epixeiro
Έρευνες, Εκθέσεις, Μελέτες

Ελληνική οικονομία: Άνοδος €26,4 δισ. στο κεφαλαιουχικό απόθεμα μετά από μια μακρά περίοδο αποεπένδυσης

Η ελληνική οικονομία έχει εισέλθει σε φάση σταδιακής ανάκαμψης των παραγωγικών της δυνατοτήτων.

Κοινοποιήστε

Σχολιάστε

Διαβάζεται σε 2 λεπτά

Ελληνική οικονομία: Άνοδος €26,4 δισ. στο κεφαλαιουχικό απόθεμα μετά από μια μακρά περίοδο αποεπένδυσης

Η ενίσχυση του κεφαλαιουχικού αποθέματος της ελληνικής οικονομίας συνεχίστηκε και το 2025, σύμφωνα με την ανάλυση της Eurobank στο «7 Ημέρες Οικονομία». Κατά την περίοδο της κρίσης χρέους, δεν περιορίστηκε μόνο το πραγματικό Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ), αλλά υποχώρησαν σταδιακά και οι παραγωγικές δυνατότητες της χώρας.

Η εξέλιξη αυτή αποτυπώθηκε στη σταδιακή μείωση του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού, στη συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού και στην πτώση της συνολικής παραγωγικότητας των συντελεστών παραγωγής. Ως αποτέλεσμα, η ελληνική οικονομία βγήκε από την κρίση με χαμηλότερη ικανότητα παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών, δηλαδή με περιορισμένο δυνητικό προϊόν. Παράλληλα όμως, απέκτησε σημαντική εμπειρία και τεχνογνωσία, κυρίως στον δημοσιονομικό τομέα, σχετικά με τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για μια σταθερή και βιώσιμη αναπτυξιακή πορεία σε βάθος χρόνου.

Οι επενδύσεις παγίων αποτελούν μία από τις τέσσερις βασικές συνιστώσες της εγχώριας ζήτησης — μαζί με την ιδιωτική κατανάλωση, τη μεταβολή των αποθεμάτων και τη δημόσια κατανάλωση — και επηρεάζουν άμεσα το ύψος του ΑΕΠ. Ταυτόχρονα, συμβάλλουν στη δημιουργία νέου κεφαλαιουχικού εξοπλισμού και στην ενσωμάτωση σύγχρονων τεχνολογιών, ενισχύοντας έτσι τη μακροπρόθεσμη παραγωγική δυναμική της οικονομίας.

Γιατί επιδεινώθηκαν οι αναπτυξιακές προοπτικές τις χώρες το 2009

Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση της περιόδου 2007–2009, σε συνδυασμό με τις διαχρονικές διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας, οδήγησε σε απότομη επιδείνωση των αναπτυξιακών προοπτικών της χώρας το 2009. Στη συνέχεια, η οικονομία εισήλθε σε μια παρατεταμένη φάση ύφεσης, η οποία χαρακτηρίστηκε από σημαντική συρρίκνωση του ΑΕΠ, εκτόξευση της ανεργίας και έντονη κάμψη των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου.

Το 2010, έτος κατά το οποίο υπογράφηκε το 1ο Πρόγραμμα Οικονομικής Προσαρμογής, οι επενδύσεις παγίων διαμορφώθηκαν σε ένα επίπεδο οριακά χαμηλότερο από εκείνο των αποσβέσεων. Για πρώτη φορά από τότε που η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) δημοσιεύει τα συγκεκριμένα στοιχεία, οι επενδύσεις παγίων δεν επαρκούσαν -έστω και οριακά- για την αντικατάσταση του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού που αποσυρόταν «λογιστικά» από την παραγωγική διαδικασία. Αυτό σήμαινε ότι οι καθαρές επενδύσεις παγίων ήταν αρνητικές με αποτέλεσμα τη μείωση του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού της ελληνικής οικονομίας. Το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό διατηρήθηκε για 12 χρόνια, οδηγώντας σε συνολική μείωση του παγίου κεφαλαίου κατά 88,7 δισ. ευρώ σε τρέχουσες τιμές την περίοδο 2010-2021.

Η εν λόγω επίδοση αντανακλά τη συρρίκνωση των παραγωγικών δυνατοτήτων της ελληνικής οικονομίας από την πλευρά του παραγωγικού συντελεστή του παγίου κεφαλαίου.

Από το 2022 και έπειτα, οι καθαρές επενδύσεις παγίων στην ελληνική οικονομία επέστρεψαν σε θετικό έδαφος

Ωστόσο, από το 2022 και έπειτα, οι καθαρές επενδύσεις παγίων στην ελληνική οικονομία επέστρεψαν σε θετικό έδαφος, τάση που διατηρήθηκε για τέταρτο συνεχόμενο έτος και με αυξανόμενο ρυθμό το 2025. Σε αυτό συνέβαλαν η στήριξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ), καθώς και η συνεχής βελτίωση της δημοσιονομικής και της χρηματοπιστωτικής κατάστασης της χώρας, στοιχείο που αντανακλάται στην ανάκτησης της επενδυτικής βαθμίδας.

Συγκεκριμένα, ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου διαμορφώθηκε στο 16,9% του ονομαστικού ΑΕΠ και οι αποσβέσεις στο 12,9% το 2025. Τούτων δοθέντων, οι καθαρές επενδύσεις παγίων ενισχύθηκαν περαιτέρω στο 3,9% του ΑΕΠ, από 2,9% το 2024, 2,5% το 2023 και 2,0% το 2022. Συνεπώς, την τετραετία 2022-2025 ο κεφαλαιουχικός εξοπλισμός της ελληνικής οικονομίας αυξήθηκε συνολικά κατά 26,4 δισεκ. ευρώ, ανακτώντας το 29,8% των απωλειών της 12ετίας 2010-2021. Σε επίπεδο θεσμικών τομέων, τη μεγαλύτερη συμβολή σε αυτή την ανάκαμψη είχαν κυρίως οι μη χρηματοοικονομικές εταιρείες, ενώ ακολούθησε ο τομέας της γενικής κυβέρνησης.

Στη σχετική έκθεση της τράπεζας, σημειώνεται πως αξίζει να επισημανθούν τα παρακάτω:

  • Όταν μια οικονομία είναι ανοικτή, τότε έχει τη δυνατότητα να δαπανά περισσότερους πόρους από όσους παράγει, δηλαδή να εισάγει περισσότερο από όσο εξάγει ή, ισοδύναμα, να επενδύει περισσότερο από όσο αποταμιεύει. Το σχετικό κενό, δηλαδή το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, καλύπτεται με εξωτερικό δανεισμό και με άμεσες ξένες επενδύσεις.
  • Η κατάσταση αυτή δεν είναι διατηρήσιμη όταν το έλλειμμα διογκώνεται και παραμένει σε υψηλά επίπεδα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ένα αρνητικό σοκ στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου μπορεί να περιορίσει τον εξωτερικό δανεισμό, με αποτέλεσμα η συνολική δαπάνη της οικονομίας να πρέπει να προσαρμοστεί στα επίπεδα της παραγωγής. Αυτό συνέβη στην ελληνική οικονομία με αφορμή την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση στα τέλη της δεκαετίας του 2000.
  • Αναμφίβολα, η ελληνική οικονομία έχει ανάγκη από περαιτέρω ενίσχυση των επενδύσεων, τόσο σε όγκο, όσο και σε πολλαπλασιαστικό αποτύπωμα, καθώς αυτές υπολείπονται σημαντικά από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Ωστόσο, η αύξηση των επενδύσεων θα πρέπει να συνοδευτεί από μεγαλύτερη συμμετοχή των εγχώριων πόρων —δηλαδή της εθνικής αποταμίευσης— στη χρηματοδότησή τους. Με τον τρόπο αυτό περιορίζεται ο κίνδυνος διεύρυνσης του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και, κατ’ επέκταση, των μελλοντικών υποχρεώσεων της χώρας έναντι φορέων του εξωτερικού.
  • Το 2025, η συνολική αποταμίευση διαμορφώθηκε στο 11,7% του ΑΕΠ (29,0 δισ. ευρώ), έναντι 10,9% το 2024. Τη μεγαλύτερη θετική συμβολή κατέγραψαν οι μη χρηματοοικονομικές εταιρείες και ο τομέας της γενικής κυβέρνησης. Αντιθέτως, η αποταμίευση των νοικοκυριών παρέμεινε σε αρνητικό έδαφος, στο -1,8% του ΑΕΠ (ή -4,4 δισεκ. ευρώ).
  • Πέραν της μείωσης του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού και της συνολικής παραγωγικότητας, η συρρίκνωση των παραγωγικών δυνατοτήτων της ελληνικής οικονομίας αποτυπώνεται και στη μείωση του εργατικού δυναμικού. Από το 2010 μέχρι το 2019, το εργατικό δυναμικό στην Ελλάδα μειώθηκε κατά 299,2 χιλ. άτομα (5,9%). Αυτό ήταν αποτέλεσμα τόσο της εκροής ανθρώπινου δυναμικού στο εξωτερικό, όσο και των δημογραφικών τάσεων.
  • Το 2025 το εργατικό δυναμικό διαμορφώθηκε στα 4.761,7 χιλ. άτομα, ενισχυμένο κατά 31,8 χιλ. άτομα (0,7%) σε σύγκριση με το 2019. Δεδομένης της μείωσης του συνολικού πληθυσμού, το ποσοστό συμμετοχής αυξήθηκε στο 52,9% το 2025, έναντι 52,0% το 2019.
  • Συνοψίζοντας, η ελληνική οικονομία, μετά από μια μακρά περίοδο αποεπένδυσης, μείωσης του εργατικού δυναμικού και υποχώρησης της συνολικής παραγωγικότητας, έχει εισέλθει σε φάση σταδιακής ανάκαμψης των παραγωγικών της δυνατοτήτων. Η ενίσχυση των επενδύσεων και του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού αποτελεί βασικό παράγοντα αυτής της εξέλιξης.
  • Ωστόσο, η διατηρήσιμη ενίσχυση της αναπτυξιακής δυναμικής προϋποθέτει την περαιτέρω αύξηση των επενδύσεων, τόσο σε όγκο όσο και σε ποιότητα, σε συνδυασμό με ενίσχυση της εγχώριας αποταμίευσης, του εργατικού δυναμικού και της συνολικής παραγωγικότητας. Υπό αυτές τις συνθήκες, καθίσταται εφικτή η αύξηση του δυνητικού προϊόντος και η διαμόρφωση μιας βιώσιμης αναπτυξιακής πορείας τα επόμενα έτη.