρότυπα αγοραστικής δύναμης.
Ωστόσο, η Morningstar DBRS εκτιμά ότι η εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων τα τελευταία χρόνια έχει ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας και αναμένεται να στηρίξει την αύξηση της παραγωγικότητας μεσοπρόθεσμα.
Οι παράγοντες αυτοί εξηγούν τη θετική ποιοτική προσαρμογή στην αξιολόγηση του τομέα «Οικονομική Δομή και Επίδοση».
Τα εξωτερικά ελλείμματα παραμένουν σημαντική πρόκληση
Το μεγάλο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών και η υψηλή αρνητική καθαρή διεθνής επενδυτική θέση (NIIP) εξακολουθούν να επιβαρύνουν το πιστωτικό προφίλ της Ελλάδας.
Σχολιάστε