Η ελληνική οικονομία κρατά ρυθμό, αλλά το εξωτερικό έλλειμμα παραμένει
Το ΑΕΠ αυξήθηκε 2,1% το 2025 και το χρέος υποχώρησε στο 146,1% του ΑΕΠ. Οι επενδύσεις επιταχύνθηκαν, όμως το εξωτερικό έλλειμμα παραμένει βασική αδυναμία
30/04/2026 | 13:58
30/04/2026 | 14:00
Η ελληνική οικονομία διατήρησε ρυθμό ανάπτυξης 2,1% το 2025, σύμφωνα με την έκδοση της ΕΛΣΤΑΤ «Η Ελληνική Οικονομία» της 30ής Απριλίου 2026. Το ΑΕΠ σε τρέχουσες τιμές έφτασε τα 248,4 δισ. ευρώ, ενώ η ανεργία υποχώρησε στο 8,9%. Η εικόνα δείχνει συνέχιση της ανάκαμψης, αλλά και μια οικονομία που χρειάζεται ισχυρότερη παραγωγική βάση και εξαγωγική δυναμική για να μειώσει τις εξωτερικές ανισορροπίες.
Σταθερή ανάπτυξη, χωρίς επιτάχυνση
Το 2025 ήταν η τρίτη συνεχόμενη χρονιά με ανάπτυξη 2,1%, καθώς ο ίδιος ρυθμός είχε καταγραφεί και το 2023 και το 2024. Μετά την ισχυρή μεταπανδημική ανάκαμψη του 2021 και του 2022, η ελληνική οικονομία φαίνεται να έχει περάσει σε φάση πιο κανονικοποιημένης μεγέθυνσης.
Σε σταθερές τιμές 2020, το ΑΕΠ διαμορφώθηκε στα 204,4 δισ. ευρώ, από 200,3 δισ. ευρώ το 2024. Σε τρέχουσες τιμές, το ΑΕΠ αυξήθηκε στα 248,4 δισ. ευρώ, από 236,7 δισ. ευρώ ένα χρόνο πριν.
Η εγχώρια ζήτηση συνέβαλε θετικά, αλλά χαμηλότερα από το 2024. Η συνολική συμβολή της στον ρυθμό μεταβολής του ΑΕΠ υποχώρησε στο 0,8%, από 4,1%, στοιχείο που δείχνει ότι η ανάπτυξη δεν στηρίχθηκε πλέον με την ίδια ένταση στην εσωτερική ζήτηση.
Οι επενδύσεις δίνουν τον πιο καθαρό θετικό τόνο
Η σημαντικότερη θετική ένδειξη προέρχεται από τις επενδύσεις. Ο ακαθάριστος σχηματισμός πάγιου κεφαλαίου αυξήθηκε κατά 8,9% το 2025, έναντι αύξησης 4,5% το 2024. Πρόκειται για στοιχείο με ιδιαίτερη σημασία για τις επιχειρήσεις, καθώς οι επενδύσεις είναι ο κρίσιμος μηχανισμός για παραγωγική επέκταση, τεχνολογική αναβάθμιση και αύξηση της ανταγωνιστικότητας.
Η ιδιωτική κατανάλωση αυξήθηκε κατά 2,0%, από 2,4% το 2024, ενώ η δημόσια κατανάλωση πέρασε σε οριακή αύξηση 0,3%, μετά τη μείωση 2,6% της προηγούμενης χρονιάς. Το μείγμα δείχνει ότι η κατανάλωση παραμένει στήριγμα της οικονομίας, αλλά δεν είναι το μόνο σημείο ενδιαφέροντος.
Για τις επιχειρήσεις, αυτό μεταφράζεται σε μια αγορά που εξακολουθεί να κινείται, αλλά όπου η επόμενη φάση ανάπτυξης θα εξαρτηθεί περισσότερο από την παραγωγικότητα, την επενδυτική αποδοτικότητα και την εξωστρέφεια.
Ανεργία χαμηλότερα, πληθωρισμός πιο ήπιος αλλά επίμονος
Στην αγορά εργασίας, η μέση ετήσια ανεργία υποχώρησε στο 8,9% το 2025, από 10,1% το 2024. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει το διαθέσιμο εισόδημα και τη ζήτηση, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει τη σημασία της παραγωγικότητας και των δεξιοτήτων, καθώς η οικονομία λειτουργεί πλέον με πιο περιορισμένα περιθώρια αδρανούς εργασιακού δυναμικού.
Ο εθνικός Δείκτης Τιμών Καταναλωτή αυξήθηκε κατά 2,5% σε μέση ετήσια βάση, από 2,7% το 2024, ενώ ο Εναρμονισμένος ΔΤΚ διαμορφώθηκε στο 2,9%, από 3,0%. Ωστόσο, ο πυρήνας πληθωρισμού αυξήθηκε στο 3,4%, από 3,3%, ένδειξη ότι μέρος των πιέσεων στις τιμές παραμένει πιο επίμονο.
Αυτό έχει διπλή ανάγνωση για την αγορά. Από τη μία πλευρά, η αποκλιμάκωση του γενικού πληθωρισμού μειώνει την πίεση σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Από την άλλη, ο υψηλότερος πυρήνας δείχνει ότι το κόστος και οι τιμές σε βασικές κατηγορίες δεν έχουν επιστρέψει πλήρως σε περιβάλλον χαμηλής έντασης.
Τα δημόσια οικονομικά βελτιώνονται αισθητά
Η δημοσιονομική εικόνα του 2025 είναι σαφώς βελτιωμένη. Τα συνολικά έσοδα της Γενικής Κυβέρνησης διαμορφώθηκαν στο 50,0% του ΑΕΠ, ενώ οι συνολικές δαπάνες στο 48,3% του ΑΕΠ. Το ισοζύγιο της Γενικής Κυβέρνησης ήταν πλεονασματικό κατά 1,7% του ΑΕΠ, ενώ το πρωτογενές ισοζύγιο έφτασε στο 4,9%.
Το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης, με βάση τον ορισμό του Μάαστριχτ, υποχώρησε στο 146,1% του ΑΕΠ, από 154,2% το 2024 και 209,4% το 2020. Η πτώση είναι σημαντική, καθώς βελτιώνει την εικόνα βιωσιμότητας και περιορίζει το μακροοικονομικό ρίσκο.
Παρά τη βελτίωση, το επίπεδο του χρέους παραμένει υψηλό. Αυτό σημαίνει ότι η δημοσιονομική σταθερότητα εξακολουθεί να είναι βασική προϋπόθεση για το κόστος δανεισμού, την εμπιστοσύνη των επενδυτών και τη δυνατότητα χρηματοδότησης αναπτυξιακών πολιτικών.
Το εξωτερικό έλλειμμα δείχνει το όριο της ανάκαμψης
Η πιο ευαίσθητη πλευρά της εικόνας βρίσκεται στο εξωτερικό ισοζύγιο. Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών παρέμεινε ελλειμματικό, στο 5,7% του ΑΕΠ το 2025, αν και βελτιώθηκε σε σχέση με το 7,2% του 2024.
Το ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών ήταν επίσης αρνητικό, στο 4,5% του ΑΕΠ. Οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών αντιστοιχούσαν στο 39,7% του ΑΕΠ, ενώ οι εισαγωγές στο 44,1%. Σε όρους όγκου, οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 1,7%, ενώ οι εισαγωγές μειώθηκαν κατά 1,3%.
Η βελτίωση του εξωτερικού ισοζυγίου είναι θετική, αλλά δεν αρκεί από μόνη της. Όταν η μείωση του ελλείμματος συνδέεται και με χαμηλότερες εισαγωγές, το ερώτημα είναι κατά πόσο η οικονομία ενισχύει πραγματικά την εξαγωγική της βάση ή απλώς περιορίζει μέρος της εξωτερικής ζήτησης για αγαθά και υπηρεσίες.
Τι σημαίνουν τα στοιχεία για επιχειρήσεις και οικονομική πολιτική
Για τις επιχειρήσεις, τα στοιχεία δείχνουν ένα περιβάλλον θετικής, αλλά όχι εκρηκτικής, ανάπτυξης. Η πτώση της ανεργίας, η σταθερή κατανάλωση και η αύξηση των επενδύσεων δημιουργούν ευνοϊκότερο πλαίσιο για δραστηριότητα, προσλήψεις και κεφαλαιουχικές δαπάνες.
Ταυτόχρονα, η επιμονή του πυρήνα πληθωρισμού, το υψηλό δημόσιο χρέος και το ελλειμματικό εξωτερικό ισοζύγιο υπενθυμίζουν ότι η ανθεκτικότητα δεν είναι δεδομένη. Η επόμενη φάση θα κριθεί από το αν οι επενδύσεις θα μετατραπούν σε παραγωγικότητα, εξαγωγές και υψηλότερη προστιθέμενη αξία.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η ελληνική οικονομία δεν βρίσκεται πλέον στη φάση της θεαματικής ανάκαμψης μετά την κρίση της πανδημίας. Βρίσκεται σε φάση δοκιμασίας ποιότητας: να διατηρήσει την ανάπτυξη, μειώνοντας ταυτόχρονα τις ανισορροπίες που περιορίζουν τη μακροπρόθεσμη δυναμική της.
Σημείωση: Τα στοιχεία για τα έτη 2023-2025 αναφέρονται ως προσωρινά στην έκδοση της ΕΛΣΤΑΤ.
Σχολιάστε