Έρευνες, Εκθέσεις, Μελέτες

Eurobank: Η ελληνική οικονομία έχει καλύψει το 48,7% των απωλειών της περιόδου 2009-2013

Μια ακτινογραφία των αναπτυξιακών επιδόσεων της ελληνικής οικονομίας πραγματοποιεί το τμήμα οικονομικών αναλύσεων της τράπεζας

Κοινοποιήστε

Σχολιάστε

Διαβάζεται σε 2 λεπτά

Eurobank: Η ελληνική οικονομία έχει καλύψει το 48,7% των απωλειών της περιόδου 2009-2013

Μια αναλυτική αποτίμηση της αναπτυξιακής πορείας της ελληνικής οικονομίας παρουσίασε το τμήμα οικονομικών αναλύσεων της Eurobank. Στο σχετικό σημείωμα επισημαίνεται ότι το 2025 η ελληνική οικονομία διατήρησε ρυθμό ανάπτυξης αισθητά υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, με βασικούς παράγοντες ενίσχυσης τις επενδύσεις, την ιδιωτική κατανάλωση και τις εξαγωγές αγαθών.

Συγκεκριμένα, το πραγματικό ΑΕΠ κατέγραψε ετήσια αύξηση 2,1%, επίδοση που παραμένει στα ίδια επίπεδα με τα έτη 2023 και 2024, ενώ παράλληλα υπερβαίνει την αντίστοιχη αναπτυξιακή επίδοση της Ευρωζώνης.

Σημαντική υπέρβαση των προ πανδημίας επιπέδων

Η δυναμική της οικονομίας αποτυπώθηκε και στο τελευταίο τρίμηνο του 2025. Κατά το τέταρτο τρίμηνο, το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 0,8% σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο και κατά 2,4% σε ετήσια βάση, την ώρα που στην Ευρωζώνη οι αντίστοιχοι ρυθμοί διαμορφώθηκαν μόλις στο 0,2% και 1,2%.

Παράλληλα, η ελληνική οικονομία έχει πλέον ξεπεράσει σημαντικά τα επίπεδα δραστηριότητας πριν από την πανδημία. Το πραγματικό ΑΕΠ της χώρας βρίσκεται υψηλότερα κατά 12,2% σε σχέση με την περίοδο πριν από την υγειονομική κρίση, όταν στην Ευρωζώνη η αντίστοιχη αύξηση περιορίζεται στο 6,8%.

Κατανάλωση και επενδύσεις οι βασικοί πυλώνες ανάπτυξης

Η οικονομική ανάπτυξη το 2025 στηρίχθηκε κυρίως στην εγχώρια ζήτηση και στην επενδυτική δραστηριότητα. Η ιδιωτική κατανάλωση σημείωσε αύξηση 2,1% σε πραγματικούς όρους και συνέβαλε κατά 1,4 ποσοστιαίες μονάδες στη συνολική ετήσια μεταβολή του ΑΕΠ, παραμένοντας βασικός μοχλός της οικονομικής δραστηριότητας, παρά τις πιέσεις που συνεχίζει να ασκεί ο πληθωρισμός στα εισοδήματα των νοικοκυριών.

Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η συμβολή των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου, οι οποίες ενισχύθηκαν κατά 8,9%, αποτελώντας τον ισχυρότερο παράγοντα στήριξης της οικονομικής μεγέθυνσης. Η αύξηση αυτή πρόσθεσε περίπου 1,5 ποσοστιαία μονάδα στον ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης.

Σημαντικό μέρος της επενδυτικής ανόδου προήλθε από τον κατασκευαστικό κλάδο, κυρίως μέσω επενδύσεων σε κατοικίες και άλλες κατασκευαστικές δραστηριότητες, ενώ αξιόλογη ήταν και η ενίσχυση των επενδύσεων σε μηχανολογικό και μεταφορικό εξοπλισμό. Καθοριστικό ρόλο στην επενδυτική επιτάχυνση διαδραμάτισε και η αυξημένη απορρόφηση πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, ιδιαίτερα κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους.

Βελτίωση στο εξωτερικό ισοζύγιο

Θετική ήταν επίσης η συμβολή του εξωτερικού τομέα. Οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών αυξήθηκαν κατά 1,7%, ενώ οι εισαγωγές κατέγραψαν μείωση της τάξης του 1,3%. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε σε περιορισμό του ελλείμματος στο ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών και ενίσχυσε τον ρυθμό ανάπτυξης κατά περίπου 1,2 ποσοστιαίες μονάδες.

Η συμβολή των επιμέρους κλάδων

Σε επίπεδο παραγωγικών δραστηριοτήτων, σημαντική ώθηση στην οικονομική ανάπτυξη προήλθε από τις κατασκευές, τη βιομηχανία, αλλά και από κλάδους υπηρεσιών υψηλής προστιθέμενης αξίας, όπως οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και οι δραστηριότητες ενημέρωσης και επικοινωνίας.

Αντίθετα, επιβραδυντικά στην οικονομική δραστηριότητα λειτούργησε η υποχώρηση στον ευρύτερο τομέα του εμπορίου, των μεταφορών και του τουρισμού, καθώς και η κάμψη που καταγράφηκε στον πρωτογενή τομέα.

Παραμένει η απόσταση από τα προ κρίσης επίπεδα

Παρά τη θετική αναπτυξιακή πορεία των τελευταίων ετών, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να βρίσκεται χαμηλότερα σε σχέση με τα επίπεδα πραγματικού ΑΕΠ πριν από την κρίση χρέους του 2008. Συγκεκριμένα, το ΑΕΠ υπολείπεται ακόμη κατά περίπου 13,9%, ενώ μέχρι το 2025 έχει ανακτηθεί το 48,7% των απωλειών που σημειώθηκαν την περίοδο 2009–2013.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η ενίσχυση της παραγωγικότητας της εργασίας θεωρείται βασικός παράγοντας για τη διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής της ελληνικής οικονομίας τα επόμενα χρόνια.