epixeiro
Διεθνή

Η ελληνική οικονομία σε τροχιά ανάπτυξης: Μείωση χρέους και άνοδος επενδύσεων στο μικροσκόπιο της Κομισιόν

Η Ελλάδα παρουσιάζει ανθεκτικές δημοσιονομικές επιδόσεις και αυξημένη αναπτυξιακή δυναμική, ωστόσο οι διαρθρωτικές αδυναμίες και η εξάρτηση από συγκεκριμένους κλάδους εξακολουθούν να προβληματίζουν τις Βρυξέλλες

Κοινοποιήστε

Σχολιάστε

Διαβάζεται σε 2 λεπτά

Η ελληνική οικονομία σε τροχιά ανάπτυξης: Μείωση χρέους και άνοδος επενδύσεων στο μικροσκόπιο της Κομισιόν

Σε μια εκτενή έκθεση 128 σελίδων, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσιάζει μια λεπτομερή εικόνα της ελληνικής οικονομίας, η οποία συνεχίζει να αναπτύσσεται, αν και με ρυθμούς που δεν επαρκούν για ταχεία σύγκλιση με την υπόλοιπη Ευρώπη. Το δημόσιο χρέος καταγράφει σημαντική αποκλιμάκωση, οι δημόσιες επενδύσεις αυξάνονται θεαματικά, ενώ η ενεργοποίηση της ρήτρας διαφυγής διευρύνεται από τις αμυντικές δαπάνες και σε παρεμβάσεις ενεργειακής ασφάλειας. Παράλληλα, ζητήματα όπως η υγεία, ο τουρισμός και η ενεργειακή εξάρτηση εξακολουθούν να βρίσκονται ψηλά στις ευρωπαϊκές συστάσεις.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε την Έκθεση Χώρας 2026 για την Ελλάδα (Country Report – Greece), το υπηρεσιακό έγγραφο που συνοδεύει τη Σύσταση του Συμβουλίου σχετικά με τις οικονομικές, κοινωνικές, δημοσιονομικές και διαρθρωτικές πολιτικές της χώρας. Παρότι πρόκειται για ένα τεχνικό κείμενο, λειτουργεί ουσιαστικά ως αποτίμηση της πορείας της ελληνικής οικονομίας και ταυτόχρονα ως οδηγός για τις προτεραιότητες των επόμενων ετών.

Το βασικό συμπέρασμα της Επιτροπής είναι ότι η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται μεν, αλλά όχι με την ταχύτητα που απαιτείται για να καλυφθεί γρήγορα το χαμένο έδαφος της κρίσης. Το πραγματικό ΑΕΠ του 2025 εξακολουθούσε να βρίσκεται περίπου 14% χαμηλότερα από τα επίπεδα του 2008, ενώ το κατά κεφαλήν εισόδημα αντιστοιχούσε μόλις στο 68,4% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Με προβλεπόμενο ρυθμό ανάπτυξης κοντά στο 1,5%, ελαφρώς υψηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ, η διαδικασία σύγκλισης εκτιμάται ότι θα παραμείνει αργή.

Η ρήτρα διαφυγής επεκτείνεται από την άμυνα στην ενεργειακή ασφάλεια

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στη ρήτρα διαφυγής. Όπως αναφέρεται στο δημοσιονομικό παράρτημα της έκθεσης, τον Ιανουάριο του 2025 το Συμβούλιο ενέκρινε το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό και διαρθρωτικό σχέδιο της Ελλάδας για την περίοδο 2025-2028 και ταυτόχρονα ενεργοποίησε την Εθνική Ρήτρα Διαφυγής. Η απόφαση αυτή είχε ως στόχο να επιτρέψει την αύξηση των αμυντικών δαπανών χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η συμμόρφωση με το ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο.

Η επίδραση της απόφασης είναι ήδη εμφανής. Οι αμυντικές δαπάνες αυξήθηκαν από το 2,2% του ΑΕΠ το 2024 στο 2,4% το 2025 και αναμένεται να φθάσουν το 2,6% το 2026. Παράλληλα, η Ελλάδα κατέλαβε την τρίτη θέση στην ΕΕ κατά την ενδιάμεση αναθεώρηση της πολιτικής συνοχής, κατευθύνοντας 634 εκατ. ευρώ σε δράσεις που σχετίζονται με την άμυνα και κυρίως με τη στρατιωτική κινητικότητα στους βασικούς ευρωπαϊκούς διαδρόμους. Επιπλέον, αξιοποιεί το χρηματοδοτικό εργαλείο SAFE για την ενίσχυση αμυντικών επενδύσεων.

Η σημαντικότερη νέα εξέλιξη αφορά τη δυνατότητα επέκτασης της ρήτρας διαφυγής και σε δράσεις ενεργειακής ανθεκτικότητας. Στο πλαίσιο του Εαρινού Πακέτου του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2026, η Επιτροπή εισηγείται, έπειτα από σχετικό αίτημα κρατών-μελών, να μπορούν να εξαιρούνται από τους δημοσιονομικούς περιορισμούς συγκεκριμένες δαπάνες που στοχεύουν στη μείωση της εξάρτησης από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα. Για τις σχετικές παρεμβάσεις προβλέπεται ετήσιο όριο 0,3% του ΑΕΠ και συνολικό ανώτατο όριο 0,6% για την περίοδο 2026-2028. Η πρόβλεψη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, η οποία υλοποιεί εκτεταμένα έργα διασυνδέσεων, αποθήκευσης ενέργειας και αναβάθμισης δικτύων.

Δημοσιονομική σταθερότητα και ταχεία μείωση του χρέους

Η συνολική δημοσιονομική εικόνα χαρακτηρίζεται θετική. Το 2025 η γενική κυβέρνηση κατέγραψε πλεόνασμα 1,7% του ΑΕΠ, το οποίο αναμένεται να περιοριστεί στο 0,8% το 2026 και στο 0,6% το 2027. Παρά τη μείωση αυτή, το πρωτογενές πλεόνασμα προβλέπεται να παραμείνει πάνω από το 3,5% του ΑΕΠ.

Παράλληλα, το δημόσιο χρέος συνεχίζει να αποκλιμακώνεται με ταχύ ρυθμό. Από το 146,1% του ΑΕΠ το 2025 αναμένεται να περιοριστεί στο 140,7% το 2026 και στο 134,4% το 2027, έχοντας ήδη μειωθεί κατά περίπου 43 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με τα επίπεδα του 2018.

Οι δημόσιες επενδύσεις ενισχύονται χάρη στα ευρωπαϊκά κονδύλια

Ένας από τους πιο δυναμικούς τομείς είναι οι δημόσιες επενδύσεις. Σύμφωνα με την Επιτροπή, από το 2019 και μετά ακολουθούν σταθερά ανοδική πορεία, κυρίως λόγω της αποτελεσματικής αξιοποίησης των ευρωπαϊκών πόρων και της αυξημένης εθνικής συμμετοχής. Ως ποσοστό του ΑΕΠ αναμένεται να ανέλθουν από περίπου 2,5% το 2019 σε 4,8% το 2026.

Η σταδιακή ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης μετά το 2026 δεν εκτιμάται ότι θα οδηγήσει σε υποχώρηση των επενδύσεων, καθώς συμπίπτει με την περίοδο κορύφωσης των εκταμιεύσεων του ΕΣΠΑ 2021-2027. Επιπλέον, εργαλεία όπως το Ταμείο Εκσυγχρονισμού και το Κοινωνικό Ταμείο για το Κλίμα αναμένεται να ενισχύσουν περαιτέρω τις επενδυτικές δαπάνες.

Το ελληνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας διαθέτει συνολικό προϋπολογισμό 35,95 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 16% του ΑΕΠ. Μέχρι τον Ιούνιο του 2026 είχαν ήδη εκταμιευθεί 24,6 δισ. ευρώ, δηλαδή σχεδόν το 69% του συνόλου. Παράλληλα, η πολιτική συνοχής προβλέπει χρηματοδότηση 20,5 δισ. ευρώ για την περίοδο 2021-2027, με τα επιλεγμένα έργα να αντιστοιχούν ήδη στο 82,6% των διαθέσιμων πόρων.

Οι αδυναμίες των ιδιωτικών επενδύσεων

Αντίθετα, οι ιδιωτικές επενδύσεις εξακολουθούν να υπολείπονται των ευρωπαϊκών επιδόσεων. Παρότι οι δαπάνες των επιχειρήσεων για έρευνα και ανάπτυξη αυξάνονται, παραμένουν χαμηλότερες από τον μέσο όρο της ΕΕ. Αντίστοιχα, η συμβολή της μεσαίας και υψηλής τεχνολογίας στη μεταποίηση παραμένει περιορισμένη.

Η έκθεση αναγνωρίζει τη θετική πορεία του οικοσυστήματος νεοφυών επιχειρήσεων, το οποίο το 2024 προσέλκυσε χρηματοδότηση 555 εκατ. ευρώ μέσω περισσότερων από 90 startups. Ωστόσο, οι επενδύσεις επιχειρηματικών κεφαλαίων παραμένουν αισθητά χαμηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, γεγονός που δείχνει ότι η ανάπτυξη του κλάδου εξακολουθεί να στηρίζεται περισσότερο σε δημόσιες πρωτοβουλίες παρά σε ώριμες ιδιωτικές αγορές χρηματοδότησης.

Η Επιτροπή επισημαίνει επίσης τις καθυστερήσεις πληρωμών από τον δημόσιο τομέα και το εκτεταμένο ρυθμιστικό βάρος ως βασικά εμπόδια για τις επιχειρήσεις. Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, σχεδόν εννέα στις δέκα ελληνικές επιχειρήσεις θεωρούν ότι η υπερβολική ρύθμιση αποθαρρύνει τις επενδύσεις.

Ο τουρισμός παραμένει ισχυρός αλλά αυξάνει την ευαλωτότητα

Ο τουρισμός συνεχίζει να αποτελεί βασικό πυλώνα της ελληνικής οικονομίας, όμως η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η υπερβολική εξάρτηση από δραστηριότητες χαμηλότερης προστιθέμενης αξίας περιορίζει τις δυνατότητες μακροπρόθεσμης ανάπτυξης.

Μαζί με τις μεταφορές, ο τουριστικός κλάδος αντιπροσωπεύει περίπου το ένα πέμπτο του ΑΕΠ, γεγονός που καθιστά τη χώρα ιδιαίτερα ευάλωτη σε γεωπολιτικές ή οικονομικές αναταράξεις. Επιπλέον, η έντονη εποχικότητα δημιουργεί πιέσεις στις νησιωτικές, ορεινές και απομακρυσμένες περιοχές, ενισχύοντας τις περιφερειακές ανισότητες και τις ελλείψεις προσωπικού.

Η αυξημένη τουριστική δραστηριότητα έχει επηρεάσει και την αγορά κατοικίας. Η ξένη ζήτηση, η οποία είχε ενισχυθεί μέσω της golden visa και των επενδύσεων σε τουριστικά ακίνητα, παρουσίασε κάμψη το 2025 μετά τη σκλήρυνση των σχετικών κανόνων και των ρυθμίσεων για τις βραχυχρόνιες μισθώσεις.

Υγεία: Πρόοδος στις μεταρρυθμίσεις, παραμένουν ωστόσο σημαντικά κενά

Η Επιτροπή χαρακτηρίζει την ενίσχυση του συστήματος υγείας και της μακροχρόνιας φροντίδας ως βασική προτεραιότητα. Μέσω των ευρωπαϊκών πόρων έχουν πραγματοποιηθεί επενδύσεις στην πρωτοβάθμια περίθαλψη και στην ψηφιοποίηση των υπηρεσιών υγείας, με στόχο την αποσυμφόρηση των νοσοκομείων.

Παρόλα αυτά, εξακολουθούν να καταγράφονται υψηλά επίπεδα ανεκπλήρωτων ιατρικών αναγκών. Παρά τον μεγάλο αριθμό γιατρών, υπάρχουν σοβαρές ελλείψεις νοσηλευτικού προσωπικού και γενικών ιατρών, ιδιαίτερα στην περιφέρεια και στις απομακρυσμένες περιοχές.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το υψηλό κόστος υγείας που επωμίζονται τα νοικοκυριά. Η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό ιδιωτικών πληρωμών στην ΕΕ, με σχεδόν ένα στα δέκα νοικοκυριά να αντιμετωπίζει ιδιαίτερα αυξημένες δαπάνες για υπηρεσίες υγείας. Παράλληλα, η χώρα παρουσιάζει τη χαμηλότερη στελέχωση στον τομέα της μακροχρόνιας φροντίδας σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Ενέργεια: Πρόοδος στις ΑΠΕ, αλλά διατηρείται η εξάρτηση από το φυσικό αέριο

Στον ενεργειακό τομέα, η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η Ελλάδα έχει σημειώσει ουσιαστική πρόοδο προς ένα πιο «πράσινο» ενεργειακό μείγμα. Ωστόσο, η υψηλή εξάρτηση από το φυσικό αέριο εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική πρόκληση, καθώς η χώρα παραμένει εκτεθειμένη στις διεθνείς διακυμάνσεις των τιμών και στις γεωπολιτικές εξελίξεις.

Τα ορυκτά καύσιμα εξακολουθούν να καλύπτουν πάνω από το ήμισυ της ηλεκτροπαραγωγής, ενώ η Ελλάδα παραμένει η μοναδική χώρα της ΕΕ όπου η φορολογία του ντίζελ είναι αισθητά χαμηλότερη από εκείνη της βενζίνης. Επιπλέον, οι επιδοτήσεις στα ορυκτά καύσιμα εκτιμάται ότι θα συνεχιστούν τουλάχιστον έως το τέλος της δεκαετίας.

Η ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στηρίζεται κυρίως στα φωτοβολταϊκά. Οι εθνικοί στόχοι προβλέπουν εγκατάσταση 1,9 GW υπεράκτιων αιολικών πάρκων έως το 2030 και σχεδόν διπλασιασμό της συνολικής ισχύος ΑΠΕ, από περίπου 15 GW σήμερα σε 28 GW μαζί με τις υποδομές αποθήκευσης.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην αποθήκευση ενέργειας, με προγραμματισμένη εγκατάσταση περίπου 700 MW συστημάτων μπαταριών το 2026, προκειμένου να περιοριστούν οι περικοπές παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές. Παράλληλα, η Επιτροπή ενέκρινε κρατική ενίσχυση ύψους 400 εκατ. ευρώ για τη στήριξη της βιομηχανικής απανθρακοποίησης, ενώ στις βασικές προτεραιότητες παραμένει η ολοκλήρωση των ηλεκτρικών διασυνδέσεων των νησιών.

Τέλος, η έκθεση αναφέρεται και στα έκτακτα μέτρα που υιοθέτησε η Ελλάδα τον Μάρτιο του 2026, μετά την άνοδο των διεθνών τιμών εξαιτίας των στρατιωτικών εξελίξεων στη Μέση Ανατολή. Το πακέτο στήριξης, ύψους περίπου 0,2% του ΑΕΠ, περιλάμβανε στοχευμένες επιδοτήσεις καυσίμων, ενισχύσεις για το κόστος λιπασμάτων και προσωρινά πλαφόν στα περιθώρια κέρδους σε καύσιμα και βασικά αγαθά.