epixeiro
Διεθνή

ΗΠΑ και Ιράν συμφωνούν να ανοίξει ξανά το Στενό του Ορμούζ

Η ενδιάμεση συμφωνία προβλέπει παύση των εχθροπραξιών και επανεκκίνηση των ενεργειακών ροών από τον Περσικό Κόλπο, όμως κρίσιμες λεπτομέρειες για τον έλεγχο της ναυσιπλοΐας και το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης παραμένουν ανοιχτές

Κοινοποιήστε

Σχολιάστε

Διαβάζεται σε 2 λεπτά

ΗΠΑ και Ιράν συμφωνούν να ανοίξει ξανά το Στενό του Ορμούζ

Οι ΗΠΑ και το Ιράν ανακοίνωσαν ότι κατέληξαν σε ενδιάμεση συμφωνία για την παύση του πολέμου και το άνοιγμα του Στενού του Ορμούζ, ενός από τα σημαντικότερα ενεργειακά περάσματα στον κόσμο. Η συμφωνία αναμένεται να υπογραφεί επίσημα στην Ελβετία στις 19 Ιουνίου, ενώ θα ακολουθήσουν 60 ημέρες διαπραγματεύσεων για το μέλλον του πυρηνικού προγράμματος της Τεχεράνης.

Η ενδιάμεση συμφωνία βάζει προσωρινό τέλος σε μια σύγκρουση που προκάλεσε χιλιάδες θύματα, διατάραξε τις διεθνείς ενεργειακές αγορές και ανέβασε το γεωπολιτικό ρίσκο για την παγκόσμια οικονομία.

Σύμφωνα με τις ανακοινώσεις, το Στενό του Ορμούζ θα ανοίξει μετά την υπογραφή της συμφωνίας και την απομάκρυνση ναρκών από τη θαλάσσια περιοχή.

Πριν από τον αποκλεισμό, το Στενό του Ορμούζ εξυπηρετούσε περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου, σε μια αγορά που υπερβαίνει τα 100 εκατ. βαρέλια ημερησίως. Παράλληλα, αποτελεί κρίσιμο πέρασμα και για φορτία υγροποιημένου φυσικού αερίου, καθώς και για άλλα προϊόντα που εξάγονται από τον Περσικό Κόλπο.

Η επαναλειτουργία του διαδρόμου έχει άμεση σημασία για τις διεθνείς αγορές ενέργειας, καθώς σχεδόν 600 πλοία παραμένουν εγκλωβισμένα στον Περσικό Κόλπο αναμένοντας έξοδο, ενώ εκατοντάδες ακόμη βρίσκονται στην άλλη πλευρά του περάσματος.

Το Στενό του Ορμούζ ως παγκόσμιο chokepoint

Το Στενό του Ορμούζ βρίσκεται ανάμεσα στο Ιράν, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Ομάν, συνδέοντας τον Περσικό Κόλπο με τον Ινδικό Ωκεανό.

Έχει μήκος περίπου 161 χιλιόμετρα και στο στενότερο σημείο του πλάτος περίπου 24 μίλια, ενώ οι λωρίδες ναυσιπλοΐας προς κάθε κατεύθυνση είναι μόλις δύο μίλια.

Η σημασία του δεν περιορίζεται στο πετρέλαιο. Από το πέρασμα εξάγονται ενεργειακά προϊόντα, όπως diesel, jet fuel και naphtha, αλλά και προϊόντα όπως αλουμίνιο, λιπάσματα και ήλιο, το οποίο χρησιμοποιείται στην παραγωγή ημιαγωγών.

Η κρίση ανέδειξε εκ νέου την ευπάθεια της παγκόσμιας οικονομίας απέναντι σε ένα τόσο κρίσιμο σημείο διέλευσης, ειδικά για χώρες της Ασίας που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις ενεργειακές ροές της Μέσης Ανατολής.

Οι αγορές αντέδρασαν με ανακούφιση

Η ανακοίνωση της συμφωνίας προκάλεσε άμεση αντίδραση στις αγορές.

Το Brent υποχώρησε πάνω από 4%, κινούμενο προς τα 83 δολάρια το βαρέλι, καθώς οι επενδυτές προεξόφλησαν αποκλιμάκωση του κινδύνου για την προσφορά ενέργειας.

Παράλληλα, οι διεθνείς μετοχικές αγορές κινήθηκαν ανοδικά. Οι ασιατικές μετοχές κατέγραψαν ισχυρά κέρδη, με τον Nikkei 225 της Ιαπωνίας να κατευθύνεται προς ιστορικό υψηλό, ενώ ενισχύθηκαν και τα futures σε ΗΠΑ και Ευρώπη.

Η αποκλιμάκωση των τιμών ενέργειας θεωρείται σημαντική και για τις κεντρικές τράπεζες, καθώς μπορεί να περιορίσει τις πληθωριστικές πιέσεις που είχε προκαλέσει ο πόλεμος.

Ανακούφιση, αλλά όχι βεβαιότητα

Παρά τη θετική αντίδραση των αγορών, η συμφωνία παραμένει ενδιάμεση και αρκετά σημεία της δεν έχουν ακόμη διευκρινιστεί.

Καμία από τις δύο πλευρές δεν έχει δημοσιοποιήσει το πλήρες κείμενο, ενώ η επίσημη υπογραφή στις 19 Ιουνίου δείχνει ότι ορισμένες λεπτομέρειες παραμένουν υπό διαπραγμάτευση.

Το Ιράν έχει αναφέρει ότι η διέλευση πλοίων από το Στενό του Ορμούζ θα ρυθμίζεται από την Τεχεράνη και το Ομάν, στοιχείο που αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο διατήρησης κάποιου βαθμού ελέγχου από την ιρανική πλευρά.

Για τις ναυτιλιακές εταιρείες, κρίσιμα ζητήματα παραμένουν η ασφάλεια των διελεύσεων, το κόστος ασφάλισης, η απομάκρυνση ναρκών και το ενδεχόμενο νέων περιορισμών ή τελών διέλευσης.

Το πυρηνικό πρόγραμμα και οι κυρώσεις

Η συμφωνία ανοίγει επίσης έναν νέο κύκλο διαπραγματεύσεων διάρκειας 60 ημερών για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.

Η Τεχεράνη αναμένεται να διεκδικήσει την άρση πρωτογενών και δευτερογενών κυρώσεων, καθώς και πρόσβαση σε δισεκατομμύρια δολάρια που παραμένουν δεσμευμένα σε τραπεζικούς λογαριασμούς στο εξωτερικό.

Από την πλευρά των ΗΠΑ, παραμένει ανοιχτό το ζήτημα των οικονομικών κινήτρων που μπορεί να λάβει το Ιράν εφόσον ανταποκριθεί σε συγκεκριμένες απαιτήσεις.

Ωστόσο, οποιαδήποτε ουσιαστική άρση κυρώσεων θα μπορούσε να απαιτήσει έγκριση από το Κογκρέσο και να προκαλέσει πολιτικές αντιδράσεις στις ΗΠΑ, ιδίως από όσους θεωρούν ότι η Ουάσιγκτον δεν πρέπει να απεμπολήσει την πίεση προς την Τεχεράνη.

Το πολιτικό ρίσκο για τις δύο πλευρές

Οι ΗΠΑ και το Ιράν ερμήνευσαν τη συμφωνία με διαφορετικό τρόπο σχεδόν αμέσως μετά την ανακοίνωσή της.

Ο Ντόναλντ Τραμπ παρουσίασε τη συμφωνία ως κίνηση που θα φέρει ειρήνη και ασφάλεια στην περιοχή. Την ίδια στιγμή, προειδοποίησε ότι εάν δεν υπάρξει συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να επανεκκινήσουν στρατιωτικές επιθέσεις.

Από την πλευρά του, το ιρανικό κρατικό αφήγημα παρουσίασε τη συμφωνία ως υποχώρηση των ΗΠΑ και του Ισραήλ, υποστηρίζοντας ότι το Ιράν ανάγκασε τον αντίπαλο να τερματίσει τον πόλεμο σε όλα τα μέτωπα.

Η διαφορετική ανάγνωση της ίδιας συμφωνίας δείχνει πόσο δύσκολο θα είναι να κλείσουν τα εκκρεμή ζητήματα, ειδικά σε ένα περιβάλλον βαθιάς δυσπιστίας.

Το Ισραήλ και οι περιφερειακές ισορροπίες

Ένας ακόμη παράγοντας αβεβαιότητας είναι ο ρόλος του Ισραήλ.

Η κυβέρνηση του Μπενιαμίν Νετανιάχου εμφανίζεται ως κρίσιμος παράγοντας για τη σταθερότητα της συμφωνίας, καθώς νέες επιθέσεις ή περιφερειακές εντάσεις θα μπορούσαν να υπονομεύσουν την πορεία προς την υπογραφή και την εφαρμογή της.

Η σύγκρουση είχε ξεκινήσει μετά από αμερικανικά και ισραηλινά πλήγματα στο Ιράν, με στόχο τον περιορισμό του πυρηνικού προγράμματος της Τεχεράνης. Η ιρανική απάντηση περιλάμβανε επιθέσεις στον Περσικό Κόλπο και περιορισμούς στη ναυσιπλοΐα μέσω του Ορμούζ.

Η σταθεροποίηση της περιοχής θα εξαρτηθεί, επομένως, όχι μόνο από την Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη, αλλά και από το κατά πόσο οι υπόλοιποι περιφερειακοί παίκτες θα στηρίξουν ή θα υπονομεύσουν τη συμφωνία.

Γιατί αφορά την παγκόσμια οικονομία

Η επαναλειτουργία του Στενού του Ορμούζ μπορεί να μειώσει το γεωπολιτικό premium στις τιμές του πετρελαίου και να περιορίσει τους φόβους για νέο πληθωριστικό κύμα. Παράλληλα, επηρεάζει τις προσδοκίες για τα επιτόκια, τις κινήσεις στα ομόλογα, τη διάθεση για ρίσκο στις μετοχές και τα crypto assets, καθώς και το ευρύτερο κλίμα στις διεθνείς αγορές.

Για τις επιχειρήσεις, η εξέλιξη έχει σημασία γιατί επηρεάζει άμεσα το ενεργειακό κόστος, τις μεταφορές, τις αλυσίδες εφοδιασμού και τις προσδοκίες για τα επιτόκια.

Για τις κεντρικές τράπεζες, η αποκλιμάκωση του πετρελαίου μπορεί να προσφέρει μεγαλύτερο περιθώριο χειρισμών, ειδικά σε οικονομίες που είχαν πιεστεί από το αυξημένο κόστος εισαγωγών ενέργειας.

Για τις ναυτιλιακές και ενεργειακές αγορές, ωστόσο, η επιστροφή στην κανονικότητα δεν θα είναι άμεση. Η εκκαθάριση του θαλάσσιου περάσματος, η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πλοιοκτητών και η επανεκκίνηση παραγωγικών δυνατοτήτων στον Περσικό Κόλπο μπορεί να απαιτήσουν εβδομάδες ή και μήνες.

Το βασικό συμπέρασμα

Η συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν αποτελεί σημαντική αποκλιμάκωση σε μια κρίση που επηρέασε ενέργεια, ναυτιλία, πληθωρισμό και αγορές.

Ωστόσο, δεν πρόκειται ακόμη για οριστική λύση. Το άνοιγμα του Στενού του Ορμούζ μπορεί να επαναφέρει σταδιακά τις ενεργειακές ροές, αλλά η βιωσιμότητα της συμφωνίας θα κριθεί στις διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα, στις αποφάσεις για τις κυρώσεις και στην πραγματική δυνατότητα ασφαλούς διέλευσης των πλοίων.

Για την παγκόσμια οικονομία, το μήνυμα είναι διπλό: η άμεση πίεση στις αγορές ενέργειας υποχωρεί, αλλά η εξάρτηση από ένα τόσο κρίσιμο γεωπολιτικό πέρασμα παραμένει ένας από τους μεγάλους συστημικούς κινδύνους του διεθνούς εμπορίου.

Τι σημαίνει για κεντρικές τράπεζες και επιτόκια

Η αποκλιμάκωση στις τιμές του πετρελαίου μπορεί να επηρεάσει και τις αποφάσεις των κεντρικών τραπεζών, καθώς περιορίζει τον κίνδυνο ενός νέου πληθωριστικού κύματος από την ενέργεια.

Κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, η άνοδος του πετρελαίου είχε ενισχύσει τις ανησυχίες ότι το αυξημένο ενεργειακό κόστος θα περνούσε στις τιμές καταναλωτή, περιορίζοντας τα περιθώρια για πιο χαλαρή νομισματική πολιτική.

Με την ενδιάμεση συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν, οι αγορές άρχισαν να προεξοφλούν ότι η πίεση αυτή μπορεί να μειωθεί. Οι αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων υποχώρησαν, ενώ η πιθανότητα νέας αύξησης επιτοκίων από τη Fed έως τον Δεκέμβριο μειώθηκε σε σχέση με τα επίπεδα της προηγούμενης εβδομάδας.

Η εξέλιξη έχει σημασία και για τις ασιατικές οικονομίες που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές ενέργειας από τη Μέση Ανατολή. Αν η αποκλιμάκωση στο πετρέλαιο διατηρηθεί, μπορεί να δώσει μεγαλύτερο περιθώριο σε κεντρικές τράπεζες της περιοχής να κινηθούν πιο προσεκτικά ως προς τα επιτόκια.

Ωστόσο, οι αναλυτές επισημαίνουν ότι το βασικό ερώτημα είναι πόσο γρήγορα η πτώση του πετρελαίου θα μεταφραστεί σε χαμηλότερο πληθωρισμό και αν αυτό θα είναι αρκετό ώστε να αλλάξει ουσιαστικά η στάση των κεντρικών τραπεζών.

Επιστροφή του ρίσκου σε μετοχές και crypto

Η ανακοίνωση της συμφωνίας έφερε επίσης επιστροφή της διάθεσης για ανάληψη ρίσκου στις αγορές.

Πέρα από την άνοδο των μετοχών και την υποχώρηση του δολαρίου, θετική ήταν και η αντίδραση στα crypto assets. Το Bitcoin ενισχύθηκε πάνω από 3% στην ασιατική διαπραγμάτευση, φτάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο σχεδόν δύο εβδομάδων, ενώ άνοδο κατέγραψαν και άλλα ψηφιακά νομίσματα, όπως το Ether, το Solana και το XRP.

Η κίνηση αυτή δείχνει ότι οι επενδυτές αντιμετώπισαν τη συμφωνία ως ένδειξη αποκλιμάκωσης του γεωπολιτικού ρίσκου, ενισχύοντας περιουσιακά στοιχεία που συνδέονται περισσότερο με risk-on περιβάλλον.

Παρόλα αυτά, η αντίδραση των crypto παραμένει ευάλωτη στις αποφάσεις νομισματικής πολιτικής. Ενδεχόμενη πιο αυστηρή στάση από τη Fed θα μπορούσε να περιορίσει τη δυναμική τους, καθώς τα υψηλότερα επιτόκια συνήθως μειώνουν τη διάθεση για πιο ριψοκίνδυνες τοποθετήσεις.

Έτσι, η συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν λειτούργησε ως άμεσος καταλύτης ανακούφισης για τις αγορές, αλλά η συνέχεια θα εξαρτηθεί τόσο από την εφαρμογή της όσο και από τα μηνύματα των κεντρικών τραπεζών για τον πληθωρισμό και τα επιτόκια.