Κομισιόν: Στο 44,8% η φορολογική επιβάρυνση της εργασίας στην Ελλάδα
Η χώρα καταγράφει τον υψηλότερο τεκμαρτό φορολογικό συντελεστή στην εργασία στην ΕΕ, ενώ το φορολογικό της μείγμα εξακολουθεί να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην κατανάλωση και στον ΦΠΑ. Την ίδια στιγμή, η έκθεση αναγνωρίζει την πρόοδο του myDATA και των στοχευμένων ψηφιακών ελέγχων.
13/07/2026 | 17:08
13/07/2026 | 17:09
Μια διπλή εικόνα για το ελληνικό φορολογικό σύστημα παρουσιάζει η ετήσια έκθεση φορολογίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το 2026. Από τη μία πλευρά, η Ελλάδα εμφανίζει τη μεγαλύτερη πραγματική επιβάρυνση της εργασίας μεταξύ των κρατών-μελών. Από την άλλη, η Κομισιόν καταγράφει την πρόοδο που έχει συντελεστεί στην ψηφιοποίηση της φορολογικής διοίκησης, στη χρήση δεδομένων και στην αποτελεσματικότερη στόχευση των ελέγχων.
Τον υψηλότερο τεκμαρτό φορολογικό συντελεστή στην εργασία μεταξύ των 27 κρατών-μελών καταγράφει η Ελλάδα, σύμφωνα με το Annual Report on Taxation 2026 και τα συνοδευτικά στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Ο δείκτης Implicit Tax Rate on Labour διαμορφώθηκε το 2024 στο 44,8%, έναντι 37,1% κατά μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Στη δεύτερη θέση βρέθηκε η Ιταλία με 43,9% και στην τρίτη το Βέλγιο με 40,7%. Η Ελλάδα ανέβηκε κατά 3,4 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2014, όταν ο αντίστοιχος δείκτης βρισκόταν στο 41,4%.
Τι μετρά το 44,8%
Ο τεκμαρτός φορολογικός συντελεστής στην εργασία δεν είναι ο φορολογικός συντελεστής ενός συγκεκριμένου μισθωτού.
Πρόκειται για έναν συνολικό μακροοικονομικό δείκτη, ο οποίος συγκρίνει:
- τους φόρους εισοδήματος από την εργασία,
- τις ασφαλιστικές εισφορές εργαζομένων,
- τις εργοδοτικές εισφορές,
με τη συνολική αμοιβή της εξαρτημένης εργασίας.
Αποτυπώνει, επομένως, τη συνολική επιβάρυνση που δημιουργούν οι φόροι και οι εισφορές πάνω στην εργασία και επιτρέπει τη σύγκριση μεταξύ διαφορετικών φορολογικών συστημάτων.
Το 44,8% σημαίνει ότι η συνολική φορολογική και ασφαλιστική επιβάρυνση της μισθωτής εργασίας στην Ελλάδα είναι σημαντικά υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάθε εργαζόμενος επιβαρύνεται ακριβώς με το ίδιο ποσοστό.
Η εξέλιξη της δεκαετίας
Η ελληνική επίδοση δεν αποτελεί μια μεμονωμένη ετήσια διακύμανση.
Ο δείκτης ακολούθησε ανοδική πορεία κατά την τελευταία δεκαετία:
- 41,4% το 2014,
- 42,6% το 2016,
- 45,6% το 2017,
- 45,4% το 2019,
- 43,3% το 2023,
- 44,8% το 2024.
Στην ΕΕ, αντίθετα, ο μέσος όρος υποχώρησε από 38,2% το 2014 σε 37,1% το 2024. Έτσι, η απόσταση της Ελλάδας από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο διευρύνθηκε από τις 3,2 στις 7,7 ποσοστιαίες μονάδες.
Το παράδοξο του φορολογικού μείγματος
Παρότι η Ελλάδα εμφανίζει τον υψηλότερο τεκμαρτό συντελεστή στην εργασία, οι φόροι στην εργασία αντιπροσωπεύουν μικρότερο τμήμα των συνολικών φορολογικών εσόδων σε σύγκριση με την ΕΕ.
Το ελληνικό φορολογικό μείγμα για το 2024 διαμορφώθηκε ως εξής:
- 40,7% από φόρους στην εργασία,
- 37,8% από φόρους στην κατανάλωση,
- 21,5% από φόρους στο κεφάλαιο.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι αντίστοιχες αναλογίες ήταν:
- 51,5% εργασία,
- 26,8% κατανάλωση,
- 21,6% κεφάλαιο.
Η σύγκριση αποκαλύπτει ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ελληνικού συστήματος: η εργασία επιβαρύνεται έντονα, αλλά η χώρα εξακολουθεί να αντλεί πολύ μεγαλύτερο μερίδιο των εσόδων της από φόρους κατανάλωσης σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη.
Μεγαλύτερη εξάρτηση από την κατανάλωση
Οι φόροι κατανάλωσης αντιστοιχούν στο 37,8% των ελληνικών φορολογικών εσόδων, έναντι 26,8% στην ΕΕ.
Η διαφορά των 11 ποσοστιαίων μονάδων δείχνει τη μεγάλη σημασία που έχουν στο ελληνικό σύστημα ο ΦΠΑ, οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης και οι υπόλοιπες επιβαρύνσεις που συνδέονται με την αγορά προϊόντων και υπηρεσιών.
Από επιχειρηματική σκοπιά, η υψηλή εξάρτηση από την κατανάλωση επηρεάζει:
- τις τελικές τιμές προϊόντων και υπηρεσιών,
- την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών,
- τη ρευστότητα των επιχειρήσεων,
- τη διαχείριση και απόδοση του ΦΠΑ,
- το διοικητικό κόστος φορολογικής συμμόρφωσης.
Η σύνθεση αυτή διαφοροποιεί την Ελλάδα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, όπου περισσότερο από το μισό των φορολογικών εσόδων προέρχεται από την εργασία.
Αυξήθηκε η βαρύτητα του ΦΠΑ
Η Ελλάδα κατέγραψε τη μεγαλύτερη αύξηση στην ΕΕ ως προς τη συμμετοχή του ΦΠΑ στο συνολικό φορολογικό μείγμα κατά την περίοδο 2014–2024.
Το μερίδιο του ΦΠΑ αυξήθηκε από 19,5% των συνολικών φορολογικών εσόδων το 2014 σε 22,6% το 2024, σημειώνοντας άνοδο κατά 3,1 ποσοστιαίες μονάδες.
Ο αντίστοιχος μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαμορφώθηκε το 2024 στο 18,1%.
Σε απόλυτους αριθμούς, τα έσοδα ΦΠΑ στην Ελλάδα ανήλθαν το 2024 σε περίπου 21,4 δισ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας το 9% του ΑΕΠ.
Η ενίσχυση της σχετικής βαρύτητας του ΦΠΑ μπορεί να συνδέεται με περισσότερους παράγοντες, όπως:
- την αύξηση της ονομαστικής κατανάλωσης,
- τον πληθωρισμό,
- τη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης,
- την επέκταση των ηλεκτρονικών συναλλαγών,
- την αποτελεσματικότερη καταγραφή των παραστατικών.
Η ίδια η έκθεση δεν αποδίδει το σύνολο της μεταβολής σε έναν μόνο παράγοντα.
Στο 40% του ΑΕΠ οι φόροι
Τα συνολικά φορολογικά έσοδα της Ελλάδας, μαζί με τις υποχρεωτικές ασφαλιστικές εισφορές, διαμορφώθηκαν το 2024 στο 40% του ΑΕΠ, από 38,8% το 2023.
Ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν 39,4%.
Η Ελλάδα κατατάχθηκε ένατη μεταξύ των κρατών-μελών ως προς το συνολικό φορολογικό βάρος, με έσοδα περίπου 94,8 δισ. ευρώ.
Η εικόνα αυτή δείχνει ότι το βασικό ζήτημα δεν είναι μόνο πόσα φορολογικά έσοδα συγκεντρώνονται, αλλά και από ποιες πηγές προέρχονται και πώς κατανέμεται το βάρος μεταξύ εργασίας, κατανάλωσης και κεφαλαίου.
Η αναγνώριση του myDATA
Παράλληλα με τις διαρθρωτικές επιβαρύνσεις, η έκθεση καταγράφει θετικά την ψηφιοποίηση της ελληνικής φορολογικής διοίκησης.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο myDATA, το οποίο παρουσιάζεται ως βασικό εργαλείο για την ενίσχυση του συστήματος δήλωσης εισοδήματος επιχειρήσεων και αυτοαπασχολουμένων.
Το νέο πλαίσιο επιτρέπει:
- την ηλεκτρονική διαβίβαση των φορολογικών δεδομένων,
- την αξιοποίησή τους στις φορολογικές δηλώσεις,
- τη διασταύρωση των δηλωμένων εσόδων και εξόδων,
- την καλύτερη στόχευση των ελέγχων,
- τον έγκαιρο εντοπισμό αποκλίσεων.
Σύμφωνα με την αποτύπωση της έκθεσης από την ΑΑΔΕ, η πλήρης εφαρμογή του συστήματος αναμένεται να συμβάλει στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και στη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης.
Στοχευμένοι έλεγχοι με δεδομένα
Η Κομισιόν αναφέρεται επίσης στην ανάπτυξη προηγμένων εργαλείων αξιολόγησης κινδύνων και στη μετάβαση προς ένα περισσότερο data-driven μοντέλο φορολογικών ελέγχων.
Η προσέγγιση αυτή επιτρέπει στη φορολογική διοίκηση να εντοπίζει υποθέσεις υψηλότερου κινδύνου και να κατευθύνει σε αυτές τους διαθέσιμους ελεγκτικούς πόρους.
Στην έκθεση καταγράφονται ακόμη:
- η συμμετοχή της Ελλάδας σε ευρωπαϊκό έργο αξιολόγησης TADAT,
- η ανάπτυξη στρατηγικού σχεδίου για αποτελεσματικότερη είσπραξη φόρων,
- η τεχνική υποστήριξη για την εφαρμογή του Pillar Two,
- η ανάπτυξη μεθοδολογίας ανάλυσης φορολογικού κινδύνου,
- η συμβολή της ψηφιοποίησης στη μείωση του διοικητικού βάρους.
Η Επιτροπή επισημαίνει γενικότερα ότι η αποτελεσματική φορολογική συμμόρφωση δεν εξαρτάται μόνο από τους ελέγχους. Επηρεάζεται επίσης από την απλότητα του συστήματος, τη φορολογική βεβαιότητα, την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και την ποιότητα εξυπηρέτησης των φορολογουμένων.
Τι σημαίνουν τα στοιχεία για τις επιχειρήσεις
Για τις ελληνικές επιχειρήσεις, τα ευρήματα της έκθεσης δημιουργούν δύο παράλληλες πραγματικότητες.
Η πρώτη αφορά το κόστος της εργασίας. Η υψηλή φορολογική και ασφαλιστική επιβάρυνση διευρύνει την απόσταση μεταξύ του συνολικού κόστους που καταβάλλει μια επιχείρηση και των καθαρών αποδοχών που λαμβάνει ο εργαζόμενος.
Η δεύτερη αφορά την ψηφιακή συμμόρφωση. Η σταδιακή σύνδεση τιμολόγησης, λογιστικών βιβλίων, δηλώσεων και ελέγχων σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις χρειάζονται:
- ακριβέστερη και ταχύτερη καταχώριση συναλλαγών,
- καλύτερη διασύνδεση των εμπορικών και λογιστικών συστημάτων,
- συστηματικό έλεγχο των δεδομένων που αποστέλλονται,
- μικρότερη ανοχή σε αποκλίσεις και λάθη,
- στενότερη συνεργασία με λογιστές και φοροτεχνικούς.
Η ψηφιοποίηση μπορεί να περιορίσει τη φοροδιαφυγή και να μειώσει σταδιακά τις χειροκίνητες διαδικασίες. Παράλληλα, όμως, αυξάνει τη σημασία της ποιότητας των δεδομένων και της έγκαιρης συμμόρφωσης.
Το διπλό μήνυμα της έκθεσης
Η ετήσια έκθεση της Κομισιόν αποτυπώνει μια χώρα με υψηλά φορολογικά έσοδα, μεγάλη εξάρτηση από την κατανάλωση και την υψηλότερη τεκμαρτή επιβάρυνση της εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ταυτόχρονα, αναγνωρίζει τη μετάβαση της φορολογικής διοίκησης σε ένα ψηφιακό μοντέλο, στο οποίο το myDATA, οι διασταυρώσεις και η ανάλυση κινδύνου αποκτούν κεντρικό ρόλο.
Η πρόκληση για την επόμενη περίοδο είναι διπλή: να αξιοποιηθούν οι ψηφιακές υποδομές για δικαιότερη και αποτελεσματικότερη είσπραξη των φόρων και, παράλληλα, να επανεξεταστεί ένα φορολογικό μείγμα που εξακολουθεί να επιβαρύνει έντονα την εργασία και την κατανάλωση.
Σχολιάστε