ΕΤΕ: Η αυξανόμενη φορολογική αποτελεσματικότητα στηρίζει τις κορυφαίες δημοσιονομικές επιδόσεις της Ελλάδας
Η βελτίωση των εισπράξεων, οι ευνοϊκές μακροοικονομικές εξελίξεις και η δημοσιονομική πειθαρχία ενισχύουν την αξιοπιστία της χώρας και δημιουργούν περιθώρια για μελλοντικές φοροελαφρύνσεις
02/07/2026 | 16:49
02/07/2026 | 16:50
Η Ελλάδα διατήρησε και το 2025 τις ισχυρές δημοσιονομικές της επιδόσεις, καταγράφοντας για τέταρτη συνεχή χρονιά πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 4,9% του ΑΕΠ.
Πρόκειται για το υψηλότερο που έχει σημειωθεί ιστορικά, βάσει των διαθέσιμων στοιχείων, αλλά και για το μεγαλύτερο στην ΕΕ για το 2025, σύμφωνα με τη Διεύθυνση Οικονομικής Ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας, η οποία αναλύει τους βασικούς παράγοντες που διαμορφώνουν τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας για φέτος και τα επόμενα χρόνια.
Υπεραπόδοση έναντι των δημοσιονομικών στόχων
Η Ελλάδα συνέχισε να υπερβαίνει τους δημοσιονομικούς στόχους και την περίοδο 2022-2025, με τη μέση ετήσια υπεραπόδοση να προσεγγίζει το 2% του ΑΕΠ, παρά το ασταθές διεθνές περιβάλλον. Η εξέλιξη αυτή, όπως επισημαίνει η Διεύθυνση Οικονομικής Ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας, ενίσχυσε σημαντικά τη δημοσιονομική αξιοπιστία της χώρας.
Θετική είναι και η εικόνα για το πρώτο τετράμηνο του 2026, καθώς το πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης σε τροποποιημένη ταμειακή βάση αυξήθηκε κατά 1,4 δισ. ευρώ σε σχέση με πέρυσι, προϊδεάζοντας για νέα υπέρβαση των στόχων ακόμη και χωρίς την επίδραση έκτακτων παραγόντων.
Τα φορολογικά έσοδα στήριξαν τη δημοσιονομική επίδοση
Σύμφωνα με την ανάλυση της ΕΤΕ, περίπου τα δύο τρίτα της συνολικής υπεραπόδοσης της τελευταίας τετραετίας προήλθαν από την ενίσχυση των φορολογικών εσόδων.
Τα συνολικά έσοδα από φόρους και ασφαλιστικές εισφορές αυξήθηκαν κατά 27,1 δισ. ευρώ μεταξύ 2022 και 2025 (+37,8%), φθάνοντας στο ιστορικά υψηλό επίπεδο του 40% του ΑΕΠ και ξεπερνώντας για πρώτη φορά τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Χωρίς τις ασφαλιστικές εισφορές, τα καθαρά φορολογικά έσοδα ενισχύθηκαν κατά 22 δισ. ευρώ, διαμορφούμενα στο 28,4% του ΑΕΠ, επίσης σε ιστορικό υψηλό.
Ο ΦΠΑ αποτέλεσε τον βασικό μοχλό αύξησης
Καθοριστική ήταν η συμβολή του ΦΠΑ, με τις εισπράξεις να αυξάνονται κατά 10% το 2025 και κατά μέσο όρο 12% ετησίως την περίοδο 2022-2025.
Τα έσοδα από ΦΠΑ ανήλθαν στο 9,5% του ΑΕΠ, έναντι μέσου όρου 7,2% στην ΕΕ, ενώ σε απόλυτους αριθμούς αυξήθηκαν κατά 8,4 δισ. ευρώ μέσα σε τέσσερα χρόνια.
Η Εθνική Τράπεζα αποδίδει την εξέλιξη αυτή σε τέσσερις βασικούς παράγοντες:
- τη συνεχή αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης,
- την εντυπωσιακή άνοδο των τουριστικών εισπράξεων,
- τη μετατόπιση της κατανάλωσης προς αγαθά και υπηρεσίες με υψηλότερους συντελεστές ΦΠΑ,
- και κυρίως τη σημαντική βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης.
Το «κενό συμμόρφωσης» στον ΦΠΑ υποχώρησε κάτω από το 10% των δυνητικών εσόδων το 2025, από περίπου 25% το 2018, αποφέροντας επιπλέον φορολογικά έσοδα περίπου 1,5 δισ. ευρώ την τελευταία τετραετία.
Αύξηση και στα έσοδα από τον φόρο εισοδήματος
Ισχυρή ήταν και η άνοδος των εσόδων από τη φορολογία φυσικών προσώπων, τα οποία αυξήθηκαν κατά μέσο όρο 13,2% ετησίως την περίοδο 2024-2025 και έφτασαν στο ιστορικό υψηλό του 6,9% του ΑΕΠ.
Παρά τη βελτίωση, η Ελλάδα εξακολουθεί να υπολείπεται του ευρωπαϊκού μέσου όρου, καθώς τα αντίστοιχα έσοδα στην ΕΕ αντιστοιχούν στο 9,8% του ΑΕΠ.
Η αύξηση αποδίδεται κυρίως:
- στην ενίσχυση των πραγματικών αποδοχών,
- στην αύξηση της απασχόλησης,
- καθώς και στη βελτίωση των εισοδημάτων από ενοίκια, τόκους και μερίσματα.
Η ΕΤΕ σημειώνει ότι η αύξηση των φορολογικών εσόδων ήταν σημαντικά υψηλότερη από την αντίστοιχη αύξηση της φορολογικής βάσης, γεγονός που αντανακλά μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα του φορολογικού μηχανισμού.
Ισχυρή άνοδος στα εταιρικά κέρδη και στη φορολογία επιχειρήσεων
Ανάλογη εικόνα παρουσιάζουν και τα έσοδα από τη φορολογία των επιχειρήσεων, τα οποία αυξήθηκαν κατά μέσο όρο 24,4% ετησίως την περίοδο 2022-2025.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με:
- τη σημαντική αύξηση της επιχειρηματικής κερδοφορίας,
- την ίδρυση περισσότερων εταιρειών,
- τον περιορισμό της άτυπης οικονομίας,
- αλλά και τη βελτίωση της φορολογικής αποτελεσματικότητας.
Το 40% της αύξησης των εσόδων οφείλεται στη βελτίωση της φορολογικής αποτελεσματικότητας Η Εθνική Τράπεζα εκτιμά ότι σχεδόν το 40% της αύξησης των εσόδων από ΦΠΑ και φόρους εισοδήματος κατά την περίοδο 2022-2025 προήλθε από τη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης και των μηχανισμών είσπραξης. Το υπόλοιπο αποδίδεται στην ανάπτυξη της οικονομίας, την αύξηση της κατανάλωσης, της απασχόλησης, των κερδών των επιχειρήσεων και της τουριστικής δραστηριότητας.
Καθοριστικός ο ρόλος των ψηφιακών μεταρρυθμίσεων
Η ανάλυση αποδίδει σημαντικό μέρος της βελτίωσης στις δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις των τελευταίων ετών.
Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν:
- η υποχρεωτική χρήση POS,
- η διασύνδεση POS και ταμειακών μηχανών,
- η ψηφιακή κάρτα εργασίας,
- η πλατφόρμα myDATA,
- η ηλεκτρονική τιμολόγηση,
- οι ηλεκτρονικές φορολογικές δηλώσεις,
- καθώς και οι στοχευμένοι έλεγχοι με βάση την ανάλυση κινδύνου.
Παράλληλα, οι ηλεκτρονικές πληρωμές αυξήθηκαν εντυπωσιακά, από το 9,3% του ΑΕΠ το 2016 στο 30% του ΑΕΠ το 2025, ενισχύοντας ιδιαίτερα τις εισπράξεις από τον ΦΠΑ.
Περιθώριο για νέες φοροελαφρύνσεις
Η ΕΤΕ εκτιμά ότι η περαιτέρω μείωση της φοροδιαφυγής θα μπορούσε να δημιουργήσει πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο μετά το 2027. Ενδεικτικά, περιορισμός κατά ένα τρίτο του κενού συμμόρφωσης στον ΦΠΑ, σε συνδυασμό με αύξηση των δηλωθέντων προσωπικών εισοδημάτων, θα μπορούσε να αποφέρει επιπλέον φορολογικά έσοδα άνω των 2 δισ. ευρώ ετησίως.
Συγκράτηση δαπανών και νέα υπέρβαση των στόχων
Εξίσου σημαντική ήταν η συγκράτηση των πρωτογενών δαπανών, οι οποίες μειώθηκαν στο 45,1% του ΑΕΠ την περίοδο 2024-2025, σημαντικά χαμηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ.
Η τάση αυτή αποτυπώνεται ήδη και στην εκτέλεση του προϋπολογισμού του 2026, με το πρωτογενές πλεόνασμα του πρώτου τετραμήνου να υπερβαίνει κατά 0,5% του ΑΕΠ το αντίστοιχο περσινό επίπεδο.
Η ΕΤΕ εκτιμά ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα διαμορφωθεί περίπου στο 4% του ΑΕΠ το 2026, έναντι στόχου 3,2%, ενώ για το 2027 προβλέπει πλεόνασμα 3,5%, επίσης υψηλότερο από τον επίσημο στόχο.
Συνεχίζεται η αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους
Η διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων έχει ήδη συμβάλει ουσιαστικά στη μείωση του δημόσιου χρέους.
Σύμφωνα με την ανάλυση, περίπου 12 ποσοστιαίες μονάδες από τη συνολική μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ κατά την τελευταία τετραετία αποδίδονται στα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα.
Εφόσον διατηρηθεί η σημερινή δημοσιονομική πορεία και η οικονομία συνεχίσει να αναπτύσσεται με ονομαστικό ρυθμό περίπου 4% ετησίως, το δημόσιο χρέος εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει κάτω από το 120% του ΑΕΠ έως το 2029, ενισχύοντας περαιτέρω τη δημοσιονομική ευελιξία της χώρας και δημιουργώντας προϋποθέσεις για πρόσθετες φορολογικές ελαφρύνσεις τα επόμενα χρόνια.
Σχολιάστε