Hotel Experience 2026 μετά το check-out: Ιδέες και συμπεράσματα από το κορυφαίο event του τουρισμού και της αρχιτεκτονικής
Πάνω από 10.000 επισκέπτες, 75 συμμετέχοντες στο εκθεσιακό σκέλος και 120 Έλληνες και διεθνείς ομιλητές συγκέντρωσε το Hotel Experience 2026. Αρχιτέκτονες, ξενοδόχοι, επενδυτές και δημιουργοί αναζήτησαν όσα δίνουν διάρκεια στη φιλοξενία: τη σχέση με τον τόπο, τη συνέπεια της λειτουργίας και τη φροντίδα που θυμάται ο επισκέπτης όταν επιστρέφει σπίτι
Πάνω από 10.000 επισκέπτες, 75 συμμετέχοντες στο εκθεσιακό σκέλος, μεταξύ άλλων κορυφαίες εταιρείες υλικων αρχιτεκτονικών εφαρμογών, διακόσμησης και ξενοδοχειακού εξοπλισμού και 120 Έλληνες και διεθνείς ομιλητές συγκέντρωσε φέτος το Hotel Experience, ανοίγοντας μια συζήτηση για όσα αλλάζουν στη φιλοξενία και για όσα αξίζει να διατηρηθούν.
Αρχιτέκτονες, ξενοδόχοι, επενδυτές, δημιουργοί και άνθρωποι της γαστρονομίας μίλησαν για αποφάσεις που δοκιμάζονται καθημερινά, όπως στην επιλογή ενός ακινήτου, στη συνεργασία με έναν παραγωγό, στη σχέση με τη γειτονιά, στην υποδοχή του επισκέπτη.
Ακούστηκαν και συγκεκριμένα καλέσματα: προς τον ιδιωτικό τομέα, να αναζητήσει επενδυτικές ευκαιρίες στα ορεινά μέσα από συμμαχίες με τις τοπικές κοινωνίες· προς τα ξενοδοχεία, να προσφέρουν σταθερή αγορά στους παραγωγούς και δίκαιους όρους στους τεχνίτες· προς αρχιτέκτονες, developers και operators, να συμφωνούν από νωρίς τι εμπειρία θέλουν να δημιουργήσουν και πώς θα τη στηρίξουν στην πράξη. Η αξιοποίηση ενός παλιού κτιρίου, η πολιτιστική παραγωγή και το κοινό τραπέζι παρουσιάστηκαν ως αφορμές για συνεργασίες με διάρκεια.
Μερικές από τις πιο εύστοχες παρατηρήσεις αμφισβήτησαν γνώριμες βεβαιότητες. Η γρήγορη πώληση ενός ακινήτου δεν εξαντλεί την επιτυχία του έργου. Η ευεξία μπορεί να απαιτεί λιγότερες παροχές και περισσότερο ελεύθερο χρόνο. Ένας προορισμός χρειάζεται να εξετάζει ποιοι ωφελούνται από την ανάπτυξή του, ενώ ένα ξενοδοχείο έχει λόγους να αφήνει τον επισκέπτη να συμμετέχει και να ανακαλύπτει, χωρίς να έχει προσχεδιάσει κάθε στιγμή του.
Στις συζητήσεις των δύο ημερών ακούστηκαν διαφορετικές απαντήσεις, συχνά με ενδιαφέρουσες αποκλίσεις. Στο άρθρο συγκεντρώνονται τα βασικά συμπεράσματά τους, δίνοντας χώρο στα συγκεκριμένα περιστατικά και στις ιδέες που μπορούν να επηρεάσουν την επόμενη μελέτη, επένδυση ή συνεργασία.
Σάββατο 17 Οκτωβρίου
«Για του χρόνου, πάλι εδώ»
Μια απροσδόκητη εξήγηση για την αξία της φιλοξενίας έδωσε ένας δυσαρεστημένος επισκέπτης ξενοδοχείου που είχε ήδη κλείσει για την επόμενη χρονιά έδωσε. Στην πρώτη ημέρα του Hotel Experience, το ερώτημα της επιστροφής πέρασε από τους ανθρώπους στους τόπους, στα παλιά κτίρια, στο φαγητό και στις συμφωνίες που γίνονται πριν ανοίξει ένα ξενοδοχείο.
Την ώρα του check-out, μέσα σε κόσμο, παιδιά και αυτοκίνητα που έφταναν, ένας επισκέπτης εξηγούσε στον γενικό διευθυντή πόσο λίγο του είχε αρέσει το ξενοδοχείο. Κι ύστερα πρόσθεσε: «Έχω όμως κάνει κράτηση για του χρόνου». Τα παιδιά του είχαν περάσει καταπληκτικά. Οι εργαζόμενοι θυμούνταν τα ονόματά τους και φρόντιζαν καθημερινά το παγωτό τους.
Ο Ανέστης Μιχαλούδης αφηγήθηκε αυτό το περιστατικό στο «The Invisible Difference», μιλώντας για τη μνήμη που αφήνει μια διαμονή. Η παρατήρηση του επισκέπτη περιείχε κάτι που δύσκολα χωρά σε προδιαγραφές: είχε διακρίνει όσα δεν του ταίριαζαν και είχε βρει έναν προσωπικό λόγο να επιστρέψει. Για τη διοίκηση, μια τέτοια σχέση προϋποθέτει εργαζομένους που παρατηρούν, αναλαμβάνουν πρωτοβουλία και υποστηρίζονται όταν το κάνουν. Καθώς ένα χαρτοφυλάκιο μεγαλώνει, αυτή η κουλτούρα πρέπει να μεταδίδεται χωρίς να ισοπεδώνει τον χαρακτήρα κάθε μονάδας.
Η ιστορία ακούστηκε προς το τέλος μιας ημέρας γεμάτης σχέδια ανάπτυξης, αρχιτεκτονικές προτάσεις και διαφορετικές εκδοχές του ταξιδιού. Φώτιζε, ωστόσο, ένα ερώτημα που είχε τεθεί από την αρχή: τι ακριβώς υποσχόμαστε και τι από αυτό συναντά τελικά ο άνθρωπος που φτάνει;

Πριν αρχίσει η καμπάνια
Στο «Destination, Experience, Expansion», η Βασιλική Κουτσούκου, ο Νίκος Διαμαντόπουλος και ο Σωτήρης Βαρελάς, με συντονίστρια τη Μαρία Θεοφανοπούλου, συζήτησαν για τη δουλειά που προηγείται της προβολής ενός προορισμού. Η Κουτσούκου παρουσίασε τον χωροταξικό σχεδιασμό ως εργαλείο περιορισμού των πιέσεων και κατεύθυνσης της ανάπτυξης προς λιγότερο γνωστές περιοχές. Ο Διαμαντόπουλος επέμεινε στη διαφορά ανάμεσα στην ύπαρξη ενός πόρου και στη δυνατότητα του ταξιδιώτη να τον χρησιμοποιήσει: ένα μονοπάτι ή ένα μνημείο χρειάζεται πληροφόρηση, πρόσβαση, ασφάλεια και ανθρώπους που θα συνοδεύσουν την επίσκεψη.
«Πρέπει να αποφύγουμε το overpromise και το under deliver», τόνισε. Η υπόσχεση της καμπάνιας εκθέτει ολόκληρο τον προορισμό όταν η εμπειρία δεν την επιβεβαιώνει. Ο Βαρελάς έφερε στο τραπέζι τη συνέχεια της διαχείρισης, τη λογοδοσία και τη συνεργασία φορέων: ένας οργανισμός προορισμού χρειάζεται να μπορεί να δουλεύει πέρα από τις αλλαγές της τοπικής διοίκησης. Η μέτρηση της προόδου οφείλει επίσης να παρακολουθεί τι συμβαίνει στους κατοίκους και στους πόρους της περιοχής.
Η πρόταση αυτή μεταφέρει και την ευθύνη της προβολής. Αν η καμπάνια πετύχει, κάποιος πρέπει να διαχειριστεί την επιπλέον ζήτηση: να συντονίσει επιχειρήσεις και υπηρεσίες, να αναγνωρίσει πού εμφανίζονται πιέσεις και να αποφασίσει ποιες παρεμβάσεις προηγούνται. Ο προορισμός χρειάζεται ανθρώπους που να μπορούν να οργανώσουν αυτή τη δουλειά και να λογοδοτήσουν για τα αποτελέσματά της, όσο αλλάζουν οι επισκέπτες, οι αγορές και οι τοπικές διοικήσεις.
Η Κάλια Κωνσταντινίδου, στο «Guardians of Place» με τον Νίκο Διαμαντόπουλο, μίλησε για την ευθύνη του ξενοδόχου που εγκαθίσταται σε έναν τόπο και θέλει να τον γνωρίσει χωρίς να υποδείξει στους κατοίκους πώς θα ζήσουν. Παρουσίασε την πρωτοβουλία Φως της Empiria, με προγράμματα που συνδέουν τους επισκέπτες με τη γη, τους δημιουργούς και την καθημερινότητα των προορισμών της. Στη συζήτηση επέστρεψε και η ανάγκη διαφορετικών μέτρων επιτυχίας: η Σαντορίνη, η Καστοριά και το Καστελόριζο δεν έχουν τις ίδιες ανάγκες.
Πιο άμεσος ήταν ο έλεγχος που πρότεινε ο Μάρκος Γεωργίου για την επιμήκυνση της περιόδου στο «Beyond the Stay»: «Πρέπει ο πελάτης να μπορεί να έρθει». Πρέπει ακόμη να βρίσκει κάτι να κάνει και μια τιμή ανάλογη με όσα θα πάρει. Η συνέχιση της διαφήμισης θάλασσας και πισίνας μέσα στον βροχερό Οκτώβριο φανερώνει πόσο εύκολα η επιθυμία για περισσότερες διανυκτερεύσεις μένει χωρίς αντίστοιχο προϊόν.
Στο ίδιο πάνελ, οι Δημήτρης Μανίκης, Γιάννης Χατζής και Ανδρέας Κούκας, μαζί με τον Γεωργίου και συντονιστή τον Χάρη Ντιγριντάκη, εξέτασαν τις αλλαγές στις προσδοκίες και στη λειτουργία. Η τεχνολογία μπορεί να συγκεντρώνει χιλιάδες δεδομένα και να διευκολύνει τον επισκέπτη· η αξιοποίησή τους απαιτεί κρίση.
Αντίστοιχα, η συζήτηση για την έλλειψη προσωπικού χρειάζεται να αρχίζει και από το πώς υποδέχεται ο κλάδος έναν νέο στην πρακτική του άσκηση και τι λόγους του δίνει για να μείνει.
Ο Γεωργίου περιέγραψε ακόμη τις προσαρμογές ξενοδοχείων στη Σαντορίνη μέσα σε μια δύσκολη περίοδο για το νησί. Η ζήτηση υποχωρεί διαφορετικά ανά αγορά, κανάλι και κατηγορία ταξιδιώτη. Η παρακολούθηση των κρατήσεων οδήγησε σε αλλαγές των καναλιών πώλησης και σε μεγαλύτερη ευελιξία. Για τη μονάδα, η αντίδραση σε μια κρίση προϋποθέτει να εντοπίσει ποιο κοινό εξακολουθεί να ταξιδεύει και με ποιους όρους μπορεί να το προσεγγίσει.
Το βουνό χρειάζεται ανοιχτή ταβέρνα
Η δωδεκάμηνη λειτουργία δοκιμάζεται σε όλο το χωριό. Αυτό φάνηκε στο «The New Mountain Escape», με τους Στρατή Μπατάγια, Ερρίκο Αρώνες, Έλλη Μπαρμπαγιάννη και Ιωάννη Χαραλάμπους, σε συντονισμό Κώστα Παναγάκη και επιμέλεια Travelworks. Οι διαδρομές του MANNA, του Aristi Mountain Resort και του Grand Forest Metsovo έδειξαν διαφορετικούς τρόπους να οργανωθεί μια πρόταση για το βουνό, μαζί με τις απαιτήσεις της πρόσβασης, της σταθερής λειτουργίας και της συνεργασίας με την περιοχή.
Η Μπαρμπαγιάννη μίλησε από την εμπειρία λειτουργίας τεσσάρων εποχών ήδη από το 2013. Ο Μπατάγιας περιέγραψε πώς ένας επισκέπτης μπορεί να συνδυάσει το ορεινό ταξίδι με άλλους προορισμούς και πώς η εγγύτητα στην Αθήνα βοηθά το MANNA. Ο Χαραλάμπους εξέτασε τον ρόλο της ευεξίας μέσα σε μια ολοκληρωμένη πρόταση διαμονής.

Ο Αρώνες έδωσε ιδιαίτερα συγκεκριμένο περιεχόμενο στην επενδυτική ευθύνη: «Θέλουμε οι άνθρωποι μας να μπορούν να ζήσουν τις οικογένειές τους δουλεύοντας στο ξενοδοχείο μας». Η αξιοπρεπής στέγαση των εργαζομένων, η συνέχεια της κτηνοτροφίας, το ανοιχτό σχολείο και ο αγροτικός γιατρός περιγράφουν τις προϋποθέσεις μιας τοπικής οικονομίας με μέλλον. Για τον ταξιδιώτη που έρχεται μεσοβδόμαδα, η ταβέρνα και το μουσείο χρειάζεται να είναι προσβάσιμα όπως και το Σαββατοκύριακο. Το ξενοδοχείο δεν μπορεί να το εξασφαλίσει μόνο του.
Η λειτουργία όλο τον χρόνο προσφέρει, πάντως, μια συνέχεια που μεταφέρεται στην υπηρεσία: εργαζόμενοι που παραμένουν, ομάδες που αποκτούν κοινή εμπειρία, συνεργάτες που μπορούν να προγραμματίζουν. Η δυσκολία είναι να συμβαδίσει ο προορισμός με αυτή την προσπάθεια. Αν έξω από τη μονάδα η ζωή περιορίζεται στις ημέρες αιχμής, ο επισκέπτης μιας καθημερινής συναντά μια άλλη εκδοχή του ίδιου ταξιδιού. Εκεί δοκιμάζεται η συνεργασία της επιχείρησης με το χωριό.
Από την Κρήτη ήρθε ένα παράδειγμα οργάνωσης αυτών των δεσμών. Στο «Regenerative Hospitality», οι Δημήτρης Σωτηρόπουλος, Σωτήρης Μπαμπαγιούρης και Μάνος Μπορμπουδάκης, με συντονίστρια την Ισαβέλλα Ζαμπετάκη και επιμέλεια Travelworks, περιέγραψαν τη συνεργασία πιστοποίησης, γεωργικής τεχνογνωσίας και ξενοδοχειακής λειτουργίας. Στην περίπτωση του Metaxa Hospitality Group, η ζήτηση για τα προϊόντα ήταν εξασφαλισμένη πριν οργανωθεί η παραγωγή τους, με οδηγίες για ποσότητες και ποιότητα.
Αυτό αλλάζει την αφετηρία για τον αγρότη, που συχνά δυσκολεύεται να βρει κανάλια διάθεσης. Η αλλαγή καλλιεργητικών πρακτικών χρειάζεται γνώση, παρακολούθηση και χρόνο· η σταθερή αγορά κάνει την προσπάθεια πιο εφικτή. Στο πάνελ ακούστηκε και η ιστορία μιας παρουσίασης στην Κρήτη, όπου το κόψιμο ενός καρπουζιού αναγεννητικής άνυδρης καλλιέργειας, ο ήχος και το άρωμά του, έπεισαν τους προσκεκλημένους περισσότερο από προηγούμενες συζητήσεις. Η δοκιμή του προϊόντος έδωσε στη γεωργική πρακτική μια αισθητή διαφορά. Η πρόταση να ξεκινήσει μια μονάδα ακόμη και από μια μικρή έκταση έδωσε στην αναγεννητική φιλοξενία μια κλίμακα δοκιμής, όπου παραγωγοί, μάγειρες και υπεύθυνοι προμηθειών μπορούν να δουν στην πράξη τι αλλάζει.
Ποιος μπαίνει στο λόμπι χωρίς βαλίτσα;
Η Αθήνα απασχόλησε το «Reading the City» ως επιχειρηματική επιλογή. Ο Σταμάτης Χατζηλαζάρου συζήτησε με τον Γιώργο Δρακόπουλο τη μεταφορά της εμπειρίας ενός ομίλου της Ρόδου σε μια αγορά πόλης, όπου η μικρότερη διάρκεια διαμονής αλλάζει τον ρυθμό της λειτουργίας. Η συζήτηση κράτησε και την ανησυχία για την υπερσυγκέντρωση: οι πιέσεις δεν εμφανίζονται παντού και συνεχώς με τον ίδιο τρόπο, χρειάζονται όμως έγκαιρη διάγνωση.
Στο «Landing Without Parachuting & From Stay to Programme», ο Georges Batrouni, συνομιλώντας με τη Δανάη Μακρή για το OKUPA, αναγνώρισε ότι ένα ξενοδοχείο αποτελεί μέρος των μεταβολών και των πιέσεων που δέχεται η πόλη. Η αναγνώριση αυτή έδωσε μεγαλύτερη βαρύτητα στα πρακτικά παραδείγματα που ακολούθησαν: γνωριμία με τους γείτονες πριν από το άνοιγμα, τιμές προσαρμοσμένες στην περιοχή, ελεύθερη χρήση του χώρου για εργασία από φοιτητές και επαγγελματίες.

Η αποδοχή δεν ήταν αυτονόητη. Η αντίληψη ότι ένα ξενοδοχείο απευθύνεται αποκλειστικά σε τουρίστες χρειάστηκε χρόνο και καθημερινές αφορμές για να αλλάξει. Μαθήματα κίνησης, μουσική και συναντήσεις προσέφεραν στους Αθηναίους λόγους να επιστρέφουν χωρίς να έχουν δωμάτιο. Η ανοιχτή επικοινωνία βοηθά επίσης να γίνεται κατανοητό τι είδους μέρος είναι το OKUPA και σε ποιον μπορεί να ταιριάζει.
Ο Batrouni μίλησε και για τον ρυθμό με τον οποίο εισάγονται καινούργιες δραστηριότητες. Η ομάδα ξεκίνησε με πιο οικείες προτάσεις και πρόσθεσε άλλες καθώς οι άνθρωποι άρχισαν να χρησιμοποιούν τον χώρο. Το πρόγραμμα εξελίχθηκε μέσα από την ανταπόκριση του κοινού. Μια παρατήρηση επισκέπτη για μουσική στο εστιατόριο το βράδυ, όπως εξήγησε, μπορεί συγχρόνως να πληροφορεί τον επόμενο πελάτη για τον χαρακτήρα του ξενοδοχείου. Η σαφήνεια της υπόσχεσης επανερχόταν από την πλευρά της καθημερινής λειτουργίας.
Ο Δημήτρης Ποτηρόπουλος, στο «Urban Maze» με τη Δανάη Μακρή, εξέτασε αρχιτεκτονικά αυτή τη διαπραγμάτευση. Το αστικό ξενοδοχείο εισπράττει από τη ζωή της πόλης και οφείλει να σκεφτεί τι της επιστρέφει. Μεταβάσεις, κατώφλια και διαβαθμίσεις ιδιωτικότητας επιτρέπουν στον επισκέπτη να επιλέγει την απόστασή του από τον δρόμο. Η μετατροπή ενός υφιστάμενου κτιρίου σε μονάδα άμεσης απόδοσης, με πρόχειρες επεμβάσεις, χάνει την ευκαιρία αυτής της μελέτης.
Τα σχέδια του Βουρέκα επιστρέφουν στο λόμπι
Στο «Building Destinations Through Culture, Heritage & Hospitality», η Μαριέτα Σπύρου, η Μαρία Κασιμάτη Τσούτσια και η Δέσποινα Τσελεγκαρίδου, με συντονιστή τον Νικόλα Βιανέλλη, μίλησαν για το The Ilisian έχοντας να διαχειριστούν και τις αναμνήσεις της Αθήνας από το παλιό Hilton. Η μελέτη απαιτούσε συντονισμό της αρχιτεκτονικής, της καλλιτεχνικής επιμέλειας και του φωτισμού σε ένα κτίριο με ιδιαίτερα αναγνωρίσιμη παρουσία.
Οι λεπτομέρειες έδειχναν πώς έγινε η επεξεργασία της μνήμης. Ο κεντρικός υδάτινος άξονας του λόμπι παραπέμπει στον Ιλισσό και αντλεί από σχέδια του Εμμανουήλ Βουρέκα. Η συνεργασία με σύγχρονους δημιουργούς και η επιλογή αντικειμένων τοποθετούν τη νέα διαμόρφωση σε συνομιλία με το παρελθόν του κτιρίου. Ο φωτισμός χρειάστηκε, με τη σειρά του, να υπηρετήσει τις επεμβάσεις και τη σχέση τους με το βραδινό τοπίο της πόλης.

Η συζήτηση στάθηκε και σε λιγότερο ορατές αποφάσεις της επιμέλειας: πώς συνυπάρχουν χειροποίητα χαλιά, αρχικά έπιπλα και σχεδιαστικές αναφορές της δεκαετίας του 1960· πώς παρουσιάζονται αρχειακά τεκμήρια και αντικείμενα χωρίς να ακινητοποιείται το λόμπι σε μια εποχή. Η Τσελεγκαρίδου περιέγραψε τον φωτισμό ως μελέτη που ακολουθεί και υποστηρίζει τα έργα των υπόλοιπων συντελεστών. Στους χώρους με θέα, η έντασή του χρειάζεται να αφήνει το βραδινό τοπίο της Αθήνας να παραμένει παρόν.
Άλλες απαιτήσεις είχε η επιστροφή του Tinos Beach στο «When an Island Landmark Changes Era». Οι Πάνος Δικαίος και Γιώργος Τσολάκης, με συντονίστρια τη Μαρία Θεοφανοπούλου, περιέγραψαν τη μεταμόρφωση ενός συγκροτήματος διαφορετικών περιόδων και τις απρόβλεπτες δυσκολίες που αποκαλύφθηκαν στην κατασκευή. Η εμπιστοσύνη ανάμεσα στον επενδυτή και στον αρχιτέκτονα επέτρεπε να λαμβάνονται αποφάσεις καθώς προχωρούσε το έργο.
Η μαρμαροτεχνία, οι τοπικοί τεχνίτες και η συνεργασία με πολιτιστικούς φορείς προσδιορίζουν τη σχέση που επιδιώκει η μονάδα με την Τήνο. Από την πλευρά της Attica, συζητήθηκε και η δυνατότητα συνδυασμού μεταφοράς και διαμονής. Η ανακαίνιση του κτιρίου συνδέεται έτσι με την πρόσβαση στο νησί και με τις δραστηριότητες που θα βρίσκει εκεί ο επισκέπτης.
Τα ψιλά γράμματα της επώνυμης κατοικίας
Η Αγγέλα Μιχαλοπούλου και ο Δημήτρης Μανίκης, στο «Wyndham Hotels & Resorts × DKG Development» με τη Δανάη Μακρή, χρησιμοποίησαν το έργο στη Μαρίνα Ζέας για να εξηγήσουν πώς συνεργάζονται developer, brand, operator και ιδιοκτήτης. Οι κατοικίες με ξενοδοχειακές υπηρεσίες χρειάζονται συνεννόηση για τη χρήση και τη λειτουργία τους από την αρχή. Στις προσδοκίες των χρηστών προστίθεται και η σχέση του έργου με τον Πειραιά. Η επανάληψη του μοντέλου αλλού προϋποθέτει ανάγνωση των τοπικών συνθηκών.
Η επώνυμη κατοικία δοκιμάστηκε απέναντι στην καθημερινότητά της στο «Hospitality Thinking, From Hotel to Residential». Οι Adrian Caddy, Jeremy Spencer και Jenny Naylor, με συντονίστρια την Έλλη Σταθάκη και επιμέλεια Bottega Bogna, έφεραν παραδείγματα όπως το The OWO και το Vabel Townhouse στο Λονδίνο. Το ενδιαφέρον πέρασε από την ιστορία και την ταυτότητα του ακινήτου στις υπηρεσίες, στην ασφάλεια, στις κοινόχρηστες παροχές και στο κόστος τους. Η γρήγορη πώληση είναι ένας δείκτης· η ικανοποίηση των ανθρώπων από το σπίτι τους, οι βλάβες που αποκαθίστανται και η ποιότητα της διαχείρισης κρίνονται αργότερα.

Η υπηρεσία έχει επίσης ένα κόστος που επανέρχεται όσο κατοικείται το κτίριο. Η συνεχής παρουσία προσωπικού, η ασφάλεια και οι πρόσθετες εξυπηρετήσεις χρειάζονται μια οικονομική οργάνωση ανάλογη με την κλίμακα του έργου. Για τον κάτοικο, η αξία τους επιβεβαιώνεται όταν επιστρέφει στο σπίτι, όταν ζητά βοήθεια, όταν προκύπτει ένα πρόβλημα. Η ιστορία που έκανε ελκυστική την αγορά περνά τότε στη δοκιμασία της συνέπειας.
Στο καταληκτικό «Marriott in Greece», οι Νίκος Χάτζος, Σπύρος Κουρής και Πάνος Πανταζόπουλος, με συντονίστρια τη Μαρία Θεοφανοπούλου, εξέτασαν τη συνεργασία με διεθνή δίκτυα από τη θέση συμβούλων και ανεξάρτητων διαχειριστών. Η πρόσβαση σε αγορές και προγράμματα πιστότητας συνοδεύεται από απαιτήσεις λειτουργίας και ελέγχους. Τα collection και soft brands αφήνουν διαφορετικά περιθώρια στην υπογραφή κάθε ξενοδοχείου. Η επιλογή εξαρτάται από τον προορισμό, τον πελάτη που επιδιώκεται και τη δυνατότητα της επιχείρησης να τον προσεγγίσει με τα δικά της μέσα.
Τα έπιπλα που έμειναν στη λίστα
Ο Δημήτρης Τσίγκος έφερε τρεις ημέρες εργασίας του Omniview στη θέση μιας γενικής πρόβλεψης για την τεχνητή νοημοσύνη. Στο «The rise of HI-Architectural tools for a new era», έδειξε πού τα εργαλεία βοήθησαν και πού η ομάδα κράτησε άλλον δρόμο. Σε μια πρόταση εξοπλισμού, οι συστάσεις ήταν εύστοχες αλλά υπερβολικά αναμενόμενες για το συγκεκριμένο σπίτι. «Δεν χρησιμοποιήσαμε κανένα», είπε για τα προτεινόμενα αντικείμενα. Η οργάνωση της σχετικής λίστας από την AI παρέμεινε χρήσιμη. Η αξιολόγηση αφορούσε κάθε επιμέρους εργασία.
Ο Λουκάς Μπομπότης, στο «Architect as a Traveller» με τη Δανάη Μακρή, μίλησε για όσα θυμάται ένα σώμα που ταξιδεύει: την έλλειψη οξυγόνου στο Κιλιμάντζαρο, τον ύπνο με τους ήχους της ζούγκλας στον Αμαζόνιο. Η παρατήρηση και η έρευνα ενός τόπου προσφέρουν στον σχεδιαστή υλικό που δύσκολα βρίσκει στη φωτογραφία ενός ακόμη πεντάστερου ξενοδοχείου. Η αναγνωρίσιμη ασφάλεια των προτύπων παραμένει χρήσιμη, αλλά η ομοιότητα έχει και κόστος για την προσωπικότητα του προορισμού.
Χρόνο παραμονής στον τόπο ζήτησε και το «Global Insights, Local Application, Curated by A&M Architects». Οι Αγγελική Μαυρολέων, Ανδρέας Κωστόπουλος και Νίκος Δαδίτσιος, με συντονίστρια τη Δανάη Μακρή, συζήτησαν την εμπειρία εργασίας στο εξωτερικό και την επιστροφή στην Ελλάδα. Έξι μήνες στην Αμοργό για μια γαστρονομική διοργάνωση, συνεργασία με τεχνίτες και καλλιτέχνες, κοινός χώρος δουλειάς: αυτά ήταν τα παραδείγματα που έδωσαν περιεχόμενο στην τοπική γνώση. Η ταχύτητα παραγωγής δεν υποκαθιστά τον χρόνο που χρειάζεται για να καταλάβεις γιατί κάνεις κάτι.
Ο Κωστόπουλος έφερε ένα χαρακτηριστικό περιστατικό από την Αντίπαρο: την αρχική σκέψη να επαναλάβει μια ήδη δοκιμασμένη λύση σε έναν γειτονικό χώρο και την αντίδραση του πελάτη, που τον ώθησε να ψάξει παραπέρα. Η εμπειρία μπορεί να δώσει ταχύτητα, μπορεί όμως και να οδηγήσει στην επανάληψη. Οι συνεργασίες με δημιουργούς και τεχνίτες, στις οποίες αναφέρθηκε, επιτρέπουν να προκύψουν λύσεις που ο αρχιτέκτονας δεν θα είχε σκεφτεί μόνος του.
Σε ποιο τραπέζι θα καθίσουμε;
Η Βαρβάρα Αυδή έθεσε στο «The New F & B Experience» μια εύστοχη αντιστροφή: μένουμε εκεί όπου θέλουμε να φάμε; Οι Νίκος Καραφλός, Θωμάς Δούζης, Εμμανουήλ Κυριακίδης, Γιάννης Μπαξεβάνης και Νίκος Βερβερίδης απάντησαν από διαφορετικές κλίμακες φιλοξενίας και πολιτιστικής παραγωγής. Οι μικροί παραγωγοί και οι θεματικές γαστρονομικές συναντήσεις του Dexamenes, η διαμονή γύρω από το φαγητό, το luxury all-inclusive και ο πολιτιστικός προγραμματισμός της ΣΤΟΑ χρειάζονται διαφορετική οργάνωση.
Η συζήτηση για το πρωινό απέφυγε την ομοφωνία. Πόσο ελληνικό πρέπει να είναι και πόσο χώρο αφήνει στις ήδη διαμορφωμένες συνήθειες του πελάτη; Ο Μπαξεβάνης περιέγραψε μια λύση από το Minos Beach: σαφής ενημέρωση για την επιλογή τοπικών προϊόντων και προσωπική ανταπόκριση σε όποιον ζητούσε κάτι άλλο. Το κρουασάν ή ο σολομός μπορούσαν να φτάσουν στο τραπέζι του την επόμενη ημέρα. Η θέση της κουζίνας γινόταν κατανοητή χωρίς να ακυρώνεται η επιθυμία του επισκέπτη.
Στη ΣΤΟΑ, η γαστρονομία συναντά και το ερώτημα της βιωσιμότητας του πολιτιστικού προγράμματος. Ο Βερβερίδης μίλησε για την προσθήκη λόγων επίσκεψης και για τις συνθήκες που επιτρέπουν σε τέτοιες δράσεις να συνεχίζονται. Για τον ξενοδόχο ή τον επιχειρηματία της εστίασης, η απόφαση για εκδηλώσεις και συνεργασίες αφορά επομένως και την επιμέλεια: ποιο κοινό θέλει να φέρει, τι μπορεί να υποστηρίζει σταθερά και πώς οι διαφορετικές χρήσεις θα λειτουργούν μαζί.
Το «Design Follows Food», με συντονιστή τον Δημήτρη Αντωνόπουλο, έδειξε πώς η μαγειρική καθοδηγεί και τη διαμόρφωση του εστιατορίου. Οι Παναγιώτης Σιαφάκας και Ιορδάνης Τσενεκλίδης, ο Γιάννης Λιόκας και η Ιωάννα Μητροπούλου παρουσίασαν τις αφετηρίες των Focu Sauvage και Vouno. Η φωτιά και το συλλογικό τραπέζι, οι μνήμες της ορεινής ζωής και η αίσθηση μιας πετρόχτιστης πλατείας υποδεικνύουν υλικά, διατάξεις και τρόπους συνάντησης. Το κτίριο στο Ρουφ έφερε επιπλέον τα δικά του ευρήματα και ίχνη προηγούμενων χρήσεων μέσα στη νέα διαμόρφωση.
Στην αφήγηση των Nomade et Sauvage, το συλλογικό γεύμα έχει τη δική του κοινωνική διάταξη: ένα μεγάλο τραπέζι χωρίς κεφαλή, όπου οι συνδαιτυμόνες μοιράζονται την ίδια συνθήκη. Η φωτιά παραμένει κοντά τους και η μαγειρική διατηρεί την ορατή σχέση της με τα υλικά. Στο Vouno, η επιδίωξη μιας πλατείας χωριού έθεσε άλλα ερωτήματα για την πέτρα, τη φύτευση και την οργάνωση του χώρου. Οι δύο αφετηρίες έδειχναν πώς μια γαστρονομική ιδέα μπορεί να προσδιορίζει τον τρόπο με τον οποίο κάθονται και συναντιούνται οι άνθρωποι.
Μια Αφροδίτη και μερικά ανοιχτά δωμάτια
Η επανερμηνεία των συμβόλων είχε πιο παιγνιώδη διάθεση στο «A Goddess Checks In». Ο Stéphan Muller συνομίλησε με τη Δανάη Μακρή, που αντικατέστησε τον απόντα Παναγή Παναγιωτόπουλο, για το Aphrodite sur l’Hôtel. Οι αναφορές στην Αφροδίτη Ουρανία και στα ζώα που τη συνοδεύουν συνάντησαν πειραματισμούς σε υλικά και τεχνικές. Η κατασκευή των αντικειμένων έβγαλε τον δημιουργό από την οθόνη και τον έφερε σε μια εργασία με τα χέρια, της οποίας περιέγραψε τη χαρά.
Οι χελώνες της εγκατάστασης απέκτησαν, στη δική του ερμηνεία, σχέση με το ταξίδι και την κίνηση. Διασχίζουν το δάπεδο του λόμπι σαν να βγαίνουν από έναν τοίχο και να συνεχίζουν προς τον άλλο. Η μυθολογική αναφορά γίνεται έτσι διαδρομή μέσα σε ένα ξενοδοχείο που λειτουργεί, με τις δυσκολίες που συνεπάγεται η υλοποίηση ενός έργου ενώ ο χώρος εξακολουθεί να υποδέχεται κόσμο.
Άλλου είδους δημιουργική εργασία μπήκε στα δωμάτια με το «Room for Fashion». Ο Γιώργος Κελέφης, ο Λευτέρης Καριώτης, η Χριστίνα Δρακοπούλου και η Έφη Πρατσόλη συζήτησαν το Fashion Room Service: μια βραδιά κατά την οποία η μόδα ανοίγει πόρτες σε ανθρώπους που συχνά δεν έχουν άλλο λόγο να επισκεφθούν το ξενοδοχείο. Η επιλογή των συνεργατών χρειάζεται συγγένεια με τον χαρακτήρα του χώρου. Η συνέχεια έρχεται από τις νέες συνεργασίες και από το υλικό που έχει προετοιμαστεί για να αφηγηθεί τις ιστορίες των δημιουργών μετά το τέλος της εκδήλωσης.
Να μπορείς να μην κάνεις τίποτα
Η Έλενα Παπαδονικολάκη, στο «Reading the Boutique Traveller» με τη Δανάη Μακρή, περιέγραψε τους άξονες soul, design, experience και impact πάνω στους οποίους εργάζεται η Boutique Setters. Η συζήτηση αφορούσε την υποστήριξη των ανεξάρτητων ξενοδοχείων και την ανάγκη οι διαφορετικοί επαγγελματίες γύρω τους να συνεργάζονται με γνώση του επισκέπτη που θέλουν να υποδεχθούν.
Αμέσως μετά, στο «The Five Unexpected Pillars of Wellness», η ίδια συντόνισε τους Nigel Franklyn, Μιχάλη Μανασάκη και Κώστα Αντιμισάρη. Η κριτική του Franklyn σε έναν κλάδο που διαρκώς υπενθυμίζει στον άνθρωπο ότι χρειάζεται να αγοράσει κάτι ακόμη έδωσε στη συζήτηση μια χρήσιμη δυσφορία. Η σύνδεση με τον εαυτό, με άλλους ανθρώπους και με τη φύση δεν εξασφαλίζεται με μια νέα συσκευή.
Οι εμπειρίες των Perma Serifos και Stamna Sifnos έφεραν το ενδιαφέρον στην κλίμακα του κτιρίου, στο φως, στον αέρα, στην ησυχία και στη δυνατότητα να χαλαρώσεις χωρίς υποχρεωτικό πρόγραμμα. Η αφαίρεση απαιτεί επιλογή: τι αποφασίζει μια μονάδα να μην προσφέρει ώστε να προστατέψει αυτή την αίσθηση; Η απουσία ενός spa μπορεί μάλιστα να αναγκάζει τον ξενοδόχο να σκεφτεί τη φροντίδα σε κάθε άλλο σημείο της διαμονής.
Ο Franklyn αμφισβήτησε και την επιδίωξη μιας τελειότητας που κάνει τον επισκέπτη να αισθάνεται ότι οφείλει να σταθεί στο ύψος της. Τα μικρά περιθώρια ατέλειας επιτρέπουν περισσότερη οικειότητα. Η συζήτηση άγγιξε έτσι την καθημερινότητα του προσωπικού και τη συμπεριφορά απέναντι στον πελάτη: μια θεραπεία ή μια συνεδρία δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει όσα ζει κάποιος στη διάρκεια της διαμονής του. Η φροντίδα χρειάζεται να αντέχει και έξω από τον χρόνο του ραντεβού.
Να διαλέξεις πρώτα τον βράχο
Ο Beat Huesler, στο «Built With the Land», περιέγραψε έργα των Oppenheim Architecture όπου η έρευνα αρχίζει από το έδαφος: αμμόλοφους, ανάγλυφο, ιστορικές αναφορές ή την ίδια τη μάζα ενός βουνού. Η εντολή να επιλεγεί ένας βράχος για την εγκατάσταση ενός ξενοδοχείου ανέστρεφε τη συνήθη σειρά σχεδίου και τοποθέτησης. Κάθε έργο έπρεπε να βρει τη δική του σχέση με τη συγκεκριμένη γεωγραφία.

Στον Αυλώνα της Αλβανίας, ο Huesler περιέγραψε ένα σχέδιο όπου η φιλοξενία και η κατοικία οργανώνονται μαζί με τη σύνδεση της πόλης προς την παραλία. Τα χρώματα και τα ανοίγματα αναζητούν αναφορές στον τόπο, ενώ η συνολική διάταξη εξετάζει πώς θα χρησιμοποιηθεί η περιοχή και από τους κατοίκους. Η έρευνα του εδάφους συνεχίζεται, σε αυτή την περίπτωση, στη μελέτη μιας αστικής διαδρομής που παραμένει κοινή.
Από αυτή την απόφαση έως το παγωτό που περίμενε τα παιδιά του επισκέπτη, η απόσταση είναι μεγάλη. Στις συζητήσεις του Σαββάτου χωρούσαν και τα δύο, μαζί με τις συμφωνίες, τα εργαλεία και τους ανθρώπους που μεσολαβούν. Η επιστροφή κρίνεται σε λεπτομέρειες που ο ταξιδιώτης αντιλαμβάνεται με τον δικό του τρόπο. Η προετοιμασία τους αρχίζει πολύ πριν από την κράτησή του.
Κυριακή 18 Νοεμβρίου
Το χωριό, τη Δευτέρα
Το κάλεσμα του Δημήτρη Κυριαζή για τα ορεινά, οι άνθρωποι πίσω από την τοπική παραγωγή, το Nammos στο Μαυροβούνιο και μια συκιά που φυτρώνει εκεί όπου ο αρχιτέκτονας δεν την περίμενε. Στη δεύτερη ημέρα του Hotel Experience, οι πιο ενδιαφέρουσες συζητήσεις άρχιζαν εκεί όπου τελείωνε η περιγραφή ενός ξενοδοχείου.
Όταν ο επισκέπτης φεύγει, το καφενείο μένει ανοιχτό; Η ερώτηση που ακούστηκε στην πρώτη συζήτηση της Κυριακής θα μπορούσε να συνοδεύει ολόκληρο το πρόγραμμα. Έβαζε στη θέση του τον χρόνο: ένας τόπος πρέπει να μπορεί να ζει και τις ημέρες που δεν τον επισκέπτεται κανείς. Κι έδινε πρόσωπα σε λέξεις που συχνά χρησιμοποιούνται εύκολα τοπικότητα, αυθεντικότητα, εμπειρία. Κάποιος καλλιεργεί τη γη, κάποιος γνωρίζει πώς δουλεύεται η πέτρα, κάποιος ανοίγει το μαγαζί του κάθε πρωί.
Η Κυριακή του Hotel Experience επέστρεφε διαρκώς σε αυτούς τους ανθρώπους, ακόμη κι όταν η συζήτηση περνούσε στις πλατφόρμες διαχείρισης, στις διεθνείς βραβεύσεις ή στην τεχνητή νοημοσύνη. Οι διαφορές ανάμεσα στις προσεγγίσεις είχαν ενδιαφέρον ακριβώς επειδή αφορούσαν αποφάσεις: ποιος επενδύει, ποιος λειτουργεί, ποιος αμείβεται και πόση ελευθερία απομένει σε αυτόν που θα κατοικήσει, έστω προσωρινά, τον σχεδιασμένο χώρο.
Μια συμμαχία για όσους μένουν
Ο Δημήτρης Κυριαζής, γραμματέας Ορεινών Περιοχών στην Προεδρία της Κυβέρνησης, είχε να καταθέσει μια συγκεκριμένη πρόσκληση στο «Mountain Destinations, Local Life and the Return to Place». Συζητώντας με τη δημοσιογράφο Λίνα Γιάνναρου, περιέγραψε την προετοιμασία μιας συμμαχίας για τα ορεινά: ενός τρόπου να συναντηθούν οι ανάγκες των περιοχών με επιχειρήσεις που ενδιαφέρονται να επενδύσουν εκεί.
Η γραμματεία συγκεντρώνει ανάγκες και προτάσεις, προετοιμάζει ένα χαρτοφυλάκιο έργων και έχει αρχίσει επαφές με τον ιδιωτικό τομέα. Ο Κυριαζής ζήτησε από τους ενδιαφερόμενους να επικοινωνήσουν μαζί της: «Μπορούν να βρουν τα στοιχεία μας online και να μιλήσουμε εξειδικευμένα για ευκαιρίες που μπορεί να υπάρχουνε σε όλη την Ελλάδα». Μίλησε για «ανενεργά διαμάντια», κτίρια που θα μπορούσαν να στεγάσουν ξενώνες ή μικρές ξενοδοχειακές μονάδες, και για περιοχές με περιορισμένες ακόμη υποδομές φιλοξενίας.
Η πρόσκληση είχε πίσω της μια δυσάρεστη παρατήρηση: ακόμη και τα Καλάβρυτα, με τουρισμό και ισχυρή παραγωγική δραστηριότητα, εξακολουθούν να χάνουν πληθυσμό. Ούτε ένας καλός δρόμος ούτε η ζήτηση για δωμάτια αρκούν από μόνα τους για να κρατήσουν έναν νέο στον τόπο του. Χρειάζονται εργασία, υπηρεσίες, πρόσβαση στην υγεία και στην εκπαίδευση, συντονισμός των παρεμβάσεων με τις ανάγκες των κατοίκων.
Για τον ξενοδόχο, η πρόταση αρχίζει από συνεργασίες που βρίσκονται σχεδόν δίπλα του. Ποιος προμηθεύει το πρωινό, ποιες δραστηριότητες προσφέρονται έξω από τη μονάδα, πώς ένα εισόδημα κυκλοφορεί στην περιοχή. Το μέτρο της προόδου που έθεσε ο Κυριαζής ήταν η συγκράτηση της δημογραφικής συρρίκνωσης. Το δωμάτιο έχει μεγαλύτερη προοπτική όταν γύρω του υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να μείνουν.
Ποιος καλλιεργεί την καρτ ποστάλ;
Η Ήβη Νανοπούλου, ο Ξενοφών Κάππας και ο Αλέξης Κατσαρός έπιασαν αυτό το νήμα από τη γη. Στο «The Supply Chain of Authenticity», με συντονίστρια τη Δανάη Μακρή, μίλησαν για την εργασία που προηγήθηκε του τοπίου το οποίο φωτογραφίζει ο ταξιδιώτης — και για όσα κινδυνεύουν όταν αυτή σταματά.
«Διαφορετικό πράγμα το κόστος και διαφορετικό πράγμα η αξία», τόνισε η Ήβη Νανοπούλου. Στην αρχιτεκτονική, η διαφορά φαίνεται ήδη από την προετοιμασία μιας μελέτης. Η συνάντηση με τους κατοίκους, η γνώση των υλικών και των τεχνικών, ο χρόνος που αφιερώνεται στην κατανόηση ενός τόπου επηρεάζουν ό,τι τελικά χτίζεται. «Πρέπει να ακούσεις ένα τόπο», υπογράμμισε. Η έτοιμη αισθητική συνταγή παρακάμπτει ακριβώς αυτή τη δουλειά.
Με αφετηρία την έρευνα του MedINA στη Λήμνο, ο Αλέξης Κατσαρός εξήγησε πόσο βαθιά έχουν συνδιαμορφώσει το ελληνικό τοπίο η γεωργία και η κτηνοτροφία. «Ο καλλιτέχνης σε αυτό το ελληνικό τοπίο είναι ο ίδιος ο παραγωγός», παρατήρησε. Η εγκατάλειψη της γης παρασύρει καλλιεργητικές πρακτικές, τοπικές ποικιλίες και γνώσεις από τις οποίες εξαρτάται και μέρος της βιοποικιλότητας. Το δημογραφικό της υπαίθρου αφορά, επομένως, όσα θα μπορεί να παράγει και να προσφέρει μια περιοχή σε λίγα χρόνια.
Ο Ξενοφών Κάππας έβαλε στη συζήτηση τις δυσκολίες μιας συνεργασίας με το ξενοδοχείο. Η επιχείρηση χρειάζεται να δεχθεί το κόστος του τοπικού προϊόντος και να προσφέρει σταθερότητα στον προμηθευτή της. Ο παραγωγός, από την πλευρά του, οφείλει να τηρήσει τις συμφωνημένες ποσότητες και την ποιότητα σε όλη τη διάρκεια της συνεργασίας. Η εμπιστοσύνη δοκιμάζεται στις παραδόσεις, ενώ η εκπαίδευση και η κατάρτιση βοηθούν να καλυφθεί η απόσταση ανάμεσα στο ενδιαφέρον για μια παραγγελία και στην ικανότητα να εξυπηρετηθεί.
Η μεσογειακή διατροφή έφερε στο ίδιο τραπέζι την παραγωγή, την υγεία, το περιβάλλον και την πολιτιστική μνήμη. Η Νανοπούλου έθεσε και το όριο μιας κοινωνίας που συρρικνώνεται σε εποχική λειτουργία: «Κάνω σεζόν δεν είναι στρατηγική μιας κοινωνίας». Η φράση περιέχει μια απαίτηση και για τον τουρισμό: να υπολογίζει τι αφήνει στον τόπο μετά τον ετήσιο οικονομικό απολογισμό — στην κατοίκηση, στους φυσικούς πόρους, στις καλλιέργειες και στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων.
Στο εργοτάξιο πριν γίνει το σπίτι (της χειροποίητης Κρήτης)
Η Ισαβέλλα Ζαμπετάκη χρειάστηκε να χτίσει ένα σπίτι για να αναγνωρίσει, με άλλον τρόπο, όσα είχε συναντήσει γράφοντας για τη χειροποίητη Κρήτη. Στο «The House of Handcrafted Crete», αφηγήθηκε πώς η καταγραφή των τεχνών του νησιού οδήγησε στην ιδέα ενός χώρου στην Επισκοπή Παιδιάδας, όπου τεχνίτες και επισκέπτες θα μοιράζονται γνώση και εργασία.
Οι καθυστερήσεις, η αναζήτηση συνεργείων και οι ώρες στο εργοτάξιο έδωσαν στην παρουσίασή της την πειστικότητα μιας προσωπικής δοκιμασίας. Όταν ένας μάστορας της είπε πόσο αγαπούσε τη δουλειά του και πόσο ήθελε να τη βλέπει σωστά τελειωμένη, εκείνη αναγνώρισε την ίδια αφοσίωση που είχε βρει στους χειροτέχνες του βιβλίου της. Η συγγένεια περνούσε από τον κεραμίστα και τον υφαντή στους ανθρώπους που δούλευαν με το μπετόν, τα καλούπια και τον σοβά.
Το σπίτι προβλέπεται να φιλοξενεί συναντήσεις, εργαστήρια και επιδείξεις τεχνών. Όμως η πρώτη του ιστορία έχει ήδη γραφτεί στην κατασκευή: ποιος έφερε μια γνώση, ποιος σχεδίασε μια λεπτομέρεια, ποιος ανέλαβε να την πραγματοποιήσει. Ο επισκέπτης θα έχει να γνωρίσει αυτές τις διαδρομές μαζί με τα αντικείμενα.
Με τη Ζαμπετάκη στον συντονισμό, το «Craft, Tourism and Fair Value» έδωσε τον λόγο στους Γιώργη Δαλαμβέλα, Μαρινίκη Μανιά, Μαρία Σίγμα Σταυροπούλου και Αλεξάνδρα Δαλιάνη, με βιντεοσκοπημένη παρέμβαση της Éléonore Trénado-Finetis. Η εμπειρία του αργαλειού ή του πηλού βοηθά τον επισκέπτη να καταλάβει πόσο χρόνο περιέχει ένα χειροποίητο αντικείμενο. Για τον δημιουργό, όμως, η συνεργασία με τη φιλοξενία έχει και πολύ πρακτικές απαιτήσεις: σωστή αμοιβή, ρεαλιστικές προθεσμίες και αναφορά του ονόματός του. Ακούστηκε η καταγγελία ότι έργα εργαστηρίων εμφανίζονται ως δημιουργίες άλλων συνεργατών. Η αναγνώριση της πατρότητας είναι μέρος της επαγγελματικής συμφωνίας, όσο και η παραγγελία.
Ποιος θα λειτουργήσει το ξενοδοχείο;
Ο Κωνσταντίνος Δεριζιώτης ζήτησε από τους Πάνο Παλαιολόγο και Χάρη Σιγανό να μιλήσουν έξω από τις συνήθεις γενικότητες για την πορεία του τουρισμού. Στο «The Operators Era & the New Hospitality Platforms», η ερώτηση προς τον ιδιοκτήτη ήταν άμεση: θέλει και μπορεί να λειτουργεί την επιχείρησή του, χρειάζεται βοήθεια ή προτιμά να αναθέσει τη διαχείριση και να περιορίσει την έκθεσή του;
Ο Παλαιολόγος υποστήριξε ότι ο ανεξάρτητος ξενοδόχος εξακολουθεί να έχει θέση, αρκεί να προτείνει κάτι με δικό του χαρακτήρα, έξω από το καλούπι των μεγάλων ομίλων. Στο ερώτημα για την τύχη μιας υγιούς μονάδας που χρειάζεται νέες επενδύσεις, οι απαντήσεις είχαν διαφορετικές αποχρώσεις. Ο Σιγανός έδωσε βάρος στον χρονικό ορίζοντα του επιχειρηματία και στην προσαρμογή του προϊόντος. Για όποιον επιλέγει να παραμείνει μακροχρόνια στον κλάδο, η ανακαίνιση και η δουλειά πάνω στην ταυτότητα του ξενοδοχείου παραμένουν διαθέσιμη διαδρομή. Ο Παλαιολόγος συνέδεσε την αξία του ακινήτου με τα λειτουργικά του αποτελέσματα και παρουσίασε την εκμίσθωση ως επιλογή μικρότερου κινδύνου για τον ιδιοκτήτη. Η πώληση, κατά τη δική του εκτίμηση για την αγορά, θα ερχόταν τελευταία.

Ο Δεριζιώτης έθεσε επίσης το ζήτημα μιας ακριβής συνολικής τουριστικής εμπειρίας, της οποίας το κόστος δεν προέρχεται αποκλειστικά από το ξενοδοχείο. Μεταφορές, εστίαση, δρόμοι, λιμάνια και επάρκεια βασικών υποδομών επηρεάζουν την κρίση του ταξιδιώτη. Τα ρεκόρ αφίξεων συνυπάρχουν με λειτουργικά έξοδα και ελλείψεις που πιέζουν την κερδοφορία.
Η ερώτηση για τα προσωπικά λάθη έφερε ίσως τις πιο αποκαλυπτικές απαντήσεις. Ο Παλαιολόγος αναγνώρισε ότι ξεκίνησε με τη σκέψη διευθυντή ξενοδοχείου και στην πορεία χρειάστηκε να μάθει την οικονομική οργάνωση μιας επιχείρησης. Ο Σιγανός μίλησε για τη δυσκολία να αποχωριστεί τον μηχανικό μέσα του και να αφήσει άλλους ειδικούς να κάνουν τη δουλειά τους. Έθεσε, επιπλέον, το πρόβλημα της επενδυτικής εξόδου σε σύντομο ορίζοντα: πόσο εύκολα χτίζεται μια ανθρωποκεντρική επιχείρηση όταν ο επενδυτής έχει ήδη προγραμματίσει πότε θα φύγει;
Η ακρίβεια των υπολογισμών επανήλθε στο «The European Experience Equation», όπου ο Μηνάς Τερλίδης συζήτησε με τη Δανάη Μακρή για την Bohopo. Δύο κτίρια παρόμοιων τετραγωνικών μπορούν, λόγω διαρρύθμισης, να δώσουν διαφορετικό αριθμό δωματίων· μια αδειοδότηση που καθυστερεί μπορεί να ανατρέψει τον προϋπολογισμό. Πίσω από την ατμόσφαιρα ενός μικρού ξενοδοχείου βρίσκονται αποφάσεις για το ακίνητο, την τιμή, τον χρόνο και τη λειτουργία του.
Για την Electra Hotels & Resorts, ο Γιώργος Σπυρόπουλος, στο «One Group, Many Identities» με τη Δανάη Μακρή, περιέγραψε μια άλλη άσκηση: πώς διατηρείς συγγένεια ανάμεσα σε ξενοδοχεία με διαφορετική προσωπικότητα. Η εμπορική κίνηση της Ερμού, η Πλάκα και η Μητροπόλεως υποδεικνύουν διαφορετικά κοινά και διαφορετικές χρήσεις. Η γαστρονομία και οι χώροι υποδοχής μπορούν να ανοίγουν το ξενοδοχείο και σε όσους απλώς περνούν από τη γειτονιά.
Ένα καλό στρώμα και μια παλιά ελιά
Ο Τάσος Γεωργαντζής επέλεξε να θυμίσει τα στοιχειώδη στο «The Hotel Is Not the Building»: ησυχία και καλό ύπνο. Πριν από αυτά, καμία σχεδιαστική χειρονομία δεν λύνει το πρόβλημα της διαμονής. Η πρώτη γνωριμία με το ξενοδοχείο, η άφιξη, τα κατώφλια, η συνάντηση και η απόσυρση ορίζουν μια διαδρομή που ο αρχιτέκτονας πρέπει να σκεφτεί από τη θέση του επισκέπτη, του οποίου η διάθεση αλλάζει ακόμη και μέσα στην ίδια ημέρα.
Η Μαρία Δέδα, στο «Old Knowledge, New Vibrations» με τη Δανάη Μακρή, εργάστηκε πάνω σε όσα προϋπήρχαν: μια κατασκευή στην Αγία Μαρίνα που είχε μείνει επί χρόνια χωρίς να ολοκληρώσει την ιστορία της. Η πρόταση συνδυάζει διαφορετικές ατμόσφαιρες για ζευγάρια, οικογένειες και παρέες, ενώ η θέση της επιτρέπει εξορμήσεις στην Αθήνα και επιστροφή στη θάλασσα. Ο προγραμματισμένος συνομιλητής της, Πολύβιος Καραχοντζίτης, απουσίαζε λόγω ασθένειας.
Στην Πάργα, η ανάγνωση του υπάρχοντος περνούσε και από τις υπεραιωνόβιες ελιές. Ο Θάνος Ζακόπουλος, στο «Layered Memory, Where Venice Meets Epirus», περιέγραψε την έρευνα πίσω από έναν σχεδιασμό που συναντά βενετσιάνικες επιρροές, ηπειρώτικες αναφορές και μεσογειακές διαδρομές. Ειδικές κατασκευές και έπιπλα εποχής συνυπάρχουν στον χώρο, επιτρέποντας να διαβάζονται διαφορετικές χρονικές στρώσεις.
Η φύτευση είχε διαφορετική αφετηρία στο «The Invented Garden». Ο Κώστας Γκάγκος παρουσίασε εφαρμογές τεχνητού πρασίνου, ανάμεσά τους και χώρους με περιορισμένο φυσικό φως. Ο Στέργιος Γαλίκας εξήγησε πώς η βοτανική ταξινόμηση και ο κάναβος τροφοδότησαν την οπτική ταυτότητα της Space Green. Η επιλογή ενός φυτικού στοιχείου αφορά εδώ τόσο τη σύνθεση του εσωτερικού χώρου όσο και τον τρόπο παρουσίασης του προϊόντος στον επαγγελματία.
Η έρευνα πριν από τη μελέτη βρέθηκε στο κέντρο του «The Guest in the Blueprint». Οι Θάνος Μιχελόγγονας, Δημήτριος Κυπράκης, Δανάη Μανιαδάκη και Αναστάσιος Ναούμ, με συντονιστή τον Κωνσταντίνο Τριανταφύλλη και επιμέλεια της MINDHAUS, εξέτασαν πώς συνεργάζονται προορισμός, επιχείρηση και αρχιτεκτονική. Ένα εύγλωττο παράδειγμα ήταν ο χώρος υποδοχής ξενοδοχείου στην Κρήτη, όπου ένα soap station εισάγει τον επισκέπτη στην ιστορία του κτιρίου.
Η πληροφορία για το παρελθόν του περνά σε μια χειρονομία της άφιξης.
Όταν σε θυμούνται
Η προσωπική αναγνώριση έδωσε τον τόνο στο «A Multi-Sensory Experience Rooted in True Locality». Η Έλενα Παπαδονικολάκη συνομίλησε αρχικά με τον Timothy Ananiadis και κατόπιν με τη Δάφνη Ζουμπουλάκη, τον Αθηναγόρα Κωστάκο, τον Μάρκο Χαϊδεμένο και την Catherine Rey. Να σε θυμούνται, να προσέχουν τις προτιμήσεις σου, να αισθάνεσαι ότι σε υποδέχεται ένας άνθρωπος με προσωπικότητα: εκεί αναζητήθηκε η πολυτέλεια. Η τέχνη και το φαγητό συμμετέχουν σε αυτή τη γνωριμία με τον τόπο. Για την ομάδα του ξενοδοχείου, η εκπαίδευση χρειάζεται να αφήνει περιθώριο κρίσης και αυθορμητισμού μέσα σε μια αξιόπιστη οργάνωση.
Το έργο μένει εκεί
Στο «Art Platform», η συζήτηση αφορούσε τη διάρκεια της σχέσης με τον καλλιτέχνη και με το ίδιο το έργο. Ο Σωτήρης Μπαχτσετζής, η Γιώτα Δημητρίου, η Μάρω Φασουλή και η Μαρία Λουίζου, με συντονίστρια τη Δανάη Μακρή, μίλησαν για το Ίδρυμα Γ. & Α. Μαμιδάκη και το Minos Beach Art Hotel. Ένα απαιτητικό έργο χρειάζεται υποστήριξη όσο παράγεται, τεχνικές λύσεις όταν εγκαθίσταται και συντήρηση όσο παραμένει εκεί. Για τον καλλιτέχνη, η σταθερή συνεργασία επιτρέπει έρευνα και επόμενα βήματα· για τον επισκέπτη, παρατεταμένη συνύπαρξη με ένα έργο, πέρα από τον χρόνο μιας επίσκεψης σε έκθεση.
Η Ρία Ξένου επιστρέφει από τη Νέα Υόρκη
Η Ρία Ξένου έφτασε στο «Designing Hospitality at Global Scale» έχοντας μόλις επιστρέψει από την τριπλή βράβευση του Delano Miami Beach στα AHEAD Americas. «Βραβευτήκαμε σε τρεις κατηγορίες», ανέφερε, ξεχωρίζοντας το Hotel Renovation. Η χαρά της αφορούσε και τους υπόλοιπους συντελεστές: την ομάδα των ELASTIC Architects, τον επενδυτή και τον operator, που είχαν αναλάβει να επέμβουν σε ένα ξενοδοχείο ήδη αγαπημένο στο κοινό του.
Η δυσκολία βρισκόταν ακριβώς σε αυτή την κληρονομιά. Μια ανακαίνιση μπορούσε να κερδίσει μια νέα γενιά επισκεπτών και συγχρόνως να αποξενώσει όσους είχαν δεθεί με το Delano. Η Ξένου περιέγραψε την έρευνα στην ιστορία, στην τέχνη, στις κοινωνικές αναφορές και στον χαρακτήρα του brand, που προηγήθηκε της μελέτης. «Πιο πολύ είναι σαν να βλέπεις μία ταινία όπου όλα έχουνε σκηνοθετηθεί στην εντέλεια», είπε για το αποτέλεσμα. Η φωτογραφία, εξήγησε, δεν αρκεί πάντα για να φανεί πόση δουλειά έχει προηγηθεί.
Το NAMMOS της Αδριατικής
Η μετάβαση από ένα εστιατόριο της Μυκόνου σε ξενοδοχεία και κατοικίες εξετάστηκε στο «The Nammos State of Mind». Η Ρία Ξένου, η Carolyn Turnbull, ο Fredrik Jonsson και η Μυρτώ Τσαρούχη, με συντονιστή τον Γιάννη Ορφανό, παρουσίασαν τις διαφορετικές απαιτήσεις του έργου στο Μαυροβούνιο.
Το επιχειρηματικό του ενδιαφέρον βρίσκεται και στη βαρύτητα της εστίασης. Το εστιατόριο και το beach club προσελκύουν κοινό και λειτουργούν ως αυτοτελής πηγή εσόδων, ενώ το ξενοδοχείο και οι κατοικίες προσθέτουν διαφορετικούς τρόπους παραμονής. Ο Jonsson περιέγραψε τη μακρά προετοιμασία του ακινήτου και την αξιολόγηση εναλλακτικών brands ώσπου να επιλεγεί εκείνο που ταίριαζε στο σχέδιο ανάπτυξης.
Για την Turnbull, η συνέχεια του Nammos περνά από την υπηρεσία και από την ικανότητα της ομάδας να καταλαβαίνει τον επισκέπτη. Η αρχιτεκτονική καλείται να οργανώσει τη δυνατότητα να συμμετέχει κανείς στην έντονη κοινωνική ζωή και να αποσύρεται όταν το θελήσει. Η σχετική οικειότητα μιας κοινότητας πρέπει να συμβαδίζει με την ιδιωτικότητα της κατοικίας ή του δωματίου.
Έχει ενδιαφέρον ότι οι συνομιλητές έκριναν την επιτυχία με διαφορετικά, συμβατά μέτρα: την τήρηση του επιχειρηματικού σχεδίου, από τη μία, και τη διάθεση των ανθρώπων να παραμένουν στον χώρο και να επιστρέφουν, από την άλλη. Το Nammos μεταφέρει στην Αδριατική ένα ήδη αναγνωρίσιμο όνομα· η δοκιμασία του αρχίζει στη συγκεκριμένη χρήση των χώρων του.
Κρέμα χεριών και AI
Στο «Architectures of Desire», ο Δημήτρης Καραμπατάκης και ο Νίκος Ερηνάκης, με συντονίστρια τη Δανάη Μακρή, άφησαν για λίγο στην άκρη την αγωνία για το ποιο επάγγελμα θα αντικαταστήσει η τεχνητή νοημοσύνη. Η ερώτησή τους προηγούνταν: τι θέλουμε να δημιουργήσουμε και τι επιθυμούμε να γίνουμε εμείς, χρησιμοποιώντας όσα δημιουργούμε;
Αφετηρία ήταν η κρέμα χεριών δίπλα στο σαπούνι του ξενοδοχείου. Ο Καραμπατάκης εξήγησε πώς μια παραγνωρισμένη λεπτομέρεια τον οδήγησε να σκεφτεί τη διαφορά ανάγκης και επιθυμίας. Το σαπούνι καθαρίζει· η κρέμα προσφέρει μια επιπλέον ευχαρίστηση. Στη δική του αφήγηση, η επίγνωση ότι η ζωή τελειώνει δίνει βάρος σε αυτή την επιθυμία να τη χαρούμε. Η αρχιτεκτονική της φιλοξενίας εργάζεται καθημερινά πάνω σε τόσο μικρές, σωματικές απολαύσεις.
Ο Ερηνάκης πήρε τη συζήτηση προς τις διαφορετικές όψεις της ανθρώπινης νοημοσύνης - το συναίσθημα, τη φαντασία, την αίσθηση και το ένστικτο. Έδωσε ιδιαίτερο βάρος στο σώμα και στην ενσώματη εμπειρία ως ανθρώπινη ιδιαιτερότητα στη σχέση μας με την τεχνητή νοημοσύνη. Ένας χώρος προσλαμβάνεται από έναν άνθρωπο που αισθάνεται, θυμάται, κουράζεται, επιθυμεί και γνωρίζει την περατότητά του.
Αυτή η ζωή χρειάζεται περιθώριο. «Πρέπει να υπάρχει η έννοια του κενού», τόνισε ο Καραμπατάκης. Ο υπερβολικός σχεδιασμός κινδυνεύει να εξαντλήσει εκ των προτέρων κάθε πιθανή χρήση, αφήνοντας ελάχιστα στην ανακάλυψη του επισκέπτη. Μια απρόσμενη συνάντηση στις διακοπές έχει αξία επειδή συνέβη. Η συκιά που φυτρώνει σε ένα σπασμένο σκαλοπάτι ήταν η εικόνα του για όσα βρίσκουν μόνα τους τον δρόμο μέσα στον χώρο — και που δύσκολα θα ήθελε κανείς να έχει προγραμματίσει.
Το ανθρώπινο χέρι έφερε μια ακόμη διάσταση του χρόνου. Με το παράδειγμα ενός τεχνίτη του σούσι, ο Καραμπατάκης μίλησε για μια ζωή αφιερωμένη στην απόκτηση δεξιότητας. Ακόμη και αν υποθέταμε δύο όμοια τελικά προϊόντα, η γνώση αυτής της διαδρομής θα άλλαζε τη σχέση μας με το χειροποίητο. Η προτίμηση στο ζυμωτό ψωμί πρόσφερε ένα πιο καθημερινό παράδειγμα: η επιθυμία για κάτι συγκεκριμένο μπορεί να στηρίζει και το επάγγελμα του ανθρώπου που ξυπνά για να το φτιάξει.
Η συζήτηση έγινε πιο αιχμηρή όταν πέρασε στην τοπικότητα. Η επανάληψη γνώριμων μορφών μπορεί να ακινητοποιήσει μια παράδοση που υπήρξε ζωντανή ακριβώς επειδή εξελισσόταν. Ο Καραμπατάκης υπερασπίστηκε τη δυνατότητα να δημιουργούμε μέσα στη συνέχειά της. Ο Ερηνάκης μίλησε για τις φυσικές προσομοιώσεις μιας υποτιθέμενης παλιάς ζωής: τόπους όπου κάτοικοι και τουρίστες παίζουν μέσα σε μια έτοιμη, αναγνωρίσιμη εικόνα. Η αυθεντικότητα δοκιμάζεται στη δυνατότητα των ανθρώπων να συνδιαμορφώνουν όσα συμβαίνουν εκεί.
«Είμαι ελεύθερος μέσα από τον άλλον», είπε ο Ερηνάκης, δίνοντας στην αυτονομία μια σχέση και μια συλλογική ευθύνη. Το ίδιο ερώτημα τίθεται στους αλγορίθμους: ποιος επιλέγει τους όρους με τους οποίους βλέπουμε και χρησιμοποιούμε ένα περιβάλλον; Και ποιος μπορεί ακόμη να τους αλλάξει;
Η καταληκτική φράση του Καραμπατάκη έδωσε σαφή κατεύθυνση στον ξενοδόχο, στον αρχιτέκτονα και στον επενδυτή: «πρόσκληση συμμετοχής και όχι κατανάλωσης». Ο ταξιδιώτης έχει κι αυτός ευθύνη στη συνάντηση. Η φροντίδα, ο σεβασμός και η προθυμία να ενδιαφερθεί για τον άλλον συνεχίζονται στις διακοπές. Αν όλα προσφέρονται ως έτοιμο θέαμα προς εξάντληση, φτωχαίνει σταδιακά και αυτό που προσφέρεται.
Ο επισκέπτης κρατά τον έλεγχο
Ο Θωμάς Αθανασόπουλος, στο «Guest Management Systems», περιέγραψε ένα δωμάτιο που προσαρμόζεται στο φως, στη θερμοκρασία, στην ποιότητα του αέρα και στην παρουσία του ανθρώπου. Κράτησε, όμως, μια κρίσιμη αρμοδιότητα στον επισκέπτη: την τελική απόφαση για τις ρυθμίσεις του. Τα δεδομένα δίνουν παράλληλα στη μονάδα τη δυνατότητα να διορθώνει τη λειτουργία της και να προετοιμάζεται για τις συνθήκες της επόμενης περιόδου.
Η Anna Milani, με το «The Hotel Gym Reimagined», ζήτησε να σκεφτούμε ένα γυμναστήριο όπου η κίνηση συνδυάζεται με προσοχή, αντίδραση και μνήμη. Παρουσίασε εφαρμογές του brain–body fitness και πιλοτικές εμπειρίες από τη Σιγκαπούρη. Για την ξενοδοχειακή επιχείρηση, η πρόταση αφορά ένα πρόγραμμα που χρειάζεται επιλεγμένο εξοπλισμό και κατάλληλα εκπαιδευμένους επαγγελματίες, ακόμη και σε μικρότερο διαθέσιμο χώρο.
Πόσα ξενοδοχεία, και τι ξενοδοχεία;
Η πόλη επέστρεψε στο «Making the Magnetic City», με την Ουρανία Πικραμένου, τον Poka-Yio και τον Δημήτρη Γκροζόπουλο, σε συντονισμό Σπύρου Πέγκα. Η συζήτηση για τη φέρουσα ικανότητα έγινε πιο συγκεκριμένη όταν ακούστηκε ότι έχει σημασία και το είδος των μονάδων και των καταστημάτων που ανοίγουν. Η επίδρασή τους στη γειτονιά διαφέρει. Η τέχνη, η μικρή δημιουργική παραγωγή, ο δημόσιος χώρος, η σκιά και το πράσινο αφορούν την πόλη που χρησιμοποιούν καθημερινά οι κάτοικοι και συναντούν οι επισκέπτες.
Στο «A Hotel Called Athens», οι Κώστας Τσιαμπάος, Ηρακλής Παύλου, Δημήτρης Παπάζογλου και Άρης Γιαννόπουλος, με συντονιστή τον Κίμωνα Φραγκάκη, μίλησαν για την αθηναϊκή ταυτότητα μέσα από έργα και μικρές καθημερινές παρατηρήσεις. Η αναφορά του Παύλου στην αφαίρεση παρεμβάσεων από την παραλία του Αστέρα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον: μερικές φορές το μέρος φαίνεται ξανά όταν απομακρυνθεί κάτι που του προσθέσαμε. Η συζήτηση για την κατοίκηση έθεσε και το όριο της τουριστικής αξιοποίησης. Για να φιλοξενήσει μια πόλη, κάποιος πρέπει πρώτα να κατοικεί εκεί.
Το καφενείο της πρώτης συζήτησης και η συκιά της τελευταίας μεγάλης φιλοσοφικής κουβέντας έμειναν ως δύο εύστοχες εικόνες της ημέρας. Το πρώτο χρειάζεται ανθρώπους που θα ανοίξουν και τη Δευτέρα. Η δεύτερη χρειάζεται ένα περιθώριο που κανείς δεν έχει προλάβει να προσδιορίσει. Ανάμεσά τους βρίσκεται αρκετή από τη δουλειά που περιμένει τη φιλοξενία, δηλαδή να συμφωνήσει τους όρους της με όσους κρατούν τον τόπο σε λειτουργία και να αφήσει χώρο για όσα θα συμβούν όταν φτάσει ο επισκέπτης.
Σχολιάστε