Δημόσιες συμβάσεις: Τι αλλάζει για τις ΜμΕ με τους νέους κανόνες της ΕΕ
Χαμηλότερα εμπόδια συμμετοχής, μεγαλύτερο βάρος στην ποιότητα και νέες ψηφιακές απαιτήσεις προβλέπει η πρόταση της Κομισιόν για το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο δημοσίων συμβάσεων
14/09/2026 | 10:48
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτείνει μια εκτεταμένη αναμόρφωση των κανόνων για τις δημόσιες συμβάσεις, με στόχο απλούστερες διαδικασίες, καλύτερη πρόσβαση για τις ΜμΕ και μεγαλύτερη βαρύτητα στην ποιότητα. Για τις επιχειρήσεις, όμως, η ευκολότερη είσοδος σε έναν διαγωνισμό θα συνοδεύεται από υψηλότερες απαιτήσεις ως προς την τεκμηρίωση, την ψηφιακή ετοιμότητα και την ποιότητα της προσφοράς.
Μια αγορά περίπου 2,5 τρισ. ευρώ τον χρόνο, που αντιστοιχεί στο 15% του ΑΕΠ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βρίσκεται στο επίκεντρο της νέας νομοθετικής πρότασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Το Public Procurement Act, που παρουσιάστηκε στις 9 Σεπτεμβρίου, επιχειρεί να αντικαταστήσει τον βασικό κορμό των σημερινών ευρωπαϊκών κανόνων για δημόσιες συμβάσεις και παραχωρήσεις.
Για τις επιχειρήσεις και ιδιαίτερα τις μικρομεσαίες, το ενδιαφέρον βρίσκεται λιγότερο στη θεσμική αλλαγή αυτή καθαυτή και περισσότερο στο τι μπορεί να αλλάξει στην πράξη: ποιος μπορεί να συμμετάσχει σε έναν διαγωνισμό, με ποια οικονομικά κριτήρια, πόσο θα μετρά η τιμή έναντι της ποιότητας και ποιες νέες δυνατότητες ή απαιτήσεις δημιουργεί η ψηφιοποίηση.
Πρόκειται ακόμη για πρόταση Κανονισμού και όχι για κανόνες που έχουν ήδη τεθεί σε ισχύ. Η διαδικασία θα συνεχιστεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, επομένως η τελική μορφή του πλαισίου μπορεί να αλλάξει.
Χαμηλότερα οικονομικά εμπόδια για τις μικρότερες επιχειρήσεις
Ένα από τα πιο άμεσα σημεία ενδιαφέροντος για τις ΜμΕ αφορά τις απαιτήσεις οικονομικής επάρκειας.
Η πρόταση προβλέπει ότι, όταν μια αναθέτουσα αρχή θέτει ως προϋπόθεση έναν ελάχιστο ετήσιο κύκλο εργασιών, αυτός δεν θα πρέπει κατά κανόνα να υπερβαίνει το 50% της εκτιμώμενης ετήσιας αξίας της σύμβασης. Εξαιρέσεις θα μπορούν να υπάρχουν όταν δικαιολογούνται από ειδικούς κινδύνους που συνδέονται με το αντικείμενο της σύμβασης.
Η αλλαγή μπορεί να περιορίσει περιπτώσεις στις οποίες μια μικρότερη εταιρεία αποκλείεται πριν αξιολογηθεί η πραγματική δυνατότητά της να εκτελέσει ένα έργο ή να παράσχει μια υπηρεσία.
Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται προβλέψεις που διευκολύνουν τη συμμετοχή μέσω κοινοπραξιών, υπεργολαβιών και διαχωρισμού μεγαλύτερων συμβάσεων σε επιμέρους τμήματα.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι οι ΜμΕ μπορούν να είναι από τους βασικούς ωφελούμενους της μεταρρύθμισης. Σύμφωνα με την αξιολόγηση επιπτώσεων που συνοδεύει την πρόταση, οι ΜμΕ κερδίζουν σήμερα περίπου το 71% των δημοσίων συμβάσεων σε αριθμό. Το ποσοστό αυτό δεν αφορά την αξία των συμβάσεων: προηγούμενη αξιολόγηση της Επιτροπής για την περίοδο 2017-2024 τοποθετούσε τη συμμετοχή τους στο 55% της συνολικής αξίας των συμβάσεων που δημοσιεύονταν στο TED.
Η ποιότητα αποκτά μεγαλύτερο βάρος έναντι της τιμής
Το δεύτερο σημαντικό στοιχείο είναι η μετατόπιση προς την αξιολόγηση της καλύτερης σχέσης ποιότητας και τιμής.
Η πρόταση προβλέπει ότι τα κριτήρια ποιότητας θα αντιστοιχούν σε τουλάχιστον 30% της συνολικής βαθμολογίας μιας προσφοράς. Στις συμβάσεις έντασης εργασίας, το ελάχιστο ποσοστό ανεβαίνει στο 50%.
Ανάλογα με το αντικείμενο της σύμβασης, στα κριτήρια μπορούν να περιλαμβάνονται η τεχνική ποιότητα, η καινοτομία, περιβαλλοντικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά, η ασφάλεια, η ανθεκτικότητα και το κόστος σε ολόκληρο τον κύκλο ζωής ενός προϊόντος ή έργου.
Για μια επιχείρηση που διεκδικεί δημόσιες συμβάσεις, αυτό σημαίνει ότι η ανταγωνιστικότητα μπορεί να εξαρτάται περισσότερο από την ικανότητά της να τεκμηριώνει την αξία της προσφοράς της και όχι μόνο από το να δίνει τη χαμηλότερη τιμή.
Η πρακτική εξίσωση, επομένως, γίνεται πιο σύνθετη: το χαμηλότερο εμπόδιο εισόδου μπορεί να συνοδευτεί από υψηλότερο πήχη ανταγωνιστικότητας.
Λιγότερη γραφειοκρατία και ψηφιακή πρόσβαση σε περισσότερους διαγωνισμούς
Σημαντικό μέρος της μεταρρύθμισης αφορά και την ψηφιοποίηση.
Η Επιτροπή σχεδιάζει ένα ευρωπαϊκό ψηφιακό περιβάλλον δημοσίων συμβάσεων, το οποίο θα μπορεί να λειτουργεί παράλληλα με τα εθνικά συστήματα και να διευκολύνει την αναζήτηση ευκαιριών πέρα από τα σύνορα μιας χώρας.
Κεντρικό στοιχείο είναι η λογική του «once-only principle»: εταιρικά στοιχεία και δικαιολογητικά που έχουν ήδη υποβληθεί θα μπορούν να επαναχρησιμοποιούνται, αντί να ζητούνται εκ νέου σε κάθε διαδικασία.
Το διοικητικό κόστος είναι ιδιαίτερα σημαντικό για μια μικρή εταιρεία, όπου η συμμετοχή σε έναν δημόσιο διαγωνισμό μπορεί να δεσμεύει δυσανάλογους ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους.
Στην ευρωπαϊκή δημόσια διαβούλευση για τη μεταρρύθμιση, το 87% των σχετικών απαντήσεων θεώρησε σημαντική για την απλούστευση την επαναχρησιμοποίηση των δικαιολογητικών, ενώ το 67% υποστήριξε τη δημιουργία κεντρικής ευρωπαϊκής πλατφόρμας παράλληλα με μεγαλύτερη ψηφιοποίηση.
Το BIM αποκτά νέο βάρος στα μεγάλα δημόσια έργα
Για τον κατασκευαστικό κλάδο, μία από τις πιο συγκεκριμένες αλλαγές αφορά το Building Information Modelling, τη συνεργατική ψηφιακή διαχείριση των πληροφοριών ενός έργου σε όλο τον κύκλο ζωής του.
Η πρόταση προβλέπει υποχρεωτική χρήση BIM κατά την εκτέλεση δημοσίων έργων με εκτιμώμενη αξία 25 εκατ. ευρώ και άνω, με δυνατότητα εξαιρέσεων όταν η εφαρμογή του θα δημιουργούσε δυσανάλογο βάρος.
Η απαίτηση αυτή δεν αφορά μόνο τις μεγάλες κατασκευαστικές. Μπορεί να επηρεάσει τεχνικά γραφεία, μηχανικούς, υπεργολάβους και εταιρείες τεχνολογίας που συμμετέχουν στην αλυσίδα ενός μεγάλου έργου.
Στην Ελλάδα η μετάβαση προς το BIM έχει ήδη ξεκινήσει μέσω της Εθνικής Στρατηγικής και πιλοτικών εφαρμογών στις δημόσιες υποδομές. Η ευρωπαϊκή πρόταση προσθέτει πλέον μια διαφορετική διάσταση: τη δυνατότητα το BIM να ενσωματωθεί ως υποχρεωτική απαίτηση σε συγκεκριμένες κατηγορίες μεγάλων έργων.
Οι δημόσιες συμβάσεις ως εργαλείο οικονομικής πολιτικής
Η Κομισιόν θέλει επίσης να χρησιμοποιήσει περισσότερο τη μεγάλη αγοραστική δύναμη του Δημοσίου για ευρύτερους ευρωπαϊκούς στόχους.
Στην πρόταση εντάσσονται παράμετροι που αφορούν την περιβαλλοντική και κοινωνική επίδοση, την καινοτομία, την οικονομική ασφάλεια, την ανθεκτικότητα των εφοδιαστικών αλυσίδων και, υπό προϋποθέσεις, στοιχεία ευρωπαϊκής προτίμησης.
Δεν πρόκειται για γενικό κανόνα αποκλεισμού μη ευρωπαϊκών προμηθευτών. Οι σχετικές ρυθμίσεις θα πρέπει να εφαρμόζονται σύμφωνα με τις διεθνείς δεσμεύσεις της ΕΕ και διαφοροποιούνται ανάλογα με τον κλάδο και τη σύμβαση.
Για τις επιχειρήσεις, όμως, η κατεύθυνση είναι σαφής: η προέλευση των προϊόντων, η ασφάλεια της εφοδιαστικής αλυσίδας και η δυνατότητα τεκμηρίωσης συγκεκριμένων περιβαλλοντικών ή κοινωνικών χαρακτηριστικών μπορεί να αποκτήσουν μεγαλύτερη σημασία σε μελλοντικούς διαγωνισμούς.
Τι αξίζει να παρακολουθήσουν οι ελληνικές ΜμΕ
Εφόσον η πρόταση διατηρήσει τον βασικό της προσανατολισμό κατά τη νομοθετική διαπραγμάτευση, οι μικρότερες επιχειρήσεις μπορεί να αποκτήσουν ευκολότερη πρόσβαση σε διαδικασίες από τις οποίες σήμερα αποκλείονται λόγω οικονομικών ή διοικητικών απαιτήσεων.
Η ευκολότερη πρόσβαση, όμως, δεν συνεπάγεται αυτομάτως και ευκολότερη ανάθεση.
Για μια επιχείρηση που εξετάζει συστηματικότερα την αγορά δημοσίων συμβάσεων, μεγαλύτερη σημασία θα έχουν η τεκμηρίωση της τεχνικής και οργανωτικής της επάρκειας, η δυνατότητα συμμετοχής σε κοινοπρακτικά σχήματα, η ψηφιακή διαχείριση των στοιχείων της, η απόδειξη ποιοτικών και περιβαλλοντικών χαρακτηριστικών και —για τον κατασκευαστικό κλάδο— η ετοιμότητα για διαδικασίες BIM.
Η τελική μορφή του Public Procurement Act θα προκύψει από τη νομοθετική διαδικασία που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη. Εκεί θα κριθεί και κατά πόσο η επιδίωξη για περισσότερη συμμετοχή των ΜμΕ θα συνδυαστεί στην πράξη με ένα σύστημα στο οποίο η ποιότητα, η ψηφιακή ωριμότητα και η ικανότητα τεκμηρίωσης θα μετρούν περισσότερο.
Σχολιάστε