epixeiro
Οικονομία

Ρεύμα: Άνοδος 21% στη χονδρική τιμή – Στροφή των καταναλωτών στα μπλε τιμολόγια

Η μέση τιμή της μεγαβατώρας αγγίζει τα 190 ευρώ τον Οκτώβριο, ενώ οι αυξήσεις σε φυσικό αέριο και πετρέλαιο επιβαρύνουν το ενεργειακό κόστος. Πότε συμφέρουν τα σταθερά και πότε τα κυμαινόμενα τιμολόγια

Κοινοποιήστε

Σχολιάστε

Διαβάζεται σε 2 λεπτά

Ρεύμα: Άνοδος 21% στη χονδρική τιμή – Στροφή των καταναλωτών στα μπλε τιμολόγια
epixeiro

29/10/2026 | 14:14

Η μέση χονδρική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας διαμορφώνεται στα 190 ευρώ ανά μεγαβατώρα τον Οκτώβριο, έως σήμερα, από 156 ευρώ τον Σεπτέμβριο, καταγράφοντας αύξηση περίπου 21%.

 Η ανοδική πορεία της αγοράς ενέργειας επηρεάζει ήδη τις χρεώσεις των παρόχων, ενισχύοντας το ενδιαφέρον των καταναλωτών για τα σταθερά, «μπλε» τιμολόγια, τα οποία εμφανίζονται οικονομικότερα σε περιπτώσεις μεσαίας και υψηλής κατανάλωσης.

Η άνοδος των τιμών στο Χρηματιστήριο Ενέργειας εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση που διατηρείται τους τελευταίους μήνες. Κάθε μήνας αποδεικνύεται ακριβότερος από τον προηγούμενο, με τον Σεπτέμβριο να καταγράφει υψηλότερες τιμές από τον Αύγουστο, τον Αύγουστο από τον Ιούλιο και τον Ιούλιο από τον Ιούνιο.

Η εξέλιξη αυτή μεταφέρεται σταδιακά στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος, αυξάνοντας την επιβάρυνση των νοικοκυριών.

Ακριβότερα πετρέλαιο και φυσικό αέριο

Καθοριστικό ρόλο στην ανατίμηση της ηλεκτρικής ενέργειας διαδραματίζει η άνοδος των τιμών στα ενεργειακά εμπορεύματα. Το πετρέλαιο τύπου Brent κινείται στα 111 δολάρια το βαρέλι, επίπεδο αυξημένο κατά περίπου 75% σε σύγκριση με έναν χρόνο νωρίτερα.

Ακόμη εντονότερη είναι η άνοδος στην αγορά φυσικού αερίου. Η τιμή του έχει αυξηθεί κατά 222% σε ετήσια βάση, φτάνοντας τα 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Οι εξελίξεις αυτές επηρεάζουν τόσο το κόστος θέρμανσης όσο και την ηλεκτροπαραγωγή, καθώς το φυσικό αέριο αποτελεί σημαντικό παράγοντα διαμόρφωσης των τιμών του ηλεκτρικού ρεύματος.

Πού κυμαίνονται οι τιμές στα μπλε και τα πράσινα τιμολόγια

Οι αυξήσεις στη χονδρική αγορά αποτυπώνονται και στα τιμολόγια που προσφέρουν οι προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας. Στα μπλε τιμολόγια, τα οποία διατηρούν σταθερή τιμή για τη συμφωνημένη διάρκεια του συμβολαίου, οι χρεώσεις κυμαίνονται από 11,5 έως 16 λεπτά ανά κιλοβατώρα.

Αντίθετα, στα πράσινα τιμολόγια, των οποίων οι χρεώσεις μεταβάλλονται ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς, οι τιμές βρίσκονται σε υψηλότερο και ευρύτερο εύρος, από 14,7 έως 27,3 λεπτά ανά κιλοβατώρα.

Η επιλογή μεταξύ σταθερού και κυμαινόμενου τιμολογίου εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από το ύψος της κατανάλωσης, τη χρέωση του κάθε προγράμματος και τους όρους της σύμβασης.

Πότε συμφέρει το κάθε τιμολόγιο

Η σύγκριση του μηνιαίου κόστους για διαφορετικά επίπεδα κατανάλωσης αναδεικνύει τις διαφορές μεταξύ των δύο κατηγοριών τιμολογίων.

Για ένα νοικοκυριό με κατανάλωση 200 κιλοβατωρών τον μήνα, το κόστος με μπλε τιμολόγιο υπολογίζεται στα 55 ευρώ, ενώ με πράσινο διαμορφώνεται στα 51 ευρώ. Σε αυτό το επίπεδο κατανάλωσης, το κυμαινόμενο πρόγραμμα εμφανίζεται οικονομικότερο κατά 4 ευρώ.

Η εικόνα αλλάζει όταν η μηνιαία κατανάλωση φτάνει τις 300 κιλοβατώρες. Σε αυτή την περίπτωση, το κόστος με σταθερό τιμολόγιο υπολογίζεται στα 67 ευρώ, έναντι 77 ευρώ με πράσινο, με τη διαφορά να ανέρχεται στα 10 ευρώ υπέρ του μπλε τιμολογίου.

Το όφελος αυξάνεται ακόμη περισσότερο για κατανάλωση 400 κιλοβατωρών τον μήνα. Ο λογαριασμός με μπλε τιμολόγιο διαμορφώνεται στα 82 ευρώ, ενώ με πράσινο ξεπερνά τα 100 ευρώ.

Γιατί κερδίζουν έδαφος τα σταθερά τιμολόγια

Η αυξανόμενη αβεβαιότητα στην αγορά ενέργειας ωθεί ολοένα περισσότερους καταναλωτές προς τα μπλε τιμολόγια. Σύμφωνα με εκτιμήσεις ειδικών του κλάδου, τα σταθερά προγράμματα προσφέρουν μεγαλύτερη ασφάλεια σε περιόδους έντονων διακυμάνσεων, καθώς προστατεύουν τον καταναλωτή από τις μεταβολές της χονδρεμπορικής αγοράς για όσο διάστημα ισχύει η συμφωνημένη τιμή.

Ωστόσο, η οικονομικότερη επιλογή δεν είναι ίδια για όλους. Οι καταναλωτές χρειάζεται να συγκρίνουν τις χρεώσεις ανά κιλοβατώρα, τα πάγια, τη διάρκεια της σύμβασης και τυχόν όρους πρόωρης αποχώρησης, λαμβάνοντας υπόψη τις δικές τους ανάγκες και το επίπεδο κατανάλωσης.

Σε ένα περιβάλλον αυξημένων ενεργειακών τιμών, η προσεκτική αξιολόγηση των διαθέσιμων προγραμμάτων μπορεί να συμβάλει στον περιορισμό του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας και στην καλύτερη διαχείριση των μηνιαίων δαπανών των νοικοκυριών.