«Πράσινο φως» από την Ευρωβουλή για την εμπορική συμφωνία ΕΕ–ΗΠΑ
H βασική νομοθετική πράξη εγκρίθηκε με ευρεία πλειοψηφία, συγκεντρώνοντας 440 θετικές ψήφους, ενώ 151 ευρωβουλευτές τάχθηκαν κατά και 50 επέλεξαν την αποχή
Παρά τις νέες προειδοποιήσεις του Αμερικανού προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ, για πιθανή επιβολή πρόσθετων δασμών σε ευρωπαϊκά προϊόντα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έδωσε σήμερα την τελική του έγκριση για την εφαρμογή της εμπορικής συμφωνίας μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ηνωμένων Πολιτειών. Η συμφωνία είχε επιτευχθεί τον περασμένο Ιούλιο στο Τέρνμπερι της Σκωτίας, έπειτα από συνομιλίες μεταξύ του Τραμπ και της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν.
Η απόφαση του Ευρωκοινοβουλίου ελήφθη σε κλίμα αυξημένης έντασης στις διατλαντικές σχέσεις. Μόλις μία ημέρα πριν από την ψηφοφορία, ο Τραμπ είχε προειδοποιήσει ότι θα μπορούσαν να επιβληθούν νέοι δασμοί σε γαλλικά κρασιά και σαμπάνιες, εάν η Γαλλία διατηρήσει τον φόρο ψηφιακών υπηρεσιών που επιβαρύνει μεγάλες αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες.
Παρά τις αντιδράσεις και τις επιφυλάξεις που εκφράστηκαν, η βασική νομοθετική πράξη εγκρίθηκε με ευρεία πλειοψηφία, συγκεντρώνοντας 440 θετικές ψήφους, ενώ 151 ευρωβουλευτές τάχθηκαν κατά και 50 επέλεξαν την αποχή.
Η συμφωνία προβλέπει την άρση των περισσότερων ευρωπαϊκών δασμών που επιβάλλονται σε αμερικανικά βιομηχανικά προϊόντα. Αντίθετα, τα προϊόντα που εξάγονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση προς τις Ηνωμένες Πολιτείες θα συνεχίσουν να υπόκεινται σε δασμό 15%, στοιχείο που προκάλεσε έντονη συζήτηση εντός του Κοινοβουλίου.
Πολλοί ευρωβουλευτές υποστήριξαν ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγκάστηκε να αποδεχθεί όρους λιγότερο ευνοϊκούς εξαιτίας των γεωπολιτικών συνθηκών και της ανάγκης διατήρησης της αμερικανικής υποστήριξης προς την Ουκρανία.
Ωστόσο, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων μεταξύ Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Συμβουλίου και Επιτροπής, ενσωματώθηκαν σημαντικές τροποποιήσεις που αποσκοπούν στην ενίσχυση της προστασίας των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και εργαζομένων έναντι πιθανών μονομερών ενεργειών της Ουάσιγκτον.
Η λεγόμενη «ρήτρα λήξης» ανάμεσα στις βασικές προσθήκες
Μεταξύ των βασικών προσθηκών περιλαμβάνεται η λεγόμενη «ρήτρα λήξης», σύμφωνα με την οποία οι παραχωρήσεις που προβλέπονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση θα παύσουν αυτομάτως να ισχύουν στο τέλος του 2029, εκτός εάν υπάρξει νέα πολιτική απόφαση που θα εγκρίνει την παράτασή τους.
Η διάταξη αυτή θεωρείται ιδιαίτερα κρίσιμη, καθώς μεταθέτει την επανεξέταση της συμφωνίας σε χρονικό σημείο μετά την ολοκλήρωση της θητείας του Τραμπ στην αμερικανική προεδρία.
Παράλληλα, ενισχύθηκαν οι προβλέψεις που αφορούν την αναστολή εφαρμογής της συμφωνίας. Εφόσον οι Ηνωμένες Πολιτείες παραβιάσουν τις δεσμεύσεις τους — για παράδειγμα αυξάνοντας τους δασμούς πέραν του συμφωνημένου ορίου ή εφαρμόζοντας διακριτική μεταχείριση εις βάρος ευρωπαϊκών επιχειρήσεων — η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορεί να αναστείλει μέρος ή το σύνολο της συμφωνίας.
Έμφαση στο ζήτημα του χάλυβα και του αλουμινίου
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε επίσης στο ζήτημα του χάλυβα και του αλουμινίου. Το τελικό κείμενο προβλέπει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για τη σταδιακή μείωση των αμερικανικών δασμών στα δύο αυτά προϊόντα έως το τέλος του 2026. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διατηρεί το δικαίωμα να «παγώσει» τη συμφωνία εάν η αμερικανική πλευρά δεν τηρήσει τις σχετικές δεσμεύσεις της.
Επιπλέον, προβλέπεται ειδική ρήτρα διασφάλισης, η οποία επιτρέπει στην Ευρωπαϊκή Ένωση να λάβει προστατευτικά μέτρα σε περίπτωση που η αύξηση των εισαγωγών από τις Ηνωμένες Πολιτείες προκαλέσει σοβαρές επιπτώσεις στην ευρωπαϊκή αγορά. Στο κείμενο περιλαμβάνεται επίσης αναφορά στο Ευρωπαϊκό Μέσο Αντιμετώπισης Οικονομικού Καταναγκασμού (Anti-Coercion Instrument), ενισχύοντας τα διαθέσιμα μέσα της Ένωσης απέναντι σε πιέσεις που ασκούνται μέσω εμπορικών μέτρων.
Αξιοσημείωτες οι νέες υποχρεώσεις διαφάνειας που αναλαμβάνει η Κομισιόν
Σημαντικές είναι και οι νέες υποχρεώσεις διαφάνειας που αναλαμβάνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Συγκεκριμένα, θα πρέπει να δημοσιεύει ανά τρίμηνο εκθέσεις για την τήρηση της συμφωνίας από τις ΗΠΑ, να παρέχει αναλυτικά στοιχεία για τις εμπορικές συναλλαγές και να καταθέσει συνολική αξιολόγηση της εφαρμογής της συμφωνίας έξι μήνες πριν από τη λήξη της. Παράλληλα, ενισχύεται ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις διαδικασίες ενεργοποίησης των προστατευτικών μηχανισμών και αναστολής της συμφωνίας.
Καθοριστική συμβολή στις διαπραγματεύσεις είχε ο Γερμανός σοσιαλιστής ευρωβουλευτής Μπέρντ Λάνγκε, πρόεδρος της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου και εισηγητής του σχετικού φακέλου.
Μετά την ολοκλήρωση της ψηφοφορίας, ο Λάνγκε επισήμανε ότι τόσο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή όσο και τα κράτη-μέλη δεν είχαν δείξει ιδιαίτερη προθυμία να βελτιώσουν την αρχική συμφωνία με την κυβέρνηση Τραμπ. Όπως τόνισε, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αρνήθηκε να εγκρίνει ένα κείμενο χωρίς επαρκείς εγγυήσεις προστασίας.
«Οι Ευρωπαίοι εργαζόμενοι και οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες δικαιούνταν ισχυρότερες διασφαλίσεις και εργαστήκαμε ώστε να τις εξασφαλίσουμε», ανέφερε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας ότι οι ευρωβουλευτές αντιστάθηκαν στις πιέσεις για άμεση επικύρωση και πέτυχαν την ενσωμάτωση ουσιαστικών μηχανισμών εποπτείας και εφαρμογής.
Ο ίδιος αναγνώρισε ότι η συμφωνία εξακολουθεί να μην ανταποκρίνεται πλήρως στις προσδοκίες πολλών πλευρών, ωστόσο εκτίμησε ότι είναι σαφώς πιο ισχυρή και πιο ισορροπημένη σε σχέση με την αρχική εκδοχή που παρουσιάστηκε το προηγούμενο καλοκαίρι. Παράλληλα, διαμήνυσε ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα παρακολουθεί στενά την εφαρμογή της και θα ζητήσει από την Επιτροπή να αξιοποιήσει κάθε διαθέσιμο μέσο σε περίπτωση που οι Ηνωμένες Πολιτείες παραβιάσουν είτε τις διατάξεις είτε το πνεύμα της συμφωνίας.
Σχολιάστε