epixeiro
Έρευνες, Εκθέσεις, Μελέτες

Ενέργεια: Νέα πληθωριστική πίεση απειλεί την κατανάλωση – Η προειδοποίηση της Eurobank

Στα 101,2 δολάρια το Brent τον Σεπτέμβριο, αυξημένο κατά 50,6% σε ετήσια βάση – Υπηρεσίες και ενέργεια παραμένουν οι βασικοί οδηγοί του πληθωρισμού, ενώ τουρισμός και αγορά εργασίας λειτουργούν ως αναχώματα

Κοινοποιήστε

Σχολιάστε

Διαβάζεται σε 2 λεπτά

Ενέργεια: Νέα πληθωριστική πίεση απειλεί την κατανάλωση – Η προειδοποίηση της Eurobank

Νέο μέτωπο πληθωριστικών πιέσεων ανοίγει η άνοδος των τιμών της ενέργειας, με τη Eurobank να επισημαίνει ότι η διατήρηση του ενεργειακού κόστους σε υψηλά επίπεδα μπορεί να περιορίσει το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και, κατ’ επέκταση, να επιβαρύνει την ιδιωτική κατανάλωση.

Σύμφωνα με την ανάλυση «7 Ημέρες Οικονομία» της Eurobank, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα επιταχύνθηκε στο 3,7% τον Αύγουστο, από 2,7% τον Ιούλιο, ενώ στην Ευρωζώνη διαμορφώθηκε στο 3,2%. Η νέα παράμετρος που εντείνει την αβεβαιότητα είναι η απότομη άνοδος των ενεργειακών τιμών τον Σεπτέμβριο.

Ενδεικτικά, η μέση τιμή του Brent έως τις 22 Σεπτεμβρίου ανήλθε στα 101,2 δολάρια το βαρέλι, έναντι 88,1 δολαρίων τον Αύγουστο και 84 δολαρίων τον Ιούλιο. Σε σύγκριση με τον Σεπτέμβριο του προηγούμενου έτους, η τιμή καταγράφει αύξηση 50,6%.

Η ενέργεια απειλεί να διαχυθεί σε όλη την οικονομία

Η επίπτωση της ανόδου των τιμών δεν περιορίζεται στους λογαριασμούς ενέργειας. Όπως επισημαίνει η Eurobank, εάν το ενεργειακό κόστος παραμείνει αυξημένο, είναι πιθανό να μετακυλιστεί σταδιακά και σε άλλες κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών, εντείνοντας τις πιέσεις στο πραγματικό εισόδημα των νοικοκυριών.

Η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η έκθεση, ότι ο μέσος ετήσιος πληθωρισμός στην Ελλάδα θα διαμορφωθεί στο 3,5% το 2026, έναντι 3% στην Ευρωζώνη. Για τα επόμενα χρόνια προβλέπεται σταδιακή αποκλιμάκωση, στο 2,7% το 2027 και στο 2,2% το 2028.

Ακρίβεια με αιχμή υπηρεσίες και ενέργεια

Οι υπηρεσίες αποτέλεσαν τον σημαντικότερο παράγοντα διαμόρφωσης του πληθωρισμού τον Αύγουστο, συνεισφέροντας 2,2 ποσοστιαίες μονάδες στον συνολικό δείκτη. Ακολούθησε η ενέργεια με συμβολή 1,2 μονάδων, ενώ μικρότερη ήταν η επίδραση των βιομηχανικών αγαθών και των μη επεξεργασμένων τροφίμων.

Η σωρευτική εικόνα σε σχέση με τα επίπεδα πριν από την πανδημία αποτυπώνει ακόμη πιο έντονα την έκταση των ανατιμήσεων. Οι τιμές των μη επεξεργασμένων τροφίμων, όπως το κρέας, τα ψάρια, τα θαλασσινά, τα φρούτα και τα λαχανικά, έχουν αυξηθεί κατά 47,6%. Η ενέργεια είναι ακριβότερη κατά 34,7%, τα επεξεργασμένα τρόφιμα κατά 24,3% και οι υπηρεσίες κατά 21,1%.

Ακόμη μεγαλύτερη είναι η σωρευτική αύξηση στις κατηγορίες ηλεκτρικής ενέργειας, φυσικού αερίου, στερεών καυσίμων και θέρμανσης, όπου φτάνει το 45,8% σε σχέση με τα προ πανδημίας επίπεδα. Στα υγρά καύσιμα και τα καύσιμα κίνησης η αντίστοιχη αύξηση διαμορφώνεται στο 29,4%.

Ανθεκτική μέχρι στιγμής η οικονομική δραστηριότητα

Παρά τις νέες πιέσεις από το ενεργειακό κόστος, μέχρι και τον Αύγουστο δεν καταγράφονται ενδείξεις σημαντικής επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας.

Ο δείκτης οικονομικού κλίματος υποχώρησε στις 106,9 μονάδες, από 107,5 μονάδες τον Ιούλιο, παραμένοντας ωστόσο αισθητά υψηλότερα από τον μακροχρόνιο μέσο όρο των 100 μονάδων.

Θετική ήταν και η εξέλιξη στην καταναλωτική εμπιστοσύνη, η οποία ενισχύθηκε για δεύτερο διαδοχικό μήνα και έφτασε στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 15 μηνών. Παρά τη βελτίωση, πάντως, εξακολουθεί να κινείται σε χαμηλά επίπεδα.

Ανθεκτικότητα παρουσιάζει και η μεταποίηση. Ο δείκτης PMI ανήλθε στις 54,4 μονάδες τον Αύγουστο, στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων πέντε μηνών και αρκετά πάνω από το όριο των 50 μονάδων που σηματοδοτεί την επέκταση της δραστηριότητας. Η άνοδος συνδέεται κυρίως με την αύξηση των νέων παραγγελιών και της απασχόλησης.

Το βασικό ερώτημα, ωστόσο, είναι κατά πόσο αυτή η εικόνα θα διατηρηθεί, καθώς οι συγκεκριμένοι δείκτες δεν έχουν ακόμη αποτυπώσει πλήρως την άνοδο του ενεργειακού κόστους που σημειώθηκε μέσα στον Σεπτέμβριο. Οι επόμενες μετρήσεις αναμένεται να δείξουν εάν και σε ποιο βαθμό η νέα ενεργειακή επιβάρυνση θα περάσει στην πραγματική οικονομία.

Τουρισμός και αγορά εργασίας στηρίζουν την οικονομία

Σημαντική βελτίωση παρουσίασε η ιδιωτική κατανάλωση κατά το δεύτερο τρίμηνο του έτους. Σε τριμηνιαία βάση αυξήθηκε κατά 0,9%, ενώ σε ετήσια βάση η άνοδος έφτασε το 1,7%, μετά την υποχώρηση κατά 0,3% που είχε καταγραφεί το πρώτο τρίμηνο.

Θετική ήταν και η πορεία των εξαγωγών αγαθών, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 6,6% σε ετήσια βάση. Σύμφωνα με τη Eurobank, μέρος της αύξησης συνδέεται με την ενισχυμένη ζήτηση για διυλισμένα προϊόντα πετρελαίου. Αντίθετα, οι εξαγωγές υπηρεσιών υποχώρησαν κατά 1,7%.

Ο τουρισμός εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα ισχυρότερα στηρίγματα της οικονομίας. Τον Ιούλιο οι ταξιδιωτικές εισπράξεις αυξήθηκαν κατά 7,2% σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του 2025, παρά τη μείωση των αφίξεων κατά 3,1%. Καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη αυτή διαδραμάτισε η αύξηση της μέσης δαπάνης ανά ταξιδιώτη, η οποία ενισχύθηκε περίπου κατά 10%.

Βελτιωμένη είναι και η εικόνα στην αγορά εργασίας. Το ποσοστό ανεργίας υποχώρησε στο 7,9% τον Ιούλιο, από 8,1% τον Ιούνιο και 8,9% έναν χρόνο νωρίτερα, ενώ η απασχόληση αυξήθηκε κατά 1% σε ετήσια βάση.

Αντίθετα, ασθενέστερα είναι τα μηνύματα από τη βιομηχανική παραγωγή και το εξωτερικό εμπόριο. Η βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε κατά 1,7% σε μηνιαία βάση τον Ιούλιο και κατά 0,9% σε ετήσια βάση. Παράλληλα, η ταχύτερη αύξηση των εισαγωγών σε σχέση με τις εξαγωγές οδήγησε σε διεύρυνση του εμπορικού ελλείμματος.

Η συνολική εικόνα παραμένει, επομένως, μικτή. Η αγορά εργασίας και ο τουρισμός συνεχίζουν να προσφέρουν στήριξη στην οικονομία, όμως η νέα άνοδος των τιμών της ενέργειας επαναφέρει στο προσκήνιο έναν σημαντικό κίνδυνο. Το ζητούμενο πλέον δεν είναι μόνο η πορεία του πετρελαίου, του φυσικού αερίου και του ηλεκτρικού ρεύματος, αλλά και η ταχύτητα με την οποία το αυξημένο ενεργειακό κόστος θα μετακυλιστεί στις υπόλοιπες τιμές και τελικά στην κατανάλωση.