Eurobank: Ανθεκτική η ελληνική οικονομία το β’ τρίμηνο εν μέσω διεθνών αναταράξεων
«Aν συνεχίσουμε με τον τρέχοντα ρυθμό ανάπτυξης (1,9%) θα φτάσουμε στα προ κρίσης επίπεδα το 2034»
Η ελληνική οικονομία απέδειξε για ακόμη ένα τρίμηνο την ανθεκτικότητά της απέναντι στις γεωπολιτικές αναταράξεις, σύμφωνα με την τελευταία έκδοση του δελτίου «7 Ημέρες Οικονομία» της Eurobank Research, που δημοσιεύθηκε σήμερα, Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου.
Το ΑΕΠ της Ελλάδας κατά το β’ τρίμηνο 2026 κατέγραψε ρυθμό αύξησης 1,9% σε ετήσια βάση και 0,3% σε τριμηνιαία βάση, παραμένοντας σχεδόν αμετάβλητος σε σχέση με το 2,0% και 0,2% αντίστοιχα το προηγούμενο τρίμηνο. Η επίδοση αυτή αποτυπώνει την ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας, η οποία εν μέσω διεθνών αναταραχών και αβεβαιότητας συνέχισε να μεγεθύνεται με ρυθμό σημαντικά υψηλότερο της Ευρωζώνης (+1,2%) για 20ο συναπτό τρίμηνο, αν και με μικρότερη διαφορά σε σχέση τα προηγούμενα έτη και το α’ τρίμηνο 2026. Η επίδοση αυτή αποτελεί την 9η υψηλότερη στην Ευρωζώνη.
Εντούτοις, παρά την ισχυρή μεταπανδημική μεγέθυνση της οικονομίας, το πραγματικό ΑΕΠ παραμένει χαμηλότερο κατά 13,6% συγκριτικά με το προ κρίσης χρέους ιστορικό υψηλό του β’ τριμήνου 2007. Υποθέτοντας διατήρηση του ετήσιου ρυθμού αύξησης του τριμηνιαίου ΑΕΠ στο παρόν επίπεδο (+1,9%), η ελληνική οικονομία θα επανέλθει στο επίπεδο αυτό το α’ τρίμηνο του 2034. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ετήσιο ρυθμό μεγέθυνσης 1,8% φέτος και 1,6% το 2027, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) 1,9% και 1,4% και ο Οργανισμός για την Οικονομική Συνεργασία και Ανάπτυξη (ΟΟΣΑ) 1,9% και 2,0% αντίστοιχα.
Βασικός μοχλός της οικονομικής μεγέθυνσης οι επενδύσεις παγίων
Οι επενδύσεις παγίων αποτέλεσαν βασικό μοχλό της οικονομικής μεγέθυνσης και το β’ τρίμηνο 2026, καταγράφοντας ισχυρή ετήσια αύξηση 6,1%, αν και επιβραδυμένες σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο (+12,1%), πιθανώς επηρεασμένες και από την αβεβαιότητα λόγω του πολέμου. Η αύξηση αυτή αποδίδεται σχεδόν εξολοκλήρου (82%) στην οικοδομική δραστηριότητα: η κατασκευή κατοικιών αυξήθηκε κατά €117 εκ., συνεισφέροντας το 21% της ετήσιας αύξησης των πάγιων επενδύσεων, ενώ οι άλλες κατασκευές, κυρίως μεγάλα έργα υποδομής (σιδηρόδρομος, αυτοκινητόδρομοι, γραμμές μέτρο σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, Ελληνικό, κ.ά) ενισχυθήκαν κατά €338 εκ., το 61% της αύξησης. Το υπόλοιπο προήλθε κυρίως από την αύξηση των επενδύσεων σε εξοπλισμό: μηχανολογικό και οπλικά συστήματα (+€51 εκ., το 9%) και τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνίας (+€51 εκ., 9%), παρά την υποχώρηση του μεταφορικού εξοπλισμού (-€45 εκ., -8%).
Η ιδιωτική κατανάλωση είχε τη μεγαλύτερη συνεισφορά στην ετήσια αύξηση του ΑΕΠ
Τη μεγαλύτερη όμως συνεισφορά στην ετήσια αύξηση του ΑΕΠ (+1,2 ποσοστιαίες μονάδες [π.μ.]) είχε η ιδιωτική κατανάλωση, η οποία αποτελεί παραδοσιακά την κινητήρια δύναμη που οδηγεί αλλά και ενισχύεται από την οικονομική μεγέθυνση στην Ελλάδα.
Αντιθέτως, ενθαρρυντική είναι η συνέχιση της μείωσης του ελλείμματος στο εξωτερικό ισοζύγιο αγαθών (-4,7%) η οποία συνεισέφερε 0,5 π.μ. στη μεγέθυνση του β’ τριμήνου. Οι καθαρές εισαγωγές υπηρεσιών από την άλλη υποχώρησαν σημαντικά σε σχέση με το β’ τρίμηνο 2025 σε πραγματικούς όρους (-3,6%), αφαιρώντας 1,2 π.μ. από το ρυθμό μεγέθυνσης. Παρά την ανθεκτικότητα του τουρισμού και την αύξηση του κύκλου εργασιών στη ναυτιλία, η σημαντική αύξηση των ναύλων λόγω του πολέμου περιόρισε την πραγματική αξία των εισπράξεων, με αποτέλεσμα η καθαρή συνεισφορά του εξωτερικού τομέα να παραμείνει σε αρνητικό έδαφος (- 0.8 π.μ.).
Σχεδόν αμετάβλητη η σύνθεση του ΑΕΠ
Η σύνθεση του ΑΕΠ το β’ τρίμηνο 2026 διατηρήθηκε σχεδόν αμετάβλητη: Η κατανάλωση συνέχισε να αποτελεί μακράν τη μεγαλύτερη συνιστώσα, με το μερίδιό της να παραμένει σταθερά στη ζώνη του 68–70% καθ’ όλη τη μεταπανδημική περίοδο, σημαντικά υψηλότερα από το αντίστοιχο της ευρωζώνης (53,2%). Παράλληλα, το έλλειμμα στο ισοζύγιο αγαθών συνέχισε να αφαιρεί περίπου το 1/8 του ΑΕΠ, απώλεια που εν μέρει αντισταθμίστηκε από το πλεόνασμα του ισοζυγίου υπηρεσιών.
Στα θετικά, το μερίδιο των επενδύσεων παγίων παρέμεινε κοντά στα υψηλότερα επίπεδά του από το ξέσπασμα της κρίσης χρέους, συμβάλλοντας στην αναπλήρωση του κεφαλαιακού αποθέματος της χώρας. Εντούτοις, παραμένει από τα χαμηλότερα στην ευρωζώνη (21,3% του ΑΕΠ) και στην ΕΕ27 2 (21,5%)· προϋπόθεση όμως για τη σύγκλιση είναι η ταχύτερη αύξηση του κεφαλαίου ανά εργαζόμενο και άρα οι υψηλότερες συγκριτικά με την ΕΕ27 επενδύσεις ως μερίδιο του ΑΕΠ.
Σχολιάστε