epixeiro
Οικονομία

Πετρέλαιο θέρμανσης: Επιβάρυνση έως 470 ευρώ για 1.000 λίτρα παρά τις κρατικές ενισχύσεις

Στα 1,60 ευρώ το λίτρο εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί η τιμή εκκίνησης, έναντι 1,13 ευρώ πέρυσι. Η αύξηση του επιδόματος θέρμανσης κατά 30% περιορίζει μέρος της επιβάρυνσης, χωρίς να καλύπτει το σύνολο της ανατίμησης

Κοινοποιήστε

Σχολιάστε

Διαβάζεται σε 2 λεπτά

Πετρέλαιο θέρμανσης: Επιβάρυνση έως 470 ευρώ για 1.000 λίτρα παρά τις κρατικές ενισχύσεις
epixeiro

14/10/2026 | 11:38

Η σημαντική άνοδος της τιμής του πετρελαίου θέρμανσης αναμένεται να επιβαρύνει φέτος τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, καθώς η αγορά 1.000 λίτρων εκτιμάται ότι θα κοστίζει έως και 380 ευρώ περισσότερο σε σχέση με πέρυσι, ακόμη και μετά τον συνυπολογισμό των κρατικών παρεμβάσεων και του αυξημένου επιδόματος θέρμανσης.

Η διάθεση του πετρελαίου θέρμανσης αρχίζει την Πέμπτη 15 Οκτωβρίου, με την τιμή για τους καταναλωτές να υπολογίζεται κοντά στα 1,60 ευρώ ανά λίτρο. Κατά την αντίστοιχη περσινή περίοδο, η τιμή εκκίνησης βρισκόταν περίπου στα 1,13 ευρώ το λίτρο.

Η φετινή εκτίμηση βασίζεται σε μια υποθετική τιμή της τάξης των 1,95 ευρώ ανά λίτρο πριν από την εφαρμογή των μέτρων ελάφρυνσης. Με την αφαίρεση της προβλεπόμενης ενίσχυσης των 35 λεπτών ανά λίτρο, η τελική τιμή εκτιμάται ότι θα περιοριστεί στα 1,60 ευρώ. Παράλληλα, ο υπουργός Κυριάκος Πιερρακάκης ανακοίνωσε στις 13 Οκτωβρίου αύξηση κατά 30% του επιδόματος θέρμανσης, προσθέτοντας ένα ακόμη μέτρο στήριξης για τα νοικοκυριά που πληρούν τα κριτήρια επιλεξιμότητας.

Πόσο θα πληρώσουν τα νοικοκυριά για 1.000 λίτρα

Η επίδραση των μέτρων γίνεται πιο σαφής μέσα από συγκεκριμένα παραδείγματα. Για ένα νοικοκυριό που έλαβε πέρυσι επίδομα 300 ευρώ και φέτος δικαιούται 390 ευρώ, το συνολικό κόστος διαμορφώνεται ως εξής:

  • Φέτος: Η αγορά 1.000 λίτρων με τιμή 1,60 ευρώ ανά λίτρο αντιστοιχεί σε 1.600 ευρώ. Μετά την αφαίρεση του επιδόματος των 390 ευρώ, το καθαρό κόστος περιορίζεται στα 1.210 ευρώ.
  • Πέρυσι: Με τιμή 1,13 ευρώ ανά λίτρο, η αγορά των ίδιων ποσοτήτων κόστιζε 1.130 ευρώ. Με επίδομα 300 ευρώ, η τελική επιβάρυνση ανερχόταν στα 830 ευρώ.

Η διαφορά φτάνει, επομένως, τα 380 ευρώ, που αντιστοιχούν σε αύξηση περίπου 45,8% του καθαρού κόστους για το συγκεκριμένο νοικοκυριό.

Η εικόνα διαφοροποιείται ανάλογα με το ύψος της ενίσχυσης. Για δικαιούχο που έλαβε πέρυσι 200 ευρώ και φέτος θα λάβει 260 ευρώ, το καθαρό κόστος αυξάνεται από 930 σε 1.340 ευρώ, δηλαδή κατά 410 ευρώ ή 44,1%. Για τα νοικοκυριά που δεν δικαιούνται επίδομα, η επιβάρυνση ανέρχεται σε 470 ευρώ, καθώς το κόστος αγοράς αυξάνεται από 1.130 σε 1.600 ευρώ.

Το πραγματικό ποσό του επιδόματος εξαρτάται από παράγοντες όπως η γεωγραφική περιοχή, οι καιρικές συνθήκες, ο αριθμός των εξαρτώμενων τέκνων και οι επιλέξιμες αγορές καυσίμων.

Το όφελος από τις κρατικές παρεμβάσεις

Εφόσον εφαρμοστεί η προβλεπόμενη ελάφρυνση των 35 λεπτών ανά λίτρο, ένα νοικοκυριό που προμηθεύεται 1.000 λίτρα θα έχει άμεσο όφελος 350 ευρώ από τη μείωση της τιμής. Αν σε αυτό προστεθεί η αύξηση του επιδόματος από τα 300 στα 390 ευρώ, προκύπτει επιπλέον ενίσχυση 90 ευρώ.

Συνολικά, το πρόσθετο όφελος από τις δύο παρεμβάσεις ανέρχεται σε 440 ευρώ σε σύγκριση με το σενάριο χωρίς τη συγκεκριμένη μείωση τιμής και χωρίς την αύξηση του επιδόματος. Ωστόσο, η στήριξη αυτή δεν αρκεί για να εξουδετερώσει πλήρως την ανατίμηση.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι το νοικοκυριό πρέπει αρχικά να καταβάλει το συνολικό ποσό της αγοράς, δηλαδή 1.600 ευρώ για 1.000 λίτρα, ενώ το καθαρό κόστος των 1.210 ευρώ προκύπτει μετά τον συνυπολογισμό του επιδόματος.

Η σχετική πρόβλεψη για την επιδότηση της τιμής αφορά αρχικά τις ποσότητες που θα διατεθούν από τις 15 έως τις 31 Οκτωβρίου. Οι τελικοί όροι και το ύψος της ενίσχυσης αναμένεται να καθοριστούν με υπουργική απόφαση, ενώ η περαιτέρω πορεία του μέτρου θα εξαρτηθεί από τις εξελίξεις στην αγορά ενέργειας και τα διαθέσιμα δημοσιονομικά περιθώρια.

Πρόσθετη επιβάρυνση αντιμετωπίζουν οι κάτοικοι νησιωτικών και απομακρυσμένων περιοχών, όπου τα μεταφορικά κόστη μπορούν να ανεβάσουν περαιτέρω την τελική τιμή. Παράλληλα, το συνολικό κόστος θέρμανσης για τον χειμώνα θα εξαρτηθεί και από τις τιμές στις επόμενες παραγγελίες.

Οι διεθνείς εξελίξεις διατηρούν τις πιέσεις στα καύσιμα

Η διεθνής αγορά ενέργειας εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα, καθώς οι γεωπολιτικές εντάσεις και οι πιθανοί περιορισμοί στην τροφοδοσία επηρεάζουν τις τιμές των καυσίμων. Παρά την υποχώρηση του Brent προς τα 105 δολάρια ανά βαρέλι, οι κίνδυνοι για τις ενεργειακές ροές και τις θαλάσσιες μεταφορές εξακολουθούν να προκαλούν ανησυχία.

Ιδιαίτερα ευαίσθητη παραμένει η αγορά των διυλισμένων προϊόντων, μεταξύ των οποίων το ντίζελ και το πετρέλαιο θέρμανσης. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, οι καθαρές εξαγωγές ντίζελ και gasoil από τις χώρες του Κόλπου και τη Ρωσία τον Αύγουστο ήταν μειωμένες κατά 1,6 εκατ. βαρέλια ημερησίως σε σύγκριση με τον Φεβρουάριο.

Η υποχώρηση της προσφοράς και οι περιορισμένες διαθέσιμες ποσότητες ενισχύουν τις πιέσεις στις τιμές των τελικών προϊόντων, με αποτέλεσμα οι ανατιμήσεις να μην ακολουθούν απαραίτητα την ίδια πορεία με το αργό πετρέλαιο.

Τα δημοσιονομικά περιθώρια για πρόσθετη στήριξη

Στο οικονομικό επιτελείο εξετάζονται παράλληλα οι δυνατότητες αντιμετώπισης των επιπτώσεων της ενεργειακής κρίσης. Το προσχέδιο του προϋπολογισμού για το 2027 προβλέπει επιπλέον 200 εκατ. ευρώ για ενδεχόμενες ανάγκες που μπορεί να προκύψουν από την κρίση.

Ωστόσο, η δυνατότητα επέκτασης των ενισχύσεων στο πετρέλαιο θέρμανσης εξαρτάται από τη διαθεσιμότητα πόρων και τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες. Η πρόβλεψη για ευελιξία στις καθαρές δαπάνες αφορά συγκεκριμένες επιλέξιμες επενδύσεις, όπως έργα αποθήκευσης ενέργειας, εγκατάσταση αντλιών θερμότητας και ενεργειακή αναβάθμιση υποδομών.

Κατά συνέπεια, τυχόν πρόσθετη επιδότηση στην τιμή του πετρελαίου ή νέα αύξηση του επιδόματος θέρμανσης θα απαιτούσε ξεχωριστή δημοσιονομική κάλυψη. Αν οι υψηλές τιμές ενέργειας διατηρηθούν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, το κόστος των παρεμβάσεων θα αυξηθεί, καθιστώντας αναγκαία την εξεύρεση πρόσθετων πόρων ή την ανακατανομή κονδυλίων.

Ενδεικτικά, μια επιπλέον έκπτωση 10 λεπτών ανά λίτρο θα μείωνε κατά 100 ευρώ το κόστος αγοράς για ένα νοικοκυριό που προμηθεύεται 1.000 λίτρα. Σε ένα υποθετικό σενάριο όπου το κράτος θα κάλυπτε την ίδια έκπτωση για συνολική ποσότητα ενός δισ. λίτρων, η σχετική δαπάνη θα έφτανε τα 100 εκατ. ευρώ, επιπλέον των ενισχύσεων που έχουν ήδη προβλεφθεί.