Αποζημιώσεις χιλιάδων ευρώ σε γιατρούς για επαγγελματική εξουθένωση – Επανέρχεται η συζήτηση για το burnout στο ΕΣΥ
Δημοσιεύθηκαν δύο σημαντικές αποφάσεις διοικητικών δικαστηρίων που επιδικάζουν αποζημίωση σε γιατρούς για μη λήψη αδείας
Η έλλειψη προσωπικού, οι συνεχείς εφημερίες και η αδυναμία των γιατρών να λάβουν ακόμη και την κανονική άδειά τους αποτελούν εδώ και χρόνια αντικείμενο έντονης συζήτησης για τη λειτουργία του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Το βίντεο της εξαντλημένης παιδιάτρου που πριν μερικές εβδομάδες είχε προκαλέσει σοκ είναι μόνο ένα από τα εκατοντάδες περιστατικά εξουθενωμένων γιατρών του δημοσίου συστήματος υγείας που καλούνται να εργάζονται ασταμάτητα, θέτοντας σε κίνδυνο την υγεία τη δική τους και φυσικά των ασθενών τους.
Σε αυτό το πλαίσιο, μόλις δημοσιεύθηκαν δύο εξαιρετικά σημαντικές αποφάσεις διοικητικών δικαστηρίων που επιδικάζουν αποζημίωση σε γιατρούς για μη λήψη αδείας και αποσαφηνίζουν τα όρια της ευθύνης της διοίκησης των νοσοκομείων, όταν η επιβάρυνση στους γιατρούς είναι υπέρμετρη.
Η δικαστική δικαίωση για τις 76 ημέρες άδειας που δεν χορηγήθηκαν ποτέ
Η ΜΔΠρΜυτιλ 164/2026 ασχολήθηκε με μια συγκλονιστική υπόθεση που αφορά Διευθυντή νοσοκομείου του ΕΣΥ, ο οποίος, όταν αποχώρησε αυτοδικαίως από την υπηρεσία λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας, είχε ακόμη 76 ημέρες κανονικής άδειας που δεν είχαν χορηγηθεί!
Σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, ο γιατρός είχε ήδη από το καλοκαίρι του 2021 ζητήσει να λάβει το σύνολο της άδειας που δικαιούνταν, συνολικά 82 ημέρες. Το νοσοκομείο, ωστόσο, ενέκρινε μόλις δέκα ημέρες, επικαλούμενο γενικώς υπηρεσιακές ανάγκες της Μονάδας Τεχνητού Νεφρού, χωρίς ειδικότερη αιτιολογία.
Στη συνέχεια ο εν λόγω ιατρός λόγω προβλημάτων υγείας και στη συνέχεια συνταξιοδότησης αποχώρησε από το ΕΣΥ χωρίς να έχει κατορθώσει να εξαντλήσει την κανονική άδεια που είχε συσσωρεύσει.
Με την αγωγή του υποστήριξε ότι η μη χορήγηση της άδειας δεν οφειλόταν σε δική του επιλογή αλλά σε παράνομη παράλειψη της διοίκησης, κάτι που το δικαστήριο έκανε δεκτό, με αποτέλεσμα να του επιδικάσει 15.000 ευρώ για τις αχρησιμοποίητες μέρες αδείας και 1.000 ευρώ για την ηθική βλάβη που υπέστη.
Η άδεια είναι μέσο προστασίας της υγείας του εργαζομένου
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αιτιολογία της απόφασης, καθώς το δικαστήριο δεν αντιμετωπίζει την κανονική άδεια ως ένα απλό υπηρεσιακό προνόμιο, αλλά ως δικαίωμα που συνδέεται άμεσα με την προστασία της υγείας του εργαζομένου.
Όπως επισημαίνεται χαρακτηριστικά, «το δικαίωμα αυτό αποσκοπεί στην παροχή στον εργαζόμενο της δυνατότητας ανάπαυσης από την εκτέλεση των εργασιακών καθηκόντων του, αναψυχής και ψυχαγωγίας, στο πλαίσιο της μέριμνας για την αποτελεσματική προστασία της ασφάλειας κατά την εργασία και της υγείας του».
Με βάση το ίδιο σκεπτικό, το δικαστήριο έκρινε ότι η παράλειψη χορήγησης της άδειας δεν είχε μόνο οικονομικές συνέπειες, αλλά επηρέασε και την προσωπικότητα του γιατρού, επισημαίνοντας ότι «η μη χορήγηση στον ενάγοντα των 76 ημερών κανονικής αδείας που δικαιούτο του προκάλεσε αισθήματα κόπωσης και ψυχολογικής πίεσης».
Με βάση αυτή τη διατύπωση το δικαστήριο αναγνωρίζει ρητά ότι η πολύχρονη στέρηση της απαραίτητης ανάπαυσης μπορεί να προκαλέσει ψυχική επιβάρυνση, γεγονός που δικαιολογεί την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
Η παθολόγος που εξαναγκάστηκε σε παραίτηση
Την ίδια περίοδο, μια διαφορετική υπόθεση που εκδικάστηκε από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Χανίων με την απόφαση ΤρΔΠρΧαν 222/2026 αποτυπώνει μια ακόμη πιο εκτεταμένη εικόνα των συνθηκών εργασίας που επικρατούσαν στα δημόσια νοσοκομεία την εποχή της πανδημίας.
Η ενάγουσα, Διευθύντρια σε νοσοκομείο της Κρήτης, ζήτησε να της επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση ύψους 20.000 ευρώ, υποστηρίζοντας ότι οι ενέργειες και οι παραλείψεις της διοίκησης την οδήγησαν τελικά στην παραίτησή της από το ΕΣΥ.
Στην αγωγή της, μάλιστα, περιέγραψε μια μακρά περίοδο συνεχούς υποστελέχωσης. Ενώ η Παθολογική Κλινική διέθετε έξι οργανικές θέσεις, υπηρετούσαν στην πράξη δύο έως τέσσερις παθολόγοι, ενώ λίγο πριν από την αποχώρησή της είχαν απομείνει μόλις τρεις γιατροί να καλύπτουν το σύνολο των αναγκών της κλινικής. Παράλληλα, κατά την πανδημία είχε αναλάβει και την επιστημονική ευθύνη της διαχείρισής της σε όλο τον νομό, ενώ πολλές φορές ένας μόνο παθολόγος καλούνταν να καλύπτει ταυτόχρονα την Παθολογική Κλινική, το Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών και την κλινική Covid.
Η ίδια υποστηρίζει ακόμη ότι πραγματοποιούσε συστηματικά επτά και οκτώ εφημερίες τον μήνα, ενώ τον Δεκέμβριο του 2022 εκτέλεσε εννέα εφημερίες, κατόπιν διαδοχικών εγγράφων «εντέλλεσθε» της διοίκησης. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, συνολικά είχε λάβει δεκατρία τέτοια έγγραφα, τα οποία εκδίδονταν αντί ουσιαστικής αντιμετώπισης των προβλημάτων που η ίδια ανεδείκνυε.
Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Χανίων έκανε δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε το νοσοκομείο να της καταβάλει το σύνολο του ποσού των 20.000 ευρώ, κρίνοντας ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις ευθύνης του νοσοκομείου για την ηθική βλάβη που υπέστη.
Δεκάδες προειδοποιήσεις προς τη διοίκηση
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η αγωγή της γιατρού συνοδεύτηκε από μεγάλο αριθμό υπηρεσιακών εγγράφων, με τα οποία η γιατρός, τόσο ατομικά όσο και μαζί με συναδέλφους της, προειδοποιούσε επανειλημμένα για τις συνέπειες της υποστελέχωσης.
Στα έγγραφα αυτά γίνονται αναφορές στην αδυναμία χορήγησης κανονικών αδειών, στις υπεράριθμες εφημερίες, στη σωματική και ψυχική εξάντληση των γιατρών, αλλά και στον κίνδυνο που, κατά τους ίδιους, δημιουργούσαν οι συνθήκες αυτές για την ασφαλή νοσηλεία των ασθενών.
Παράλληλα, η ενάγουσα υποστήριξε ότι αντί συγκεκριμένων λύσεων λάμβανε επανειλημμένα έγγραφα με την ένδειξη «εντέλλεσθε», ενώ αργότερα της ανατέθηκαν και εφημερίες ετοιμότητας για διακομιδές διασωληνωμένων ασθενών, παρά τη ρητή επιστημονική αντίθεσή της.
Κατά τους ισχυρισμούς της, η συσσώρευση όλων αυτών των περιστατικών την οδήγησε τελικά στην απόφαση να παραιτηθεί από το ΕΣΥ στις αρχές του 2023, υποστηρίζοντας ότι δεν επρόκειτο για ελεύθερη επαγγελματική επιλογή αλλά για αποτέλεσμα της παρατεταμένης εργασιακής πίεσης που δεχόταν.
Δύο διαφορετικές υποθέσεις, ένα κοινό ερώτημα
Οι δύο υποθέσεις δεν στηρίζονται στην ίδια νομική βάση, όμως αναδεικνύουν έναν κοινό προβληματισμό για τις συνθήκες εργασίας των νοσοκομειακών γιατρών.
Σίγουρα, δεν λύνουν το διαχρονικό πρόβλημα της υποστελέχωσης των δημόσιων νοσοκομείων, όμως εκκινούν από την ίδια αφετηρία προβληματισμού ότι όταν η συνεχής εργασιακή επιβάρυνση, η στέρηση της αναγκαίας ανάπαυσης και οι διοικητικές επιλογές επηρεάζουν την υγεία και την επαγγελματική πορεία των γιατρών, το ζήτημα παύει να αφορά αποκλειστικά την εσωτερική λειτουργία των νοσοκομείων και γεννά αξίωση αποζημίωσης.
Πηγή: ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
Σχολιάστε