epixeiro
Έρευνες, Εκθέσεις, Μελέτες

Οι ραγδαίες αλλαγές στην αγορά εργασίας θέτουν σε κίνδυνο τις επαγγελματικές δεξιότητες πολύ μεγάλου αριθμού εργαζομένων

Κοινοποιήστε

Σχολιάστε

Διαβάζεται σε 2 λεπτά

Οι ραγδαίες αλλαγές στην αγορά εργασίας θέτουν σε κίνδυνο τις επαγγελματικές δεξιότητες πολύ μεγάλου αριθμού εργαζομένων
epixeiro

15/09/2012 | 18:06

epixeiro

07/08/2025 | 11:44

Σύμφωνα με το CEDEFOP, το Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης, οι περισσότεροι γονείς που αναγκάζονται να ζητήσουν τη βοήθεια των παιδιών τους για να χρησιμοποιήσουν τον υπολογιστή ή το κινητό τους γνωρίζουν πώς είναι να νιώθεις ότι οι δεξιότητές σου είναι παρωχημένες. Άλλο όμως να συμβαίνει στην οικογένεια, και άλλο στη δουλειά, όπου η απαξίωση των δεξιοτήτων συγχωρείται πολύ δυσκολότερα.

Η απαξίωση των δεξιοτήτων είναι αναπόσπα στο μέρος της τεχνολογικής προόδου και κατά συνέπεια δεν αποτελεί απαραίτητα πρόβλημα. Είναι φυσικό ορισμένες δεξιότητες, που στο παρελθόν ήταν αναγκαίες, να μη χρειάζονται πια. Όμως όσο πιο απαιτητικές και σύνθετες γίνονται οι θέσεις εργασίας, τόσο πιο γρήγορος ο ρυθμός απαξίωσης των δεξιοτήτων – και η τάση αυτή όσο πάει επιταχύνεται.

Απαξίωση των δεξιοτήτων – Ορισμός και είδη

Η απαξίωση των δεξιοτήτων είναι «ο βαθμός στον οποίο οι επαγγελματίες στερούνται την ενημερωμένη, τη γνώση ή τις ικανότητες που είναι απαραίτητες για να εξακολουθήσουν να αποδίδουν αποτελεσματικά στους τρέχοντες ή μελλοντικούςεργασιακούς ρόλους τους» (Kaufman, 1974).

Υπάρχουν δύο κύρια είδη απαξίωσης των δεξιοτήτων:

  • Φυσική απαξίωση: οι σωματικές ή γνωσιακές δεξιότητες και ικανότητες εκφυλίζονται λόγω μη χρήσης ή φυσιολογικής φθοράς,
  • Οικονομική απαξίωση: οι δεξιότητες που απαιτούνταν παλαιότερα σε μια θέση απασχόλησης δεν απαιτούνται πλέον ή είναι λιγότερο σημαντικές.

Στα άλλα είδη συγκαταλέγεται η οργανωτική λήθη (απώλεια δεξιοτήτων που σχετίζονται με μια συγκεκριμένη εταιρεία λόγω της εναλλαγής των εργαζομένων) και η απαξίωση των αντιλήψεων (παρωχημένες απόψεις και πεποιθήσεις σχετικά με την εργασία και το εργασιακό περιβάλλον).

Για να αποκτήσει σαφέστερη εικόνα της απαξίωσης των δεξιοτήτων – ένα ζήτημα που παραμένει σε μεγάλο βαθμό αδιερεύνητο – το Cedefop διεξήγαγε πρότυπη έρευνα ( 2 ) σε τέσσερα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) (Γερμανία, Ουγγαρία, Κάτω Χώρες και Φινλανδία). Η έρευνα επικεντρώθηκε στον αριθμό των εργαζομένων μεταξύ 30 και 55 ετών που νιώθουν ότι οι δεξιότητές τους είναι ήδη, ή καθίστανται, παρωχημένες.

Εξέτασε επίσης ποιες δεξιότητες και ποια άτομα επηρεάζονται περισσότερο από την απαξίωση, και τι μπορούν να κάνουν οι επιχειρήσεις και πολιτικοί αρμόδιοι για να περιορίσουν το πρόβλημα.

Το συναίσθημα της περιθωριοποίησης

Στις τέσσερις χώρες όπου πραγματοποιήθηκε η έρευνα, το ένα τέταρτο των εργαζομένων, κατά μέσο όρο, πιστεύουν ότι οι δεξιότητες που διαθέτουν σήμερα, και οι οποίες είναι απαραίτητες για την αποτελεσματική άσκηση των καθηκόντων τους, είναι στο ίδιο επίπεδο ή υπολείπονται των επιπέδων που απαιτούνταν όταν ξεκίνησαν την τρέχουσα εργασία τους (Σχήμα 1). Ο αριθμός αυτός κυμαίνεται από 30% στη Γερμανία έως 16% στη Φινλανδία.

Σχήμα 1: Απαξίωση δεξιοτήτων ανά χώρα (%)

alt

 Πηγή: Πιλοτική έρευνα του Cedefop σχετικά με την απαξίωση των δεξιοτήτων (2011)

Ένα άλλο πόρισμα της έρευνας ήταν ότι κατά μέσο όρο το 16% των εργαζομένων και στις τέσσερις χώρες πιστεύουν ότι οι δεξιότητές τους απαξιώθηκαν τα τελευταία δύο χρόνια λόγω τεχνολογικών εξελίξεων ή διαρθρωτικής αναδιοργάνωσης. Οι δύο δεξιότητες που επηρεάστηκαν περισσότερο σύμφωνα με την έρευνα είναι οι ξένες γλώσσες και η χρήση υπολογιστών/ΤΠΕ.

Περίπου το 18 με 20% των εργαζομένων νιώθουν ότι δεν χειρίζονται σημαντικές σωματικές απαιτήσεις της εργασίας τους εξίσου καλά όσο δύο χρόνια νωρίτερα. Το ποσοστό αυτό κυμαίνεται από 13% στη Φινλανδία μέχρι 24% στη Γερμανία. Παρομοίως, περίπου 18 με 20% των εργαζομένων ανέφεραν την αδυναμία τους να χειριστούν γνωσιακές, γνωστικές πτυχές της εργασίας τους τόσο καλά όσο δύο χρόνια νωρίτερα. Το ποσοστό αυτό κυμαίνεται από 16% στην Ουγγαρία μέχρι 22% στη Φινλανδία.

Όπως ήταν αναμενόμενο, σύμφωνα με την έρευνα το 34% των εργαζομένων που δεν έλαβαν καμία κατάρτιση κατά το προηγούμενο έτος έχουν επηρεαστεί από την απαξίωση των δεξιοτήτων. Όμως και το 22% όσων είχαν συμμετάσχει σε κάποια κατάρτιση νιώθουν ότι τους έχει επηρεάσει.

Και στις τέσσερις χώρες, οι εργαζόμενοι που δεν αναπτύσσουν πλέον τις δεξιότητές τους ή τις αναπτύσσουν λιγότερο, είναι πιθανότερο να ανησυχούν για το ενδεχόμενο απώλειας της θέσης εργασίας τους, να απασχολούνται με σύμβαση προσωρινής απασχόλησης και να έχουν μικρότερες πιθανότητες επαγγελματικής ανέλιξης. Στη Γερμανία, περίπου το 22% των εργαζομένων που πιστεύουν ότι οι δεξιότητές τους είναι επίκαιρες φοβούνται ότι θα χάσουν τη δουλειά τους. Το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει το 30% για τους εργαζόμενους που αισθάνονται ότι οι δεξιότητές τους είναι ήδη απαξιωμένες ή απαξιώνονται.

Ποιοι διατρέχουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο

Οι ανειδίκευτοι και οι μεγαλύτεροι σε ηλικία εργαζόμενοι – και, προφανώς, όσοι δεν έχουν την ευκαιρία να αναπτύξουν τις δεξιότητές τους κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας τους – διατρέχουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο απαξίωσης των δεξιοτήτων τους (Σχήμα 2).

Όμως ακόμα και όσο διαθέτουν υψηλή εξειδίκευση δεν είναι απόλυτα ασφαλείς.

Για τους ανειδίκευτους εργαζομένους, και ιδίως όσους βρίσκονται υπό καθεστώς επισφαλούς απασχόλησης, ο κίνδυνος απαξίωσης των δεξιοτήτων τους είναι μεγαλύτερος. Οι δεξιότητες του 33% περίπου των ανειδίκευτων εργαζομένων δεν αναπτύσσονται στην παρούσα σταδιοδρομία τους, σε σύγκριση με ποσοστό 19% περίπου των εργαζομένων με ανώτατη εκπαίδευση.

Αυτοί που έχουν πληγεί περισσότερο, κατά την τρέχουσα ύφεση, από την απώλεια θέσεων απασχόλησης είναι οι ανειδίκευτοι εργαζόμενοι. Οι εργαζόμενοι αυτοί έχουν περισσότερες πιθανότητες να χάσουν τη θέση τους, αλλά ταυτόχρονα και τις λιγότερες να βρουν νέα θέση εργασίας. Οι αρνητικές προοπτικές απασχόλησής τους απειλούν να αυξήσουν το ήδη υψηλότατο επίπεδο μακροχρόνιας ανεργίας των ανειδίκευτων εργαζομένων, αποδυναμώνοντας ακόμα περισσότερο τις δεξιότητές τους.

Η απαξίωση των δεξιοτήτων είναι έντονη στις γηράσκουσες δυτικές κοινωνίες. Ενώ το 31% των εργαζομένων ηλικίας 50 έως 55 ετών υφίστανται απαξίωση των δεξιοτήτων τους, ποσοστό που κυμαίνεται από 23% στη Φινλανδία μέχρι 32% στην Ουγγαρία, το αντίστοιχο ποσοστό για εργαζομένους ηλικίας 30 έως 39 ετών είναι μόνο 21%. Η φυσική απαξίωση δεξιοτήτων μπορεί να είναι φυσικό επακόλουθο της γήρανσης του ατόμου. Εντούτοις, οι μεγαλύτεροι σε ηλικία εργαζόμενοι κινδυνεύουν και από την οικονομική απαξίωση των δεξιοτήτων τους. Από την έρευνα διαπιστώθηκε ότι περίπου 19% των εργαζομένων ηλικίας 50 έως 55 ετών πιστεύουν ότι οι τεχνολογικές εξελίξεις έχουν απαξιώσει τις δεξιότητές τους τα τελευταία δύο χρόνια.

Σχήμα 2: Απαξίωση δεξιοτήτων ανά ομάδα εργαζομένων (%)

alt

Πηγή: Πιλοτική έρευνα του Cedefop σχετικά με την απαξίωση των δεξιοτήτων (2011)

Την προσεχή δεκαετία, πολλά άτομα θα εργάζονται σε επαγγέλματα που απαιτούν έντονη χρήση της τεχνολογίας. Όλοι οι εργαζόμενοι θα χρειαστούν πρόσβαση σε συνεχιζόμενη κατάρτιση προκειμένου να μπορούν να συμβαδίσουν με τις νέες τεχνολογίες και τις μεταβαλλόμενες επαγγελματικές πρακτικές. Ωστόσο, οι πρεσβύτεροι εργαζόμενοι ενδέχεται να μην έχουν την ευκαιρία να συμβαδίσουν με τις νέες απαιτήσεις σε δεξιότητες.

Μεγαλύτερο ποσοστό πρεσβύτερων εργαζομένων αναμένεται να εργαστεί σε θέσεις με μεσαίο επίπεδο εξειδίκευσης, καθώς και στον μεταποιητικό κλάδο (Σχήμα 3) που γενικά έχει χαμηλότερο επίπεδο συνεχιζόμενης κατάρτισης σε σχέση με τον κλάδο των υπηρεσιών. Από έρευνα του Eurofound σε εταιρείες 30 ευρωπαϊκών χωρών το 2009,προκύπτει ότι, παρότι το 57% των εταιρειών στον κλάδο της παραγωγής, όπως η μεταποίηση, παρέχουν συνεχιζόμενη κατάρτιση, το αντίστοιχο ποσοστό για όλες τις υπηρεσίες του ιδιωτικού τομέα ανέρχεται σε 60% (71% στον χρηματοπιστωτικό κλάδο) και σε 73% για τις δημόσιες υπηρεσίες.

Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία εργαζόμενοι ενδέχεται επίσης να χρειαστούν υποστήριξη για να προσαρμόσουν παρωχημένες πεποιθήσεις ή συμπεριφορές τους, και να προσαρμοστούν στη νέα πραγματικότητα των χώρων εργασίας. Η αδυναμία συνεχούς ανάπτυξης των δεξιοτήτων μπορεί να αποβεί δαπανηρή ιδίως για τους μεγαλύτερους σε ηλικία εργαζόμενους, που επιθυμούν να παρατείνουν τον επαγγελματικό τους βίο. Εάν δεν καταφέρουν να συμβαδίζουν με τις νέες απαιτήσεις και την πολυπλοκότητα του μελλοντικού εργασιακού περιβάλλοντος, θα δυσκολευτούν.

Σύμφωνα με την έρευνα, περίπου το 21% των εργαζομένων των οποίων οι σταδιοδρομίες διακόπηκαν για λιγότερο από ένα έτος – για παράδειγμα λόγω ανεργίας, ανατροφής τέκνου ή άλλων οικογενειακών υποχρεώσεων – υπέστησαν απαξίωση των δεξιοτήτων τους. Το ποσοστό αυτό ανέρχεται σε 25% για όσους παρέμειναν εκτός εργασίας για διαστήματα μέχρι και τεσσάρων ετών, ενώ ξεπερνά το 30% για τους εργαζόμενους που διέκοψαν τη σταδιοδρομία τους για πάνω από πέντε χρόνια.

Σχήμα 3: Αναμενόμενη αύξηση της απασχόλησης εργαζομένων μεγαλύτερης ηλικίας (50 έως 64 ετών) ανά επάγγελμα, 2010-20 (%)

alt

Πηγή: Μοντέλο πρόβλεψης της προσφοράς και της ζήτησης δεξιοτήτων του Cedefopαβιβλία εργασίας χωρών (2012)

Είναι πιθανόν όσοι διαθέτουν περισσότερες δεξιότητες απ' όσες απαιτούνται από την θέση εργασίας τους να υφίστανται μεγαλύτερη απαξίωση, δεδομένου ότι δεν αξιοποιούν όλες τις δεξιότητές τους και έχουν λίγες ευκαιρίες να ανανεώσουν αυτές που είχαν, ή να αποκτήσουν νέες. Η τρέχουσα οικονομική συγκυρία επιδεινώνει αυτήν την κατάσταση, λόγω του μεγαλύτερου ανταγωνισμού για υπάρχουσες θέσεις εργασίας. Υπό αυτές τις συνθήκες, τα άτομα με περισσότερα προσόντα είναι πιο πιθανόν να αποφασίσουν να εργαστούν σε θέσεις χαμηλότερου επιπέδου, με αποτέλεσμα οι γνώσεις, οι δεξιότητες και οι ικανότητές τους να μην αξιοποιούνται πλήρως και να κινδυνεύουν να απαξιωθούν με την πάροδο του χρόνου.

Καθώς τα άτομα υφίστανται την απαξίωση των δεξιοτήτων τους, μπορεί το επίπεδο αυτών των δεξιοτήτων να μειωθεί σταδιακά κάτω από το απαραίτητο για τη βέλτιστη άσκηση των καθηκόντων τους. Τα πορίσματα της έρευνας επιβεβαιώνουν ότι όσοι έχουν παρωχημένες δεξιότητες είναι πιο πιθανόν να έχουν και ελλιπείς δεξιότητες. Το πρόβλημα της απαξίωσης ενδέχεται επίσης να περιορίζει τις ευκαιρίες μετακίνησης σε καταλληλότερες θέσεις απασχόλησης (ή θέσεις που αντιστοιχούν περισσότερο στις δεξιότητές τους) είτε υπό τον σημερινό, είτε υπό νέο εργοδότη.

Συμβαδίζοντας με τις αλλαγές

Οι εργαζόμενοι ερωτήθηκαν σχετικά με τις αλλαγές που παρατήρησαν στους χώρους εργασίας τους τα τελευταία δύο χρόνια. Μεταξύ άλλων εξετάστηκαν η εφαρμογή νέων ή πολύ διαφορετικών μηχανημάτων, πληροφορικών τεχνικών ή συστημάτων, και αλλαγές σε προϊόντα, υπηρεσίες και μεθόδους εργασίας.

Περιέργως, η Φινλανδία – η χώρα με το χαμηλότερο επίπεδο απαξίωσης των δεξιοτήτων – ήταν επίσης και η χώρα όπου οι εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν τις περισσότερες αλλαγές. Στη Φινλανδία, το 47% των εργαζομένων που συμμετείχαν στην έρευνα αντιμετώπισαν τέτοιου είδουςοργανωτικές αλλαγές, σε σύγκριση με ποσοστό 45% στιςΚάτω Χώρες, 42% στη Γερμανία και 39% στην Ουγγαρία. Όμως η Φινλανδία είχε και το υψηλότερο ποσοστό κατάρτισης στον χώρο εργασίας (63%), σε σύγκριση με

56% στις Κάτω Χώρες, 46% στην Ουγγαρία και 40% στη Γερμανία. Οι Φινλανδοί εργαζόμενοι εξέφρασαν επίσης τη θετικότερη στάση απέναντι στην κατάρτιση (αν και οι Γερμανοί και οι Ολλανδοί εργαζόμενοι είναι επίσης πολύ θετικοί). Η Φινλανδία (με 67%) και οι Κάτω Χώρες (με 69%) εμφάνισαν επίσης υψηλά ποσοστά εταιρειών που ενθαρρύνουν τους εργαζόμενους να διευρύνουν τις δεξιότητές τους. Παρόλη την ταχύτητα, ποικιλία και έκταση των αλλαγών, φαίνεται πως η απαξίωση των δεξιοτήτων μπορεί να αντιμετωπιστεί επιτυχώς με την κατάρτιση και την εκπαίδευσης στο χώρο εργασίας.

Περιορισμός της απαξίωσης

Οι επιχειρήσεις μπορούν να προβούν σε μέτρα για να μετριάσουν την απαξίωση των δεξιοτήτων. Η απαξίωση των δεξιοτήτων είναι αρκετά πιο πιθανή όταν:

  • οι χώροι εργασίας δεν ενθαρρύνουν τους εργαζόμενους να διευρύνουν τις δεξιότητές τους. Στην έρευνα, το 31% των εργαζομένων σε οργανισμούς που δεν τους παρείχαν υποστήριξη έχουν επηρεαστεί από την απαξίωση των δεξιοτήτων τους έναντι ποσοστού 20% σε επιχειρήσεις που ενθαρρύνουν την εκπαίδευση,
  • οι θέσεις των εργαζομένων δεν τους επιτρέπουν να αξιοποιούν πολλές από τις δεξιότητές τους και να ενεργούν σύμφωνα με την κρίση τους. Ενώ το 23% των εργαζομένων σε θέσεις εργασίας που απαιτούν ένταση δεξιοτήτων βιώνουν την απαξίωση των δεξιοτήτων τους, το αντίστοιχο ποσοστό για τους εργαζόμενους σε άλλες θέσεις είναι 31%.

Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι οι θέσεις εργασίας πρέπει να σχεδιάζονται με τρόπο ώστε να είναι όσο το δυνατόν πιο ενδιαφέρουσες. Ο σχεδιασμός των θέσεων εργασίας αφορά διάφορες όψεις εκ των οποίων η αυτονομία είναι ιδιαίτερα σημαντική. Στη διάρκεια της έρευνας οι εργαζόμενοι ερωτήθηκαν εάν «οι διάφοροι κανόνες και κανονισμοί» τους εμποδίζουν να δοκιμάζουν νέα πράγματα. Κατά μέσο όρο, το 41% των εργαζομένων και στις τέσσερις χώρες απάντησε ναι. Ο αριθμός αυτός κυμαίνεται από 49% στην Ουγγαρία έως 37% στη Γερμανία. Τα αντίστοιχα ποσοστά για τις Κάτω Χώρες και τη Φινλανδία ήταν 39% και 38%. Οι εργαζόμενοι που ένιωθαν ότι οι εν λόγω κανόνες και κανονισμοί περιορίζουν την αυτονομία τους είχαν σημαντικά περισσότερες πιθανότητες να υποστούν απαξίωση των δεξιοτήτων τους.

Κατά συνέπεια, μια υποστηρικτική νοοτροπία εκπαίδευσης στην επιχείρηση, και θέσεις εργασίας που προσφέρουν αυτονομία, επιτρέποντας στους εργαζομένους να αναπτύσσουν και να διευρύνουν τις δεξιότητές τους, μπορούν να αποτρέψουν ή ναμετριάσουν την απώλεια δεξιοτήτων.

Ρόλο παίζει επίσης και η προσωπική στάση των εργαζόμενων. Παρότι τα άτομα με υψηλή εξειδίκευση σε ενδιαφέρουσες θέσεις εργασίας έχουν πιο θετική στάση, μια υποστήριξη της αυτοδιαχείρισης μπορεί να αναχαιτίσει τη μείωση των δεξιοτήτων σε όλα τα εκπαιδευτικά επίπεδα. Οι ευέλικτες πολιτικές διαχείρισης του ανθρώπινου δυναμικού, που βλέπουν θετικά τους εργαζόμενους μεγαλύτερης ηλικίας και λαμβάνουν υπόψη τις εκπαιδευτικές τους ανάγκες, μπορούν να επιβραδύνουν τη διάβρωση των δεξιοτήτων τους.

Η τυπική εκπαίδευση ή κατάρτιση κατά τη διάρκεια των ωρών εργασίας είναι ο πλέον αποτελεσματικός τρόπος αντιμετώπισης της απαξίωσης των δεξιοτήτων.

Ωστόσο, η προθυμία των εργαζομένων να καταρτίζονται εκτός των ωρών εργασίας τους είναι πολύ υψηλότερη όταν εργάζονται σε οργανισμούς που τους ενθαρρύνουν να διευρύνουν τις δεξιότητές τους.

Απαξίωση και αναντιστοιχία δεξιοτήτων

Η απαξίωση των δεξιοτήτων αποτελεί συχνά μια όψη της αναντιστοιχίας δεξιοτήτων. Η πιλοτική έρευνα, παρότι έγινε σε μόνο τέσσερις χώρες, αποκαλύπτει ότι η απαξίωση των δεξιοτήτων δεν αφορά μόνο τους άνεργους, αλλά και τους εργαζομένους.

Από τα πορίσματα της έρευνας προκύπτει επίσης ότι η απαξίωση των δεξιοτήτων είναι σοβαρό πρόβλημα, και επηρεάζει τόσο τους μεγαλύτερους σε ηλικία εργαζομένους όσο και όσους είναι στην πιο παραγωγική ηλικία – που έχουν δηλαδή μπροστά τους 20 έως 30 χρόνια εργασίας. Η απαξίωση των δεξιοτήτων έχει άμεσες συνέπειες στην παραγωγικότητα των επιχειρήσεων, καθώς και στην ικανοποίηση των εργαζομένων από την εργασία τους και στις προοπτικές ανέλιξής τους.

Τα αποτελέσματα της έρευνας υποδεικνύουν τρόπους να περιοριστεί η απαξίωση των δεξιοτήτων και να γίνεται καλύτερη διαχείριση των δεξιοτήτων. Καθιστούν σαφές ότι ο σχεδιασμός των θέσεων εργασίας και οι στάσεις που υιοθετούνται έναντι της εκπαίδευσης παίζουν σημαντικό ρόλο.

Τα επίπεδα επαγγελματικών προσόντων του εργατικού δυναμικού της Ευρώπης αυξάνονται – μέχρι το 2020 πλέον του ενός τρίτου του εργατικού δυναμικού θα διαθέτει υψηλά πανεπιστημιακά, ή ισοδύναμα, προσόντα.

Μια από τις προκλήσεις του μέλλοντος θα είναι να χρησιμοποιούνται αυτές οι δεξιότητες – να μην παραμείνουν ανεκμετάλλευτες. Η διατήρηση και ανάπτυξή τους είναι σημαντική για την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης.

Πολλά ερωτήματα σχετικά με το πώς απαξιώνονται οι δεξιότητες, και με τους τρόπους καταπολέμησής της απαξίωσης, παραμένουν ανοιχτά. Όμως είναι σαφές ότι οι παράγοντες που αποτρέπουν τους εργαζομένους να συμμετάσχουν σε προγράμματα κατάρτισης ενηλίκων και που κατά τα φαινόμενα συμβάλλουν στην απαξίωση των δεξιοτήτων είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Τα χαρακτηριστικά που θέτουν σε κίνδυνο τις δεξιότητες των εργαζομένων – μεγάλη ηλικία, χαμηλό επίπεδο ειδίκευσης, έλλειψη υποστήριξης της εκπαίδευσης από την εταιρεία/τον οργανισμό, σχεδιασμός θέσεων εργασίας που δεν αξιοποιεί τα καλύτερα χαρακτηριστικά των εργαζομένων – συσχετίζονται όλα με τη χαμηλή συμμετοχή σε συνεχιζόμενη εκπαίδευση.

Όταν οι εργαζομένων δεν έχουν ευκαιρίες να αναβαθμίσουν τις δεξιότητές τους, ή να αναπτύσσουν δεξιότητες όπως η επίλυση προβλημάτων, οι δεξιότητες πληροφόρησης και επικοινωνίας ή οι πράσινες δεξιότητες, η πιθανότητα ανεργίας και εργασιακής ανασφάλειας αυξάνεται. Η απαξίωση των δεξιοτήτων σχετίζεται άμεσα με την έλλειψη επαγγελματικής εξέλιξης και επαγγελματικής κινητικότητας, ακόμα και για όσους ξέρουν πώς να χρησιμοποιούν τα κινητά τους τηλέφωνα.