Δρομολογείται νέα μείωση του μη μισθολογικού κόστους
Τι σχεδιάζει η κυβέρνηση για χαμηλότερο κόστος εργασίας και αυξήσεις μισθών - Το μέτρο θα παρουσιαστεί επίσημα στη ΔΕΘ
20/05/2026 | 17:07
Η κυβέρνηση επαναφέρει στο προσκήνιο ένα από τα βασικά μέτρα για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας: τη μείωση του μη μισθολογικού κόστους. Στο πακέτο παρεμβάσεων που προετοιμάζει το οικονομικό επιτελείο ενόψει της ΔΕΘ τον Σεπτέμβριο, σημαντική θέση κατέχει νέα μείωση των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών, η οποία, σύμφωνα με τις έως τώρα εκτιμήσεις, θα κυμανθεί από 0,5% έως 1% και προβλέπεται να εφαρμοστεί από την 1η Ιανουαρίου 2027.
Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως ακόμη μία ασφαλιστική ή φορολογική ελάφρυνση. Στο κυβερνητικό στρατόπεδο θεωρούν ότι πρόκειται για παρέμβαση με διπλό στόχο: από τη μία να περιορίσει περαιτέρω το κόστος εργασίας για τις επιχειρήσεις και από την άλλη να δημιουργήσει προϋποθέσεις για αυξήσεις μισθών, κυρίως στον ιδιωτικό τομέα, όπου η ζήτηση για καλύτερες αποδοχές εντείνεται όσο ενισχύεται η ανάπτυξη και μειώνεται η ανεργία.
Το μέτρο αναμένεται να παρουσιαστεί επίσημα στη ΔΕΘ και να τεθεί σε ισχύ στις αρχές του 2027.
Από τι θα εξαρτηθεί το τελικό ύψος της μείωσης
Το τελικό ύψος της μείωσης θα εξαρτηθεί κυρίως από τον δημοσιονομικό χώρο που θα έχει διαμορφωθεί έως το καλοκαίρι του 2026. Το υπουργείο Οικονομικών βασίζει τις προσδοκίες του κυρίως στα πρόσθετα έσοδα που εκτιμάται ότι θα προκύψουν από την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής. Η κυβέρνηση θεωρεί ότι οι ηλεκτρονικές διασταυρώσεις, η διεύρυνση των ψηφιακών συναλλαγών και οι νέοι μηχανισμοί ελέγχου θα αποφέρουν σταθερά και επαναλαμβανόμενα έσοδα. Το στοιχείο αυτό θεωρείται κρίσιμο, καθώς οι μειώσεις εισφορών έχουν μόνιμο χαρακτήρα και δεν μπορούν να στηριχθούν σε προσωρινές ή έκτακτες πηγές εσόδων.
Στο επίκεντρο και η πορεία του προϋπολογισμού του ΕΦΚΑ
Παράλληλα, στο επίκεντρο βρίσκεται και η πορεία του προϋπολογισμού του ΕΦΚΑ, με τις εκτιμήσεις να κρίνονται ιδιαίτερα θετικές. Σύμφωνα με τις προβλέψεις για το 2026, τα συνολικά έσοδα από ασφαλιστικές εισφορές αναμένεται να διαμορφωθούν στα 16,8 δισ. ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση 4,5% σε σχέση με το 2025, όταν είχαν φτάσει τα 16,2 δισ. ευρώ.
Από αυτά, περίπου 9,21 δισ. ευρώ αναμένεται να προέλθουν από εργοδοτικές εισφορές, 5,74 δισ. ευρώ από εισφορές εργαζομένων, 1,42 δισ. ευρώ από αυτοαπασχολούμενους και περίπου 452 εκατ. ευρώ από ασφαλιστικές εισφορές αγροτών. Τα δεδομένα αυτά αντανακλούν τόσο τη σημαντική αύξηση της απασχόλησης τα τελευταία χρόνια όσο και την άνοδο των δηλωμένων αποδοχών.
Η επικείμενη ελάφρυνση των ασφαλιστικών βαρών εκτιμάται ότι θα κυμανθεί από 0,5% έως 1%.
Κομβικό ρόλο στην ενίσχυση των εσόδων φαίνεται να διαδραματίζει η ψηφιακή κάρτα εργασίας, καθώς μέσω αυτής δηλώνονται πλέον εκατοντάδες χιλιάδες ώρες υπερωριών που παλαιότερα είτε δεν καταγράφονταν είτε αμείβονταν χωρίς ασφαλιστικές κρατήσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι η κατάργηση εισφορών στην προσαύξηση της υπερωριακής εργασίας όχι μόνο δεν οδήγησε σε απώλειες για τον ΕΦΚΑ, αλλά, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, συνέβαλε στην αύξηση των δηλωμένων υπερωριών και κατ’ επέκταση στην άνοδο των συνολικών εισφορών.
Σημαντική συμβολή στα έσοδα έχουν και οι εργαζόμενοι συνταξιούχοι
Ταυτόχρονα, σημαντική συμβολή στα έσοδα έχουν και οι εργαζόμενοι συνταξιούχοι, οι οποίοι μετά τις πρόσφατες αλλαγές στο καθεστώς απασχόλησής τους καταβάλλουν πλέον κανονικά ασφαλιστικές εισφορές. Υπολογίζεται ότι περίπου 300.000 συνταξιούχοι εργάζονται και ασφαλίζονται, ενώ σύμφωνα με στελέχη της κοινωνικής ασφάλισης, το 60%-70% των επιπλέον εσόδων συνδέεται άμεσα με τις νέες προσλήψεις και την αύξηση των εργαζόμενων συνταξιούχων.
Παρά τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά 5,4 ποσοστιαίες μονάδες από το 2019 μέχρι σήμερα, το συνολικό ποσοστό κρατήσεων έχει περιοριστεί από το 40,56% στο 35,16%, χωρίς να επηρεαστεί αρνητικά η εισπραξιμότητα του συστήματος. Με τη νέα μείωση που σχεδιάζεται για το 2027, το ποσοστό αυτό αναμένεται να υποχωρήσει ακόμη περισσότερο, στο 34,66%, μειώνοντας περαιτέρω το μη μισθολογικό κόστος και ενισχύοντας τις αποδοχές.
Η νέα παρέμβαση θα προέλθει κυρίως από τον κλάδο ασθένειας και θα αφορά αποκλειστικά τις εργοδοτικές εισφορές
Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι η νέα παρέμβαση θα προέλθει κυρίως από τον κλάδο ασθένειας και θα αφορά αποκλειστικά τις εργοδοτικές εισφορές. Η λογική πίσω από την επιλογή αυτή είναι ότι η μείωση του κόστους για τις επιχειρήσεις θα λειτουργήσει ως κίνητρο για αυξήσεις μισθών και ενίσχυση της παραγωγικότητας. Σε κυβερνητικούς κύκλους γίνεται λόγος ακόμη και για ένα άτυπο «κοινωνικό συμβόλαιο»: μικρότερες εργοδοτικές επιβαρύνσεις με αντάλλαγμα υψηλότερες αμοιβές και περισσότερες θέσεις εργασίας.
Σε περίπτωση που η παρέμβαση περιοριστεί στη μισή ποσοστιαία μονάδα, θεωρείται πιθανό να προέλθει αποκλειστικά από εισφορές υπέρ υγειονομικής περίθαλψης. Αν όμως υπάρξει δημοσιονομικό περιθώριο για μείωση της τάξης του 1%, τότε θα εξεταστεί ευρύτερη περικοπή εργοδοτικών εισφορών, με συμμετοχή τόσο εισφορών υπέρ ΕΟΠΥΥ όσο και ορισμένων εισφορών της ΔΥΠΑ που σχετίζονται με την επαγγελματική κατάρτιση.
Αντίθετα, δεν εξετάζεται παρέμβαση στις συνταξιοδοτικές εισφορές, τόσο της κύριας όσο και της επικουρικής ασφάλισης, καθώς αποτελούν βασικό πυλώνα χρηματοδότησης του ασφαλιστικού συστήματος. Εκτός σχεδιασμού φαίνεται να παραμένει και η εργοδοτική εισφορά υπέρ ανεργίας ύψους 1,20%.
Σημαντικό το δημοσιονομικό κόστος της παρέμβασης
Το δημοσιονομικό κόστος της παρέμβασης θεωρείται σημαντικό. Μείωση κατά 0,5 ποσοστιαίες μονάδες —η οποία έχει ήδη προαναγγελθεί από τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη— υπολογίζεται ότι θα κοστίσει περίπου 220 εκατ. ευρώ ετησίως, ενώ μια μείωση κατά 1 μονάδα εκτιμάται ότι θα επιφέρει απώλειες εσόδων κοντά στα 450 εκατ. ευρώ. Παρ’ όλα αυτά, το οικονομικό επιτελείο υποστηρίζει ότι η εμπειρία των τελευταίων ετών επιβεβαιώνει την αποτελεσματικότητα της στρατηγικής των μειώσεων, καθώς σημαντικό μέρος των απωλειών καλύπτεται μέσω της αύξησης της απασχόλησης και των υψηλότερων μισθών.
Εφόσον η νέα μείωση του 2027 περιοριστεί στη μισή μονάδα, οι ασφαλιστικές εισφορές θα έχουν μειωθεί συνολικά κατά 5,9 ποσοστιαίες μονάδες από το 2019. Το συνολικό ποσοστό εισφορών θα διαμορφωθεί κοντά στο 35,66%, φέρνοντας την Ελλάδα πιο κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αν τελικά η μείωση φτάσει τη μία μονάδα, τότε η συνολική αποκλιμάκωση θα αγγίξει περίπου το 6,5%.
Η Ελλάδα συνεχίζει να βρίσκεται ανάμεσα στα κράτη του ΟΟΣΑ με τις υψηλότερες ασφαλιστικές επιβαρύνσεις
Παρά τις παρεμβάσεις αυτές, η Ελλάδα εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στις χώρες με τις υψηλότερες ασφαλιστικές επιβαρύνσεις μεταξύ των κρατών του ΟΟΣΑ. Συγκεκριμένα, το tax wedge —δηλαδή η συνολική επιβάρυνση από φόρους και εισφορές— για έναν άγαμο εργαζόμενο με μέσο μισθό διαμορφώθηκε στο 39,3% το 2025, ελαφρώς μειωμένο σε σχέση με το 39,5% του 2024. Ωστόσο, το ποσοστό παραμένει αισθητά υψηλότερο από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να κατατάσσεται στη 19η θέση ανάμεσα στις 38 χώρες-μέλη ως προς τη φορολογική επιβάρυνση της εργασίας.
Σχολιάστε