Eurobank: Πιο ανθεκτική στο πετρέλαιο, πιο ευάλωτη στο φυσικό αέριο η Ευρώπη
Η Ευρώπη είναι πλέον καλύτερα θωρακισμένη απέναντι σε ένα νέο πετρελαϊκό σοκ, ωστόσο οι χαμηλότερες αποθήκες, η εξάρτηση από το LNG και η απεξάρτηση από το ρωσικό αέριο διατηρούν υψηλή την ευπάθεια της αγοράς φυσικού αερίου
06/08/2026 | 17:34
06/08/2026 | 17:38
Η Ευρώπη εμφανίζεται σήμερα καλύτερα θωρακισμένη απέναντι σε μια ενδεχόμενη νέα κρίση στην αγορά πετρελαίου, αλλά παραμένει πιο εκτεθειμένη στις εξελίξεις που αφορούν το φυσικό αέριο, σύμφωνα με νέα ανάλυση της Eurobank *Global & Regional Focus Notes* για τις προοπτικές των ευρωπαϊκών ενεργειακών αγορών.
Όπως επισημαίνεται στην έκθεση, οι ανακατατάξεις που ακολούθησαν τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία οδήγησαν σε σημαντική μείωση της εξάρτησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τις ρωσικές ενεργειακές προμήθειες, ενώ παράλληλα διεύρυναν το δίκτυο προμηθευτών πετρελαίου. Αντίθετα, στο φυσικό αέριο οι προκλήσεις παραμένουν εντονότερες, καθώς τα χαμηλότερα αποθέματα, η αυξημένη εξάρτηση από την παγκόσμια αγορά υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) και ο στόχος πλήρους απεξάρτησης από το ρωσικό αέριο διαμορφώνουν ένα πιο ευάλωτο ενεργειακό τοπίο.
Η διαφοροποίηση αυτή αποτυπώνεται και στις εκτιμήσεις της Eurobank. Στο ευνοϊκότερο από τα δύο γεωπολιτικά σενάρια που εξετάζονται, η μέση τιμή του φυσικού αερίου στο TTF προβλέπεται να κυμανθεί μεταξύ 47,9 και 49,9 ευρώ ανά MWh το 2026, έναντι 36,3 ευρώ ανά MWh το 2025. Στο δυσμενέστερο σενάριο, η τιμή εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί από 54 έως 57,1 ευρώ ανά MWh. Για το πετρέλαιο Brent, η τράπεζα προβλέπει μέση τιμή από 85,6 έως 87,1 δολάρια ανά βαρέλι στο βασικό σενάριο και από 88,5 έως 93,4 δολάρια στο δυσμενές, σε σύγκριση με τα 68,2 δολάρια ανά βαρέλι το 2025.
Οι εκτιμήσεις της Eurobank αντικατοπτρίζουν τη διαφορετική εικόνα που παρουσιάζουν οι δύο αγορές. Στο ευνοϊκότερο από τα γεωπολιτικά σενάρια που εξετάζει, η μέση τιμή του φυσικού αερίου στον κόμβο TTF εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί μεταξύ 47,9 και 49,9 ευρώ ανά MWh το 2026, από 36,3 ευρώ ανά MWh το 2025. Στο δυσμενές σενάριο, η τιμή προβλέπεται να κινηθεί από 54 έως 57,1 ευρώ ανά MWh. Για το πετρέλαιο Brent, οι προβλέψεις κάνουν λόγο για μέση τιμή 85,6-87,1 δολάρια το βαρέλι στο βασικό σενάριο και 88,5-93,4 δολάρια στο δυσμενές, έναντι 68,2 δολαρίων το 2025.
Το φυσικό αέριο παραμένει η μεγαλύτερη πρόκληση
Η διαφοροποίηση ανάμεσα στις αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου έγινε ακόμη πιο εμφανής μετά την προσωρινή εκεχειρία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν τον Ιούνιο. Ενώ οι τιμές του Brent επέστρεψαν σχετικά γρήγορα στα επίπεδα που επικρατούσαν πριν από την ένταση, ο δείκτης TTF διατηρήθηκε σε υψηλά επίπεδα και στη συνέχεια συνέχισε την ανοδική του πορεία.
Στις 6 Ιουλίου, ο TTF βρισκόταν κατά 36% υψηλότερα σε σχέση με τα προ της κρίσης επίπεδα και κατά 32,2% σε ετήσια βάση. Αντίθετα, το Brent εμφάνιζε σαφώς πιο συγκρατημένες αυξήσεις, της τάξης του 2,6% και 5,4% αντίστοιχα.
Κατά την Eurobank, η συμπεριφορά αυτή αποτυπώνει ότι η ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου επηρεάζεται πλέον όχι μόνο από τις γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, αλλά και από παράγοντες όπως η αναπλήρωση των αποθεμάτων, η ασφάλεια του εφοδιασμού και η σταδιακή διακοπή των εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου.
Στις 24 Ιουλίου, η τιμή του TTF είχε διαμορφωθεί στα 63,4 ευρώ ανά MWh, παρουσιάζοντας αύξηση 96,7% σε σχέση με έναν χρόνο πριν. Την ίδια περίοδο, οι ευρωπαϊκές εγκαταστάσεις αποθήκευσης ήταν γεμάτες κατά 54,6%, ποσοστό μειωμένο κατά 11,1 ποσοστιαίες μονάδες έναντι του προηγούμενου έτους και κατά 15,8 μονάδες σε σύγκριση με τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας.
Η αλλαγή του ενεργειακού χάρτη
Η ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης έχει μεταβληθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Το μερίδιο της Ρωσίας στις εισαγωγές φυσικού αερίου της ΕΕ περιορίστηκε στο 14,6% το 2025, από 34,9% το 2021.
Το μεγαλύτερο μέρος του κενού καλύφθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και από προμηθευτές όπως η Νορβηγία, το Αζερμπαϊτζάν και η Αγκόλα. Οι ΗΠΑ αύξησαν το μερίδιό τους στο 26,9%, έναντι μόλις 7,9% το 2021, καθιστάμενες ο σημαντικότερος προμηθευτής φυσικού αερίου της Ευρώπης.
Ωστόσο, σύμφωνα με την ανάλυση, η εξέλιξη αυτή δεν σημαίνει ουσιαστική διεύρυνση της βάσης προμηθευτών, αλλά κυρίως αντικατάσταση του βασικού προμηθευτή. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι πέντε μεγαλύτεροι προμηθευτές κάλυπταν το 80,5% των συνολικών εισαγωγών της ΕΕ το 2025, έναντι 78,5% το 2021.
Παράλληλα, η αυξανόμενη εξάρτηση από το LNG καθιστά την ευρωπαϊκή αγορά περισσότερο εκτεθειμένη στον διεθνή ανταγωνισμό για φορτία, κυρίως με τις ασιατικές οικονομίες. Στις 24 Ιουλίου, ο δείκτης JKM είχε διαμορφωθεί στα 22 δολάρια ανά MMBtu, ενώ τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης διατηρούνταν πάνω από τα 17,3 δολάρια έως και το τέλος της περιόδου θέρμανσης 2026-2027.
Πετρέλαιο: μεγαλύτερη διαφοροποίηση, μικρότερη ευπάθεια
Η εικόνα στην αγορά πετρελαίου εμφανίζεται πιο σταθερή, χωρίς ωστόσο να απουσιάζουν οι κίνδυνοι. Το 2025 το μερίδιο της Ρωσίας στις εισαγωγές αργού πετρελαίου της ΕΕ είχε περιοριστεί στο 2,2%, από μέσο όρο 21,1% την περίοδο 2015-2021, ενώ στα προϊόντα διύλισης είχε υποχωρήσει στο μόλις 0,4%.
Οι αυξημένες προμήθειες από χώρες όπως οι ΗΠΑ, το Καζακστάν, η Σαουδική Αραβία, η Γουιάνα, η Νορβηγία, η Βραζιλία, η Αγκόλα, η Αλγερία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα κάλυψαν το κενό που άφησε η Ρωσία, δημιουργώντας ένα πιο διαφοροποιημένο δίκτυο προμηθευτών.
Αυτή η διαφοροποίηση εξηγεί, σύμφωνα με την Eurobank, γιατί η πρόσφατη ένταση στη Μέση Ανατολή δεν προκάλεσε τόσο ισχυρές αναταράξεις όσο εκείνη του 2022. Την περίοδο Μαρτίου-Ιουνίου 2026 η μέση ετήσια αύξηση της τιμής του Brent διαμορφώθηκε στο 27%, όταν το αντίστοιχο διάστημα του 2022 είχε εκτιναχθεί στο 64,4%.
Ο ρόλος των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας
Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, η Eurobank εκτιμά ότι η περαιτέρω ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας μπορεί να περιορίσει την έκθεση της Ευρώπης στις διεθνείς ενεργειακές κρίσεις, μειώνοντας τη χρήση ορυκτών καυσίμων στην ηλεκτροπαραγωγή, τη θέρμανση των κτιρίων και τη βιομηχανία.
Παρά τη σημαντική πρόοδο, η απόσταση από τους ευρωπαϊκούς στόχους παραμένει μεγάλη. Με βάση τα προσωρινά στοιχεία που παραθέτει η έκθεση, το μερίδιο των ΑΠΕ στην τελική κατανάλωση ενέργειας της ΕΕ διαμορφώθηκε στο 26,2% το 2025, όταν ο δεσμευτικός στόχος για το 2030 ανέρχεται τουλάχιστον στο 42,5%.
Συνολικά, η Eurobank καταλήγει ότι η ενεργειακή μετάβαση θα πρέπει να επιταχυνθεί όχι μόνο μέσω της ανάπτυξης νέων μονάδων ΑΠΕ, αλλά και με επενδύσεις σε υποδομές αποθήκευσης, ηλεκτρικά δίκτυα και διασυνοριακές διασυνδέσεις. Διαφορετικά, η Ευρώπη μπορεί να έχει περιορίσει την εξάρτησή της από τη Ρωσία, αλλά θα συνεχίσει να παραμένει ευάλωτη στις διακυμάνσεις της παγκόσμιας αγοράς LNG και στις διεθνείς γεωπολιτικές αναταράξεις.
Σχολιάστε