epixeiro
Έρευνες, Εκθέσεις, Μελέτες

ΙΝΕ ΓΣΕΕ: Βελτίωση στην απασχόληση, αλλά χωρίς ουσιαστική ενίσχυση των μισθών

Οριακή αύξηση 0,3% στους πραγματικούς μισθούς από το 2019, υψηλές ώρες εργασίας, επίμονη μακροχρόνια ανεργία και αυξημένος κίνδυνος φτώχειας για σημαντικές κοινωνικές ομάδες

Κοινοποιήστε

Σχολιάστε

Διαβάζεται σε 2 λεπτά

ΙΝΕ ΓΣΕΕ: Βελτίωση στην απασχόληση, αλλά χωρίς ουσιαστική ενίσχυση των μισθών
epixeiro

25/06/2026 | 17:35

epixeiro

25/06/2026 | 18:15

Η ελληνική αγορά εργασίας παρουσιάζει σημαντική βελτίωση στους δείκτες απασχόλησης τα τελευταία χρόνια, ωστόσο η ποιοτική της αναβάθμιση εξακολουθεί να αποτελεί ζητούμενο, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ (ΙΝΕ ΓΣΕΕ).

Παρά την ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, οι εργαζόμενοι δεν έχουν δει αντίστοιχη βελτίωση στην αγοραστική τους δύναμη. Ειδικότερα, ο μέσος ετήσιος πραγματικός μισθός αυξήθηκε μόλις κατά 0,3% την περίοδο 2019-2025, ενώ σε σύγκριση με το 2021, όταν ξεκίνησε η έντονη πληθωριστική κρίση, εμφανίζεται μειωμένος κατά 1,3%.

Υποχώρηση των πραγματικών αποδοχών σε βασικούς κλάδους

Το ΙΝΕ ΓΣΕΕ επισημαίνει ότι ακόμη και τομείς με ιδιαίτερη κοινωνική και οικονομική σημασία εξακολουθούν να καταγράφουν σημαντικές απώλειες στις πραγματικές αποδοχές.

Στον ενιαίο κλάδο της εστίασης, της διαμονής, των μεταφορών, της αποθήκευσης και του εμπορίου, το πραγματικό ωρομίσθιο το 2025 ήταν αυξημένο κατά 4,8% σε σχέση με το 2019. Ωστόσο, παρέμενε κατά 25,3% χαμηλότερο από τα επίπεδα του 2009, ενώ σε όρους αγοραστικής δύναμης υπολειπόταν ακόμη και χωρών των Βαλκανίων. Αντίστοιχα, στον τομέα της εκπαίδευσης το πραγματικό ωρομίσθιο διαμορφώθηκε το 2024 στα 10,8 ευρώ, έναντι 11,5 ευρώ το 2019 και 17,2 ευρώ το 2009. Στις υπηρεσίες δημόσιας υγείας και κοινωνικής φροντίδας, το πραγματικό ωρομίσθιο περιορίστηκε στα 8 ευρώ το 2024, από 9,7 ευρώ το 2019 και 12,5 ευρώ το 2009.

Η ανάπτυξη δεν μεταφράζεται σε βελτίωση του βιοτικού επιπέδου

Σύμφωνα με την έκθεση, η οικονομική μεγέθυνση δεν έχει οδηγήσει σε ουσιαστική σύγκλιση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα εκτιμάται για το 2025 στα 19.400 ευρώ, όταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανέρχεται σε 34.110 ευρώ. Αν και η χώρα έχει σημειώσει πρόοδο σε σχέση με το 2019, όταν το αντίστοιχο μέγεθος βρισκόταν στα 17.210 ευρώ, η απόσταση από την υπόλοιπη Ευρώπη παραμένει σημαντική.

Σε όρους αγοραστικής δύναμης (PPS), η Ελλάδα αντιστοιχεί στο 68% του μέσου όρου της ΕΕ, έναντι 66% το 2019, γεγονός που καταδεικνύει περιορισμένη μόνο βελτίωση.

Από τις υψηλότερες ώρες εργασίας στην Ευρώπη

Η έκθεση αναδεικνύει επίσης το ζήτημα της μεγάλης διάρκειας εργασίας στην Ελλάδα σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες.

Στο χονδρικό και λιανικό εμπόριο, όπου απασχολείται το 17,6% των εργαζομένων, οι συνήθεις εβδομαδιαίες ώρες εργασίας ανήλθαν το 2025 στις 42,3 ώρες. Στη μεταποίηση διαμορφώθηκαν στις 41,7 ώρες, ενώ στον πρωτογενή τομέα οι πλήρως απασχολούμενοι εργάζονταν κατά μέσο όρο 47,1 ώρες εβδομαδιαίως.

Η συνύπαρξη αυξημένης εργασιακής έντασης και χαμηλών αμοιβών δημιουργεί συνθήκες οικονομικής ανασφάλειας για σημαντικό μέρος των εργαζομένων, επισημαίνει το ΙΝΕ ΓΣΕΕ.

Αυξημένες ληξιπρόθεσμες οφειλές στα νοικοκυριά

Ιδιαίτερα δύσκολη παραμένει η κατάσταση για τα νοικοκυριά με εξαρτώμενα μέλη. Το 2025, το 34,9% αυτών δήλωνε ληξιπρόθεσμες οφειλές σε λογαριασμούς κοινής ωφέλειας, ποσοστό σχεδόν τετραπλάσιο από τον μέσο όρο της ΕΕ-27, που διαμορφώνεται στο 9,1%.

Τα στοιχεία αποτυπώνουν τη συνεχιζόμενη πίεση που ασκεί το αυξημένο κόστος βασικών αγαθών και υπηρεσιών στον οικογενειακό προϋπολογισμό, ακόμη και σε νοικοκυριά με εργαζόμενα μέλη.

Επίμονο πρόβλημα η μακροχρόνια ανεργία

Παρά τη βελτίωση της συνολικής απασχόλησης, η μακροχρόνια ανεργία εξακολουθεί να αποτελεί σοβαρή πρόκληση για την ελληνική οικονομία.

Το 2025, σχεδόν το 56% των ανέργων βρισκόταν εκτός αγοράς εργασίας για διάστημα μεγαλύτερο του ενός έτους, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 31,5%.

Το φαινόμενο πλήττει εντονότερα τις γυναίκες, καθώς το αντίστοιχο ποσοστό ανήλθε στο 59,2%, αλλά και τους νέους ηλικίας 15-29 ετών, όπου το 41,2% των ανέργων παρέμενε χωρίς εργασία για περισσότερο από δώδεκα μήνες.

Ανησυχητικά είναι και τα στοιχεία για τους αποφοίτους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, με τη μακροχρόνια ανεργία να αγγίζει το 56%, γεγονός που υποδηλώνει ότι ακόμη και τα υψηλά εκπαιδευτικά προσόντα δεν εξασφαλίζουν πάντα ταχύτερη ένταξη στην αγορά εργασίας.

Υψηλά ποσοστά κινδύνου φτώχειας

Η έκθεση καταγράφει επίσης αυξημένο κίνδυνο φτώχειας σε βασικές ηλικιακές και κοινωνικές ομάδες.

Στους νέους ηλικίας 18 έως 24 ετών, ο δείκτης κινδύνου φτώχειας διαμορφώθηκε το 2025 στο 24,2%. Παρότι εμφανίζεται βελτιωμένος σε σχέση με το 2019, παραμένει υψηλότερος σε σύγκριση με αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Σλοβενία, η Κροατία, η Πολωνία και η Πορτογαλία. Για την ηλικιακή ομάδα 25-54 ετών, ο κίνδυνος φτώχειας έφτασε το 17,5%, έναντι 14,3% στην ΕΕ-27. Αντίστοιχα, στους πολίτες ηλικίας 55-64 ετών διαμορφώθηκε στο 17,3%, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν 14,9%.

Ποσοτική πρόοδος, αλλά υστέρηση στην ποιότητα της εργασίας

Το βασικό συμπέρασμα της έκθεσης είναι ότι η ελληνική αγορά εργασίας έχει επιτύχει βελτίωση στους ποσοτικούς δείκτες απασχόλησης, χωρίς όμως να έχει πετύχει αντίστοιχη πρόοδο στην ποιότητα των θέσεων εργασίας και στο επίπεδο των αποδοχών.

Οι πραγματικοί μισθοί σε αρκετούς κρίσιμους κλάδους παραμένουν αισθητά χαμηλότεροι από τα προ κρίσης επίπεδα, ενώ το αυξημένο κόστος ζωής συνεχίζει να περιορίζει την οικονομική ανθεκτικότητα των εργαζομένων και των νοικοκυριών.