Μισθολογικό κόστος: Επιβραδύνεται η άνοδος στο 4%, αλλά η πίεση στις επιχειρήσεις παραμένει
Ο δείκτης της ΕΛΣΤΑΤ βρίσκεται περίπου 34% πάνω από το β΄ τρίμηνο του 2021 – Η μεγάλη επιτάχυνση των τελευταίων ετών και τι δείχνει η σύγκριση από το 2008
14/09/2026 | 13:14
Σημαντική επιβράδυνση κατέγραψε η αύξηση του μισθολογικού κόστους το β΄ τρίμηνο του 2026, στο 4% από 10,3% ένα χρόνο νωρίτερα. Ωστόσο, η αποκλιμάκωση του ρυθμού δεν σημαίνει μείωση του κόστους: ο σχετικός δείκτης της ΕΛΣΤΑΤ παραμένει σε υψηλά επίπεδα μετά τη συσσωρευμένη άνοδο των τελευταίων ετών.
Η αύξηση του μισθολογικού κόστους στην ελληνική οικονομία χάνει ταχύτητα, χωρίς όμως να αντιστρέφεται. Το β΄ τρίμηνο του 2026 ο Δείκτης Μισθολογικού Κόστους αυξήθηκε κατά 4% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025, έναντι πολύ ισχυρότερης αύξησης 10,3% που είχε καταγραφεί ένα χρόνο νωρίτερα.
Η εικόνα είναι σχεδόν ίδια ακόμη και όταν αφαιρεθούν στατιστικές επιδράσεις. Με εποχική διόρθωση η ετήσια αύξηση περιορίζεται στο 3,9%, από 9,4% το 2025, ενώ στο 3,9% διαμορφώνεται και μετά τη διόρθωση για τον αριθμό των εργάσιμων ημερών, έναντι 10,1% πέρυσι.
Για τις επιχειρήσεις, επομένως, το μήνυμα δεν είναι ότι το κόστος εργασίας μειώνεται. Είναι ότι συνεχίζει να αυξάνεται, αλλά πλέον με αρκετά χαμηλότερο ρυθμό, μετά από μια περίοδο ιδιαίτερα έντονων αυξήσεων.
Από το 2,6% στο 10,3% και τώρα στο 4%
Η μεταβολή γίνεται περισσότερο κατανοητή αν εξεταστεί η τελευταία πενταετία.
Το β΄ τρίμηνο του 2021 ο μη διορθωμένος δείκτης βρισκόταν στις 101,5 μονάδες. Ένα χρόνο αργότερα αυξήθηκε στις 104,1 μονάδες, με ετήσια μεταβολή 2,6%. Το 2023 ο ρυθμός επιταχύνθηκε στο 4,8%, με τον δείκτη στις 109,1 μονάδες.
Η μεγαλύτερη πίεση εμφανίστηκε στα δύο επόμενα χρόνια. Το β΄ τρίμηνο του 2024 η ετήσια αύξηση έφτασε το 8,6% και ο δείκτης τις 118,5 μονάδες, ενώ το 2025 η μεταβολή επιταχύνθηκε περαιτέρω στο 10,3%, ανεβάζοντας τον δείκτη στις 130,7 μονάδες.
Φέτος ο δείκτης έφτασε τις 135,9 μονάδες, αλλά η ετήσια αύξηση περιορίστηκε στο 4%.
Η διαφορά είναι ουσιαστική: μέσα σε πέντε χρόνια, από το β΄ τρίμηνο του 2021 έως το αντίστοιχο τρίμηνο του 2026, το επίπεδο του δείκτη έχει αυξηθεί περίπου 34%. Άρα, η σημερινή επιβράδυνση συμβαίνει πάνω σε μια βάση κόστους πολύ υψηλότερη από εκείνη των προηγούμενων ετών.
Από τη μεγάλη πτώση της κρίσης στη σημερινή άνοδο
Η σύγκριση με το παρελθόν δείχνει και πόσο διαφορετική είναι η σημερινή φάση από εκείνη της προηγούμενης δεκαετίας.
Το β΄ τρίμηνο του 2008 ο δείκτης βρισκόταν στις 112,8 μονάδες. Στα χρόνια που ακολούθησαν άρχισε να υποχωρεί, φτάνοντας στις 110,3 μονάδες το 2011, στις 100,9 το 2012 και στις 91,1 το 2013.
Η πτώση συνεχίστηκε έως τα μέσα της δεκαετίας. Το β΄ τρίμηνο του 2015 ο δείκτης διαμορφώθηκε στις 85,7 μονάδες, το χαμηλότερο επίπεδο που καταγράφεται για δεύτερο τρίμηνο στα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ από το 2008.
Από εκεί ξεκίνησε μια σταδιακή ανάκαμψη. Το 2016 ο δείκτης ανέβηκε στις 89,4 μονάδες, το 2018 στις 93 και το 2019 στις 94,6. Μετά το 2021 η κίνηση έγινε πολύ εντονότερη, οδηγώντας στις 135,9 μονάδες του φετινού β΄ τριμήνου.
Σε σύγκριση με το χαμηλό του 2015, το επίπεδο του δείκτη είναι σήμερα περίπου 59% υψηλότερο. Βρίσκεται επίσης περίπου 20% πάνω από το αντίστοιχο επίπεδο του 2008.
Αυτές οι συγκρίσεις δεν σημαίνουν αντίστοιχη αύξηση του μέσου μισθού. Δείχνουν όμως πόσο έχει μετακινηθεί το κόστος ανά ώρα εργασίας που παρακολουθεί η ΕΛΣΤΑΤ.
Τι δείχνει η σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο
Στα μη διορθωμένα στοιχεία υπάρχει ακόμη μία μεταβολή που θα μπορούσε εύκολα να οδηγήσει σε λάθος συμπέρασμα. Από το α΄ στο β΄ τρίμηνο του 2026 ο δείκτης αυξάνεται από τις 117,7 στις 135,9 μονάδες, δηλαδή κατά 15,5%.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το υποκείμενο μισθολογικό κόστος αυξήθηκε κατά 15,5% μέσα σε τρεις μήνες.
Ο δείκτης επηρεάζεται σημαντικά από την εποχικότητα και από την καταβολή δώρων, επιδομάτων και άλλων έκτακτων αμοιβών. Όταν η ΕΛΣΤΑΤ αφαιρεί αυτές τις εποχικές επιδράσεις, η μεταβολή από το α΄ στο β΄ τρίμηνο περιορίζεται στο 0,9%, με τον εποχικά διορθωμένο δείκτη να κινείται από τις 132,4 στις 133,6 μονάδες.
Για την αποτύπωση της βασικής τάσης, επομένως, μεγαλύτερη σημασία έχει η σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους και η εποχικά διορθωμένη μεταβολή.
Τι ακριβώς μετρά η ΕΛΣΤΑΤ
Ο Δείκτης Μισθολογικού Κόστους δεν καταγράφει τον μέσο μηνιαίο μισθό ενός εργαζομένου. Μετρά τη μεταβολή του ωρομισθίου, το οποίο προκύπτει από τη σχέση των συνολικών ακαθάριστων αμοιβών προς τις ώρες εργασίας.
Στις αμοιβές περιλαμβάνονται οι μισθοί και τα ημερομίσθια, οι υπερωρίες, τα επιμίσθια, τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, το επίδομα αδείας και τα έκτακτα bonus, όπως και αμοιβές για ορισμένες ημέρες κατά τις οποίες δεν πραγματοποιήθηκε εργασία. Από το 2013 και μετά δεν περιλαμβάνονται οι αποζημιώσεις απόλυσης.
Τα στοιχεία προέρχονται από την τριμηνιαία Έρευνα Κόστους και Κενών Θέσεων Εργασίας. Καλύπτονται επιχειρήσεις με τουλάχιστον πέντε μισθωτούς σε μεγάλο εύρος δραστηριοτήτων, από τη μεταποίηση, τις κατασκευές και το εμπόριο μέχρι τον τουρισμό, τις μεταφορές, την πληροφορική, τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, την εκπαίδευση και την υγεία. Δεν περιλαμβάνονται ο πρωτογενής τομέας και οι δραστηριότητες των νοικοκυριών.
Η επιβράδυνση δεν σβήνει τη συσσωρευμένη αύξηση
Αυτό είναι τελικά και το βασικό συμπέρασμα των νέων στοιχείων.
Η μεταβολή από 10,3% το β΄ τρίμηνο του 2025 σε 4% φέτος αποτελεί σαφή αποκλιμάκωση της νέας πίεσης που προστίθεται στις επιχειρήσεις. Από μόνη της, όμως, δεν σημαίνει ότι το κόστος εργασίας έχει αρχίσει να επιστρέφει προς τα επίπεδα προηγούμενων ετών.
Αντίθετα, το 2026 βρίσκει τον δείκτη περίπου 34% υψηλότερα από το 2021 και σε πολύ μεγαλύτερη απόσταση από τα χαμηλά της προηγούμενης δεκαετίας.
Για τον επιχειρηματικό σχεδιασμό, επομένως, η αλλαγή βρίσκεται κυρίως στον ρυθμό και όχι ακόμη στο επίπεδο του κόστους: η μισθολογική πίεση γίνεται ηπιότερη, αλλά η υψηλότερη βάση πάνω στην οποία λειτουργούν πλέον οι επιχειρήσεις παραμένει.
Σχολιάστε