epixeiro
Έρευνες, Εκθέσεις, Μελέτες

Mελέτη Alpha Bank: Η μεγάλη εξάρτηση της Ελλάδας από το πετρέλαιο προκάλεσε την άνοδο του πληθωρισμού

Tο πετρέλαιο και τα πετρελαιοειδή προϊόντα αντιπροσωπεύουν περίπου το 53% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας της Ελλάδας, ποσοστό που είναι το δεύτερο υψηλότερο στην ΕΕ-27, μετά το αντίστοιχο της Κύπρου (56%) και σημαντικά υψηλότερο του ευρωπαϊκού μέσου όρου

Κοινοποιήστε

Σχολιάστε

Διαβάζεται σε 2 λεπτά

Mελέτη Alpha Bank: Η μεγάλη εξάρτηση της Ελλάδας από το πετρέλαιο προκάλεσε την άνοδο του πληθωρισμού

Η άνοδος του πετρελαίου λόγω του πολέμου στο Ιράν είχε άμεση επίδραση στην ενεργειακή συνιστώσα του πληθωρισμού και κατ΄ επέκταση στο γενικό επίπεδο τιμών.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το νέο οικονομικό δελτίο της Alpha Bank, το διάστημα Μαρτίου-Σεπτεμβρίου ο μέσος πληθωρισμός στην Ελλάδα, μετρούμενος από τον Εναρμονισμένο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΕνΔΤΚ), διαμορφώθηκε σε 4% σε ετήσια βάση (Ευρωζώνη: 3,1%) έναντι 3% το πρώτο δίμηνο του έτους, με τον δείκτη τιμών της ενεργειακής συνιστώσας να αυξάνεται κατά 16,7%

Αξίζει να αναφερθεί ότι, με βάση τα στοιχεία της Eurostat, ο δείκτης τιμών καταναλωτή των υγρών καυσίμων οικιακής χρήσης, που αφορά κατά βάση το πετρέλαιο θέρμανσης, κατέγραψε μέση ετήσια αύξηση άνω του 48% το εξάμηνο Μαρτίου-Αυγούστου, ενώ ο αντίστοιχος δείκτης του πετρελαίου κίνησης αυξήθηκε κατά 24% στο ίδιο διάστημα.

Σημειώνεται, ωστόσο, ότι η πορεία των επιμέρους συνιστωσών του πληθωρισμού, όπως των τροφίμων και των αγαθών εκτός ενέργειας, είναι συμβατή με περιορισμένες, μέχρι στιγμής, δευτερογενείς επιπτώσεις.

Tο πετρέλαιο κατέχει κυρίαρχη θέση στη διάρθρωση της ενεργειακής κατανάλωσης της ελληνικής οικονομίας, συγκριτικά με τα υπόλοιπα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ-27), καθιστώντας την περισσότερο εκτεθειμένη στις διακυμάνσεις των τιμών του.

Tο πετρέλαιο και τα πετρελαιοειδή προϊόντα αντιπροσωπεύουν περίπου το 53% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας , ποσοστό που είναι το δεύτερο υψηλότερο στην ΕΕ-27, μετά το αντίστοιχο της Κύπρου (56%) και σημαντικά υψηλότερο του ευρωπαϊκού μέσου όρου (37%). Στην τελική κατανάλωση ενέργειας στην Ελλάδα, μετά το πετρέλαιο, έπονται ο ηλεκτρισμός (27%), οι ΑΠΕ και τα βιοκαύσιμα (11%) και το φυσικό αέριο (7%).

Μείγμα ηλεκτροπαραγωγής και ισοζύγιο ηλεκτρικής ενέργειας

Μολονότι έχει σχετικά περιορισμένη συμμετοχή στην τελική κατανάλωση ενέργειας, το φυσικό αέριο εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις βασικές πηγές παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Συγκεκριμένα, το ποσοστό του εν λόγω ορυκτού καυσίμου στην ηλεκτροπαραγωγή 4 κυμαίνεται τα τελευταία έτη μεταξύ 33%-44%, ενώ το πρώτο επτάμηνο του 2026 διαμορφώθηκε σε 39%. Η σημαντική αλλαγή στο μείγμα ηλεκτροπαραγωγής που συντελείται τα τελευταία έτη σχετίζεται με τη μεγάλη αύξηση της συμμετοχής των ΑΠΕ, με παράλληλη υποχώρηση πρωτίστως του άνθρακα (κυρίως λιγνίτης) και των παράγωγων αερίων και, σε μικρότερο βαθμό, του πετρελαίου. Αναλυτικότερα, από το 2020 η συμμετοχή των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή υπερβαίνει σταθερά το 40% (έναντι 35% το 2019), ενώ το πρώτο επτάμηνο του έτους διαμορφώθηκε στο 52%. Αντίθετα, η συμμετοχή του άνθρακα και των παράγωγων αερίων έχει περιοριστεί δραστικά από 22% το 2019 σε μόλις 5% το πρώτο επτάμηνο του έτους.

Παράλληλα με τις αλλαγές στο μείγμα ηλεκτροπαραγωγής, αξιοσημείωτη βελτίωση καταγράφεται και στο ισοζύγιο ηλεκτρικής ενέργειας. Έπειτα από μία πολυετή περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα ήταν καθαρός εισαγωγέας ηλεκτρικής ενέργειας, το ισοζύγιο πέρασε σε θετικό έδαφος το 2024 (0,3 TWh), για πρώτη φορά μετά το 2000 , ενώ η εξαγωγική θέση της χώρας ενισχύθηκε περαιτέρω το 2025 (3 TWh) και το πρώτο επτάμηνο του 2026 (5,5 TWh). Η μετάβαση της Ελλάδας από καθαρό εισαγωγέα σε καθαρό εξαγωγέα ηλεκτρικής ενέργειας  συμβάλλει, μεταξύ άλλων, στη μείωση του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου της χώρας.