διαΝΕΟσις: Περισσότερες επενδύσεις στην έρευνα, αλλά η καινοτομία δυσκολεύεται να φτάσει στην αγορά
Η Ελλάδα έχει ενισχύσει τις δαπάνες Ε&Α, το οικοσύστημα startups και το επιστημονικό της δυναμικό, όμως εξακολουθεί να υστερεί σε πατέντες, συνεργασίες επιχειρήσεων-πανεπιστημίων, ψηφιακή ωριμότητα και αξιοποίηση της γνώσης
14/09/2026 | 12:25
14/09/2026 | 17:34
Σημαντική πρόοδο σε χρηματοδότηση, θεσμούς και νεοφυή επιχειρηματικότητα καταγράφει η νέα μελέτη της διαΝΕΟσις για το ελληνικό σύστημα έρευνας και καινοτομίας. Η πρόκληση μετατοπίζεται πλέον από τη δημιουργία περισσότερων πόρων και δομών στην αποτελεσματικότερη σύνδεση της γνώσης με τις επιχειρήσεις, την παραγωγή και την αγορά.
Η Ελλάδα επενδύει περισσότερα στην έρευνα και ανάπτυξη σε σχέση με πριν από λίγα χρόνια, διαθέτει ισχυρό επιστημονικό ανθρώπινο δυναμικό και έχει δημιουργήσει περισσότερους θεσμούς, χρηματοδοτικά εργαλεία και κίνητρα για την καινοτομία. Την ίδια στιγμή, όμως, η παραγόμενη γνώση εξακολουθεί να δυσκολεύεται να μετατραπεί σε πατέντες, νέα προϊόντα, τεχνολογικά προηγμένες εξαγωγές και συστηματικές συνεργασίες μεταξύ επιχειρήσεων και ερευνητικού χώρου.
Αυτή τη διπλή εικόνα αναδεικνύει η νέα μελέτη της διαΝΕΟσις για το ελληνικό Εθνικό Σύστημα Καινοτομίας, την οποία υπογράφουν ο καθηγητής Άγγελος Τσακανίκας, η επίκουρη καθηγήτρια Αιμιλία Πρωτόγερου και ο μεταδιδακτορικός ερευνητής Παναγιώτης Παναγιωτόπουλος από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο.
Η μελέτη επικαιροποιεί την αντίστοιχη ανάλυση του 2021 και εξετάζει την πρόοδο αλλά και τις χρόνιες αδυναμίες του συστήματος μέσα από σειρά δεικτών σε έξι κρίσιμα πεδία. Δεν αποτελεί νέα δημοσκόπηση επιχειρήσεων, αλλά συγκριτική αποτίμηση θεσμών, πολιτικών και διαθέσιμων στατιστικών δεδομένων διαφορετικών ετών.
Περισσότεροι πόροι για έρευνα και ανάπτυξη
Ένα από τα ισχυρότερα σημεία προόδου αφορά τη χρηματοδότηση.
Οι συνολικές δαπάνες για Έρευνα και Ανάπτυξη έφτασαν τα 3,66 δισ. ευρώ, περίπου 1,3 δισ. ευρώ περισσότερα σε σχέση με το 2019. Η εξέλιξη αυτή βοήθησε την Ελλάδα να ανέβει από τη 16η στη 13η θέση μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ ως προς την ένταση των ερευνητικών δαπανών.
Πρόκειται για σημαντική μεταβολή για ένα σύστημα που επί σειρά ετών χαρακτηριζόταν από σχετικά χαμηλή χρηματοδότηση. Παράλληλα, έχει ενισχυθεί το θεσμικό πλαίσιο μέσα από μηχανισμούς όπως το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας και τη δράση «Ερευνώ-Καινοτομώ», η οποία επιδιώκει να φέρει πιο κοντά επιχειρήσεις και ερευνητικούς φορείς.
Στο επιχειρηματικό σκέλος έχουν προστεθεί και φορολογικά εργαλεία. Η μελέτη αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στα κίνητρα για επενδύσεις επιχειρηματικών αγγέλων σε εγγεγραμμένες νεοφυείς επιχειρήσεις, καθώς και στην ευνοϊκότερη μεταχείριση των stock options προς εργαζομένους.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η Ελλάδα διαθέτει σήμερα ένα σαφώς πλουσιότερο σύνολο χρηματοδοτικών και θεσμικών εργαλείων από ό,τι πριν από μία πενταετία. Το ερώτημα, όμως, είναι τι παράγουν τελικά αυτές οι εισροές.
Το χάσμα ανάμεσα στη γνώση και την εμπορική αξιοποίησή της
Εκεί εντοπίζεται μία από τις κεντρικές αδυναμίες που επισημαίνει η μελέτη.
Παρά την αύξηση των ερευνητικών δαπανών, η Ελλάδα παραμένει πολύ πίσω στις αιτήσεις για διπλώματα ευρεσιτεχνίας. Ο ελληνικός μέσος όρος διαμορφώνεται στις 10,3 αιτήσεις ανά εκατομμύριο κατοίκους στο Ευρωπαϊκό Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας, έναντι 152,2 σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Η απόσταση είναι πολύ μεγάλη για να εξηγηθεί μόνο από το μέγεθος της ελληνικής οικονομίας. Αποτυπώνει ένα βαθύτερο πρόβλημα στη μετατροπή της ερευνητικής δραστηριότητας σε προστατευόμενη τεχνολογία και, στη συνέχεια, σε εμπορεύσιμα προϊόντα και υπηρεσίες.
Το ίδιο ζήτημα αντανακλάται και στη σύνθεση των ελληνικών εξαγωγών. Η αξία των εξαγωγών μέσης και υψηλής τεχνολογίας αντιστοιχούσε το 2023 στο 24% των συνολικών εξαγωγών, έναντι 62% στην Ευρώπη.
Επομένως, η ενίσχυση της ερευνητικής δραστηριότητας δεν έχει ακόμη συνοδευτεί από αντίστοιχη μεταβολή της παραγωγικής βάσης προς δραστηριότητες υψηλότερης τεχνολογικής και γνωσιακής έντασης.
Πανεπιστήμια και επιχειρήσεις παραμένουν μακριά
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη σαφέστερο στη σύνδεση επιχειρήσεων και ακαδημαϊκού χώρου.
Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται η μελέτη, η Ελλάδα βρίσκεται στην 106η θέση μεταξύ 133 χωρών ως προς τη συνεργασία επιχειρήσεων και πανεπιστημίων για Έρευνα και Ανάπτυξη. Στη δημιουργία επιχειρηματικών συστάδων, των λεγόμενων clusters, κατατάσσεται ακόμη χαμηλότερα, στην 118η θέση.
Αυτό έχει άμεση επιχειρηματική σημασία. Η καινοτομία δεν εξαρτάται μόνο από το πόση έρευνα παράγουν τα πανεπιστήμια ή πόσα χρήματα επενδύει μια επιχείρηση. Εξαρτάται και από την ύπαρξη δικτύων μέσα από τα οποία η γνώση, οι άνθρωποι και η τεχνολογία μπορούν να κυκλοφορήσουν ανάμεσα σε ερευνητικά ιδρύματα, startups και καθιερωμένες επιχειρήσεις.
Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει προσπάθειες να καλυφθεί αυτό το κενό μέσω Γραφείων Μεταφοράς Τεχνολογίας, Κέντρων Ικανοτήτων και άλλων σχημάτων συνεργασίας. Ωστόσο, σύμφωνα με την αποτίμηση της διαΝΕΟσις, το ερευνητικό οικοσύστημα εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από κατακερματισμό και περιορισμένες συνέργειες.
Οι startups είναι ένα από τα ισχυρότερα σημεία βελτίωσης
Διαφορετική είναι η εικόνα στη νεοφυή επιχειρηματικότητα, όπου καταγράφονται περισσότερο ενθαρρυντικές τάσεις.
Από το 2017 και μετά, σύμφωνα με τη μελέτη, ιδρύονται στην Ελλάδα περισσότερες επιχειρήσεις από όσες κλείνουν. Παράλληλα, το ποσοστό των επιχειρηματικών εγχειρημάτων υψηλής ή μέτριας τεχνολογικής έντασης αυξήθηκε από 4,4% το 2019 σε 7,6% το 2023, ξεπερνώντας τον μέσο όρο των χωρών μεσαίου εισοδήματος που χρησιμοποιείται στη σχετική σύγκριση.
Αυξημένη εμφανίζεται και η ικανότητα ορισμένων νέων επιχειρήσεων να δημιουργούν απασχόληση. Το ποσοστό των εγχειρημάτων που προσφέρουν έξι ή περισσότερες θέσεις εργασίας, πέρα από τους ιδρυτές τους, έφτασε το 17% το 2023, έξι ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερα από το αντίστοιχο του 2019.
Η εικόνα αυτή δείχνει ότι το ελληνικό startup οικοσύστημα έχει προχωρήσει πέρα από τη φάση της απλής εμφάνισης περισσότερων νεοφυών επιχειρήσεων.
Η πρόκληση μετατοπίζεται πλέον στη μεγέθυνση: αν δηλαδή περισσότερες startups μπορούν να αποκτήσουν κρίσιμη μάζα, να προσελκύσουν κεφάλαια, να επεκταθούν διεθνώς και να δημιουργήσουν σημαντικό αριθμό θέσεων υψηλής ειδίκευσης.
Υψηλό μορφωτικό επίπεδο, αλλά κακή αξιοποίηση δεξιοτήτων
Η Ελλάδα διαθέτει και ένα δεύτερο ισχυρό πλεονέκτημα: ανθρώπινο δυναμικό με υψηλά τυπικά προσόντα.
Το 45% των ατόμων ηλικίας 25-34 ετών ήταν απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης το 2023, ποσοστό ελαφρώς υψηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ. Παράλληλα, η αναλογία νέων διδακτόρων σε πεδία STEM ανά 1.000 κατοίκους βρίσκεται κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Όμως και εδώ εμφανίζεται το ίδιο πρόβλημα μετατροπής των διαθέσιμων πόρων σε παραγωγικό αποτέλεσμα.
Το 36,6% των νέων πτυχιούχων ηλικίας 25-34 ετών εργάζεται σε θέσεις για τις οποίες δεν απαιτούνται προσόντα ανώτατης εκπαίδευσης. Πρόκειται, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει η μελέτη, για το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου ο μέσος όρος βρίσκεται στο 23%.
Με άλλα λόγια, η χώρα δεν αντιμετωπίζει μόνο ζήτημα παραγωγής δεξιοτήτων. Αντιμετωπίζει και πρόβλημα αντιστοίχισής τους με τις ανάγκες της οικονομίας.
Η απόσταση αυτή αποκτά μεγαλύτερη σημασία καθώς επιχειρήσεις δηλώνουν διαχρονικά ότι δυσκολεύονται να καλύψουν θέσεις που απαιτούν εξειδικευμένες γνώσεις.
Χαμηλές επιδόσεις στη συνεχή κατάρτιση
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σύνθετη στο πεδίο της διά βίου μάθησης.
Μόνο το 4,4% του πληθυσμού ηλικίας 25-64 ετών συμμετείχε σε προγράμματα διά βίου μάθησης, έναντι 13,3% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αντίστοιχα περιορισμένη είναι η συμμετοχή των ίδιων των επιχειρήσεων στην αναβάθμιση των ψηφιακών δεξιοτήτων του προσωπικού τους: μόλις το 13% των ελληνικών επιχειρήσεων παρέχει σχετική εκπαίδευση, έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου 22%.
Τα δεδομένα αυτά έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα σε μία περίοδο κατά την οποία η ψηφιοποίηση, η αυτοματοποίηση και η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζουν ταχύτατα τις ανάγκες πολλών επαγγελμάτων.
Χωρίς συστηματικότερη επανεκπαίδευση του υφιστάμενου ανθρώπινου δυναμικού, το πρόβλημα δεν αφορά μόνο όσους αναζητούν εργασία. Μπορεί να εξελιχθεί σε περιορισμό για την ίδια την ικανότητα των επιχειρήσεων να υιοθετήσουν νέες τεχνολογίες.
Το ψηφιακό κενό των ελληνικών επιχειρήσεων
Η χαμηλή επένδυση στις δεξιότητες συνδέεται με μία ακόμη αδυναμία που καταγράφει η μελέτη: τη σχετικά αργή ενσωμάτωση ψηφιακών τεχνολογιών στις επιχειρήσεις.
Παρά την πρόοδο που έχει γίνει τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα σε δημόσιες ψηφιακές υπηρεσίες και επιμέρους επιχειρηματικές λειτουργίες, η συνολική εικόνα παραμένει πίσω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, το ζήτημα είναι κρίσιμο. Η ψηφιακή υστέρηση δεν αφορά μόνο την παρουσία στο διαδίκτυο ή την ηλεκτρονική τιμολόγηση. Επηρεάζει την παραγωγικότητα, την πρόσβαση σε δεδομένα, την αυτοματοποίηση, την εξυπηρέτηση πελατών, την ικανότητα διεθνούς ανάπτυξης και, τελικά, την απορρόφηση νέων τεχνολογιών.
Έτσι διαμορφώνεται ένας φαύλος κύκλος: περιορισμένες ψηφιακές δεξιότητες δυσκολεύουν την τεχνολογική αναβάθμιση και η περιορισμένη τεχνολογική ωριμότητα μειώνει τη ζήτηση για πιο προηγμένες δεξιότητες.
Οι δημόσιες προμήθειες ως ανεκμετάλλευτος μοχλός καινοτομίας
Η μελέτη δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα και στον ρόλο του κράτους όχι μόνο ως χρηματοδότη αλλά και ως αγοραστή καινοτόμων προϊόντων και υπηρεσιών.
Στην πρόσφατη ευρωπαϊκή αξιολόγηση των εθνικών πλαισίων για τις δημόσιες προμήθειες καινοτομίας, η Ελλάδα βρίσκεται στη 16η θέση μεταξύ 30 χωρών.
Η επίδοση αυτή, όμως, κρύβει σημαντικές αντιφάσεις. Σε ορισμένα θεσμικά πεδία η χώρα διαθέτει επαρκές πλαίσιο, αλλά παραμένει μεγάλη απόσταση μεταξύ σχεδιασμού και εφαρμογής.
Για ένα οικοσύστημα με μικρές τεχνολογικές επιχειρήσεις και startups, η δυνατότητα να αποκτήσουν το Δημόσιο ως πρώτο ή σημαντικό πελάτη μπορεί να είναι καθοριστική. Μια σύμβαση με δημόσιο φορέα μπορεί να λειτουργήσει ως αγορά αναφοράς, να δώσει έσοδα σε πρώιμο στάδιο και να διευκολύνει την περαιτέρω ανάπτυξη της εταιρείας.
Επομένως, οι καινοτόμες δημόσιες προμήθειες δεν αποτελούν μόνο διοικητικό εργαλείο, αλλά δυνητικά μέρος μιας ενεργητικής πολιτικής ανάπτυξης της αγοράς.
Το πρόβλημα δεν είναι πλέον μόνο «πόσα ξοδεύουμε»
Συνολικά, η μελέτη της διαΝΕΟσις περιγράφει ένα σύστημα που έχει βελτιωθεί αισθητά στις εισροές του: περισσότερα χρήματα για Ε&Α, περισσότερα εργαλεία, ισχυρότερο οικοσύστημα startups, υψηλού επιπέδου ανθρώπινο δυναμικό και νέους θεσμούς σύνδεσης έρευνας και παραγωγής.
Ωστόσο, οι αδύναμες επιδόσεις σε διπλώματα ευρεσιτεχνίας, συνεργασίες μεταξύ πανεπιστημίων και επιχειρήσεων, τεχνολογικά προηγμένες εξαγωγές, clusters, συνεχή κατάρτιση και ψηφιακή αξιοποίηση δείχνουν ότι η πρόκληση έχει μετακινηθεί.
Το ζητούμενο δεν είναι μόνο να αυξάνονται οι δαπάνες για έρευνα. Είναι να δημιουργούνται αποτελεσματικότεροι μηχανισμοί ώστε η χρηματοδότηση και η γνώση να καταλήγουν σε νέα προϊόντα, επιχειρηματικές συνεργασίες, επενδύσεις και εξαγωγές.
Οι τρεις κατευθύνσεις που προτείνουν οι συγγραφείς
Οι συγγραφείς τοποθετούν στο επίκεντρο τρεις βασικές παρεμβάσεις.
Πρώτον, προτείνουν τη διαμόρφωση ολοκληρωμένης Εθνικής Στρατηγικής Έρευνας, Τεχνολογικής Ανάπτυξης και Καινοτομίας, με μακροχρόνιους στόχους, συγκεκριμένες «αποστολές» και μετρήσιμα ορόσημα.
Δεύτερον, θέτουν ζήτημα θεσμικής ενοποίησης του χώρου της ανώτατης εκπαίδευσης και της έρευνας, ακόμη και μέσω της δημιουργίας ενιαίου Υπουργείου Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας, ώστε να περιοριστεί η σημερινή διάσπαση αρμοδιοτήτων και να ενισχυθεί ο συντονισμός.
Τρίτον, προτείνουν την επιχειρησιακή αναβάθμιση του ερευνητικού συστήματος, με μείωση της γραφειοκρατίας στους Ειδικούς Λογαριασμούς Κονδυλίων Έρευνας, μεγαλύτερη τυποποίηση διαδικασιών και πιο οργανωμένη διάχυση καλών πρακτικών.
Για τις επιχειρήσεις, η βασική ανάγνωση της μελέτης είναι ότι η ελληνική οικονομία έχει πλέον δημιουργήσει μεγαλύτερη δεξαμενή γνώσης, χρηματοδότησης και επιχειρηματικού ταλέντου από ό,τι στο παρελθόν. Το επόμενο βήμα είναι δυσκολότερο: να μετατραπούν αυτά τα στοιχεία σε περισσότερες επιχειρήσεις που καινοτομούν συστηματικά, σε τεχνολογία που φτάνει στην αγορά και σε παραγωγική δραστηριότητα ικανή να ανταγωνιστεί διεθνώς.
Σχολιάστε