epixeiro
Έρευνες, Εκθέσεις, Μελέτες

«Πληθωρισμός του πολέμου»: Γιατί η Ελλάδα πληρώνει ακριβότερα την ενεργειακή κρίση

Τι υπογραμμίζει στην έκθεσή της «7 ημέρες οικονομία» η Eurobank για την αύξηση του πληθωρισμού - Στο 5,1% εκτοξεύθηκε ο πληθωρισμός στην Ελλάδα τον Σεπτέμβριο, με την ενέργεια να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των ανατιμήσεων

Κοινοποιήστε

Σχολιάστε

Διαβάζεται σε 2 λεπτά

«Πληθωρισμός του πολέμου»: Γιατί η Ελλάδα πληρώνει ακριβότερα την ενεργειακή κρίση

Στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 3,5 ετών ανήλθε ο ετήσιος πληθωρισμός στην Ελλάδα τον Σεπτέμβριο του 2026, σύμφωνα με την τελευταία έκδοση της Eurobank «7 Ημέρες Οικονομία».

Ειδικότερα, βάσει των προσωρινών στοιχείων της Eurostat, ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή (ΕνΔΤΚ) επιταχύνθηκε στο 5,1% τον Σεπτέμβριο, από 3,7% τον Αύγουστο.

Ανοδική πορεία ακολούθησε και ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη, όπου διαμορφώθηκε στο 3,8%, στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων τριών ετών. Ωστόσο, η άνοδος στην Ελλάδα ήταν εντονότερη, με τον ετήσιο δείκτη να βρίσκεται αισθητά πάνω από τον μέσο όρο της νομισματικής ένωσης.

Ισχυρή άνοδος και σε μηνιαία βάση

Σημαντική επιτάχυνση εμφάνισε και ο μηνιαίος πληθωρισμός στην Ελλάδα, ο οποίος αποτυπώνει τη μεταβολή του ΕνΔΤΚ σε σύγκριση με τον προηγούμενο μήνα. Συγκεκριμένα, αυξήθηκε στο 1,8% τον Σεπτέμβριο, από 0,4% τον Αύγουστο, καταγράφοντας τη δεύτερη μεγαλύτερη άνοδο στην Ευρωζώνη, μετά την Ιταλία.

Μέρος της αύξησης αποδίδεται, σύμφωνα με την ανάλυση, στην παράταση της περιόδου των εκπτώσεων κατά τον Αύγουστο. Ως αποτέλεσμα, τον Σεπτέμβριο οι τιμές επανήλθαν σε πιο κανονικά επίπεδα, αντίστοιχα με εκείνα που ίσχυαν πριν από τις εκπτώσεις, ενισχύοντας τη μηνιαία μεταβολή του δείκτη.

Οι επιπτώσεις των πολεμικών συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή και στην Ουκρανία επαναφέρουν τις πληθωριστικές πιέσεις στην Ελλάδα, με την ενέργεια να αποτελεί τον βασικό δίαυλο μετάδοσης της κρίσης στην οικονομία. Σύμφωνα με την ανάλυση της Eurobank, η επιτάχυνση του πληθωρισμού από τον Μάρτιο του 2026 συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τις αναταράξεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας.

Τον Σεπτέμβριο, ο ετήσιος πληθωρισμός στην ενέργεια εκτινάχθηκε στο 25,4%, από 15,4% τον Αύγουστο, συμβάλλοντας καθοριστικά στην άνοδο του γενικού δείκτη τιμών καταναλωτή.

Καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισαν οι διαταραχές στις ενεργειακές ροές, με επίκεντρο τα Στενά του Ορμούζ, από τα οποία διερχόταν πριν από τον πόλεμο περίπου το 20% του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου. Οι επιθέσεις σε πλοία και ενεργειακές εγκαταστάσεις στην περιοχή του Περσικού Κόλπου επηρέασαν τόσο την παραγωγή όσο και τη μεταφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Την ίδια στιγμή, η κλιμάκωση του πολέμου Ρωσίας–Ουκρανίας και τα πλήγματα σε διυλιστήρια και άλλες ενεργειακές υποδομές περιόρισαν περαιτέρω τη διαθεσιμότητα πετρελαϊκών προϊόντων.

Παρά τη μερική ανάκαμψη των ενεργειακών ροών από τις χώρες του Κόλπου, οι πιέσεις δεν έχουν υποχωρήσει. Τα αυξημένα ασφάλιστρα κινδύνου, το υψηλό κόστος μεταφοράς και οι απειλές για τη ναυσιπλοΐα στην Ερυθρά και τη Μαύρη Θάλασσα διατηρούν την αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές.

Η ακρίβεια δεν αποτυπώνεται μόνο στον πληθωρισμό

Η άνοδος του πληθωρισμού επαναφέρει στο προσκήνιο μια κρίσιμη διάκριση: ο πληθωρισμός δεν μετρά το πόσο ακριβά είναι τα προϊόντα και οι υπηρεσίες, αλλά τον ρυθμό με τον οποίο μεταβάλλεται το γενικό επίπεδο των τιμών.

Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν ο πληθωρισμός υποχωρήσει, οι τιμές δεν επιστρέφουν αυτομάτως στα προηγούμενα επίπεδα. Απλώς αυξάνονται με βραδύτερο ρυθμό. Για την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, επομένως, καθοριστική είναι η σωρευτική αύξηση των τιμών σε βάθος χρόνου σε σύγκριση με την αντίστοιχη μεταβολή των εισοδημάτων.

Οι επιπτώσεις, ωστόσο, δεν είναι ίδιες για όλους. Τα νοικοκυριά με χαμηλότερα εισοδήματα συνήθως πλήττονται περισσότερο από τις ανατιμήσεις στα τρόφιμα, καθώς διαθέτουν μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού τους για βασικές ανάγκες. Αντίστοιχα, οι αυξήσεις στα καύσιμα επιβαρύνουν ιδιαίτερα όσους εξαρτώνται από το αυτοκίνητο για τις μετακινήσεις τους, όπως πολλοί κάτοικοι της περιφέρειας.

Έτσι, ένας ενιαίος δείκτης πληθωρισμού μπορεί να αποτυπώνει τη μέση μεταβολή των τιμών, δεν περιγράφει όμως πλήρως την πραγματική πίεση που βιώνει κάθε νοικοκυριό.

Πού οφείλεται η αύξηση των τιμών στην Ελλάδα

Κατά την περίοδο Μαρτίου–Σεπτεμβρίου 2026, το μέσο επίπεδο τιμών στην Ελλάδα ήταν αυξημένο κατά 4% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025, βάσει του Εναρμονισμένου Δείκτη Τιμών Καταναλωτή. Η αύξηση αυτή δεν μπορεί να αποδοθεί εξ ολοκλήρου στον πόλεμο, καθώς οι πληθωριστικές πιέσεις προϋπήρχαν: το 2025 ο πληθωρισμός είχε διαμορφωθεί στο 2,9%, πάνω από τον στόχο του 2% της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Οι υπηρεσίες αποτέλεσαν τη μεγαλύτερη πηγή της αύξησης, συνεισφέροντας περίπου 2,2 ποσοστιαίες μονάδες από το συνολικό 4%, δηλαδή περίπου το 55%. Η ενέργεια πρόσθεσε 1,3 ποσοστιαίες μονάδες, αντιστοιχώντας περίπου στο ένα τρίτο της συνολικής αύξησης. Μικρότερη ήταν η συμβολή των τροφίμων, με 0,4 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ τα μη ενεργειακά βιομηχανικά αγαθά είχαν περιορισμένη επίδραση.

Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία έως τον Αύγουστο, σημαντικό μέρος των πιέσεων στις υπηρεσίες προερχόταν από τις υπηρεσίες αναψυχής, στις οποίες περιλαμβάνονται οι επισκευές και η προσωπική φροντίδα, καθώς και από τις υπηρεσίες στέγασης.

Η εικόνα αυτή υπογραμμίζει ότι ο πληθωρισμός στην Ελλάδα δεν αποτελεί αποκλειστικά εισαγόμενο πρόβλημα. Οι διεθνείς εξελίξεις ενισχύουν τις ανατιμήσεις, αλλά η εγχώρια οικονομία διαθέτει και δικούς της παράγοντες που διατηρούν τις τιμές σε υψηλά επίπεδα.

Πετρέλαιο και φυσικό αέριο μεταφέρουν το κόστος στην οικονομία

Η επίδραση της ενεργειακής κρίσης γίνεται πιο εμφανής στις διεθνείς τιμές των βασικών καυσίμων. Κατά την περίοδο Μαρτίου–Σεπτεμβρίου 2026, το αργό πετρέλαιο τύπου Brent στις ευρωπαϊκές αγορές ήταν κατά 39% ακριβότερο σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Για το φυσικό αέριο, με βάση τον δείκτη TTF του ολλανδικού χρηματιστηρίου, η αύξηση έφτασε το 54%.

Οι ανατιμήσεις αυτές οδήγησαν σε ετήσια αύξηση 16,7% του επιπέδου τιμών στην κατηγορία της ενέργειας στην Ελλάδα κατά το ίδιο διάστημα, έναντι 11,2% στην Ευρωζώνη.

Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται στους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας, στη θέρμανση και στα καύσιμα. Η ενέργεια αποτελεί βασικό συντελεστή κόστους για την παραγωγή, τη μεταφορά και τη διανομή αγαθών, καθώς και για την παροχή υπηρεσιών. Όταν οι τιμές της αυξάνονται, οι επιχειρήσεις καλούνται να απορροφήσουν μέρος της επιβάρυνσης ή να τη μετακυλίσουν στους καταναλωτές.

Με αυτόν τον τρόπο, μια αρχικά ενεργειακή κρίση μπορεί να μετατραπεί σε ευρύτερο πληθωριστικό πρόβλημα, επηρεάζοντας σταδιακά όλο και περισσότερους κλάδους της οικονομίας.

Αυξάνονται οι πιέσεις και στον πυρήνα του πληθωρισμού

Ιδιαίτερη σημασία έχει η πορεία του λεγόμενου πυρήνα του πληθωρισμού, ο οποίος εξαιρεί συγκεκριμένες κατηγορίες με έντονες ή ιδιαίτερες διακυμάνσεις, όπως η ενέργεια και τα τρόφιμα, ώστε να αποτυπώνει καλύτερα τις πιο επίμονες τάσεις στις τιμές.

Την περίοδο Μαρτίου–Σεπτεμβρίου 2026, ο πυρήνας του πληθωρισμού στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 3,3%, έναντι 3,8% την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Η εξέλιξη αυτή υποδηλώνει ότι, μέχρι πρόσφατα, σημαντικό μέρος των νέων πιέσεων προερχόταν από παράγοντες που δεν είχαν ακόμη ενσωματωθεί πλήρως στο ευρύτερο επίπεδο τιμών.

Ωστόσο, υπάρχουν ενδείξεις ότι η ενεργειακή ακρίβεια αρχίζει να μεταδίδεται και σε άλλες κατηγορίες. Τον Σεπτέμβριο, ο ετήσιος ρυθμός αύξησης του πυρήνα του πληθωρισμού έφτασε το 4,5%, από 2,7% τον Μάρτιο. Αντίθετα, στην Ευρωζώνη ο αντίστοιχος δείκτης διαμορφώθηκε στο 2,4%, χωρίς να καταγράφεται μέχρι στιγμής ανάλογη επιτάχυνση.

Εάν οι ανατιμήσεις στην ενέργεια και στα τρόφιμα διατηρηθούν για μεγάλο χρονικό διάστημα, είναι πιθανό να επηρεάσουν και το μισθολογικό κόστος, τις τιμές των πρώτων υλών και τις τελικές τιμές άλλων προϊόντων και υπηρεσιών. Πρόκειται για τη δευτερογενή επίδραση του πληθωρισμού, η οποία καθιστά δυσκολότερη την αποκλιμάκωσή του.

Γιατί η Ελλάδα έχει υψηλότερο πληθωρισμό από την Ευρωζώνη

Η Ελλάδα εμφανίζει την τελευταία τριετία πληθωρισμό υψηλότερο τόσο από τον στόχο της ΕΚΤ όσο και από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Σύμφωνα με την ανάλυση της Eurobank, η απόκλιση αυτή συνδέεται με ένα σύνολο διαρθρωτικών χαρακτηριστικών της ελληνικής οικονομίας.

Πρώτον, η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται ταχύτερα από την οικονομία της Ευρωζώνης. Το ΑΕΠ της Ελλάδας αυξήθηκε κατά 2,1% ετησίως το 2023, το 2024 και το 2025, ενώ στην Ευρωζώνη οι αντίστοιχοι ρυθμοί ήταν 0,4%, 0,9% και 1,4%. Η ισχυρότερη οικονομική δραστηριότητα ενισχύει τη ζήτηση, ενώ, όταν η παραγωγή πλησιάζει τα όριά της, μπορεί να δημιουργεί ελλείψεις και πρόσθετες πιέσεις στις τιμές.

Δεύτερον, σε αρκετές αγορές αγαθών και υπηρεσιών ο ανταγωνισμός στην Ελλάδα είναι ασθενέστερος και το βάθος της αγοράς μικρότερο. Αυτό μπορεί να περιορίζει την ικανότητα της οικονομίας να απορροφά εξωτερικούς κραδασμούς και να διευκολύνει τη μετακύλιση του αυξημένου κόστους στους καταναλωτές.

Σημαντικό ρόλο παίζουν επίσης οι ελλείψεις εργατικού δυναμικού. Παρά τη μείωση της ανεργίας, αρκετοί κλάδοι, όπως ο τουρισμός, η μεταποίηση και οι κατασκευές, εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην κάλυψη των αναγκών τους. Αντίστοιχα κενά παρατηρούνται σε ειδικότητες υψηλής ζήτησης, όπως η πληροφορική και η επεξεργασία δεδομένων, αλλά και σε τεχνικά επαγγέλματα. Το αυξημένο κόστος στελέχωσης μπορεί να μεταφέρεται στις τελικές τιμές, ιδίως στις υπηρεσίες.

Τρίτος κρίσιμος παράγοντας είναι η εξάρτηση της χώρας από τις εισαγωγές ενέργειας. Το 2024, οι καθαρές εισαγωγές αντιστοιχούσαν στο 78% της συνολικής διαθέσιμης ενέργειας στην Ελλάδα, έναντι 57% στην ΕΕ. Παράλληλα, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο κάλυπταν το 61% της τελικής ενεργειακής κατανάλωσης στη χώρα, ενώ το ποσοστό στην Ευρωζώνη ήταν 59%.

Η εξάρτηση αυτή καθιστά την ελληνική οικονομία περισσότερο ευάλωτη στις διεθνείς διακυμάνσεις των τιμών και στις διαταραχές της προσφοράς. Όταν οι ενεργειακές αγορές βρίσκονται υπό πίεση, το κόστος μεταφέρεται σχετικά γρήγορα σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Νέες πιέσεις τους επόμενους μήνες

Οι βραχυπρόθεσμες προοπτικές παραμένουν αβέβαιες. Η συνέχιση των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή και στην Ουκρανία διατηρεί τους κινδύνους για την ενεργειακή αγορά, σε μια περίοδο κατά την οποία αυξάνονται οι ανάγκες θέρμανσης και ενέργειας ενόψει του χειμώνα.

Παράλληλα, ένας τεχνικός παράγοντας μπορεί να ενισχύσει περαιτέρω τον ετήσιο πληθωρισμό τον Οκτώβριο. Τον Οκτώβριο του 2025, ο ετήσιος πληθωρισμός είχε διαμορφωθεί στο 1,6%, ενώ ο μηνιαίος δείκτης είχε υποχωρήσει κατά 0,1%. Η σύγκριση με αυτή τη σχετικά χαμηλή βάση μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερο ετήσιο ρυθμό αύξησης των τιμών τον αντίστοιχο μήνα του 2026.

Η εξέλιξη του πληθωρισμού θα εξαρτηθεί, επομένως, όχι μόνο από τη διάρκεια και την ένταση των πολεμικών συγκρούσεων, αλλά και από το κατά πόσο οι ενεργειακές ανατιμήσεις θα συνεχίσουν να μεταφέρονται στις υπόλοιπες αγορές.

Το βασικό διακύβευμα για τα ελληνικά νοικοκυριά παραμένει η αγοραστική δύναμη. Ακόμη και αν οι ρυθμοί αύξησης των τιμών επιβραδυνθούν αργότερα, η ανακούφιση δεν θα είναι αυτόματη: θα εξαρτηθεί από το αν τα εισοδήματα θα μπορέσουν να καλύψουν το κόστος που έχει ήδη συσσωρευτεί. Και όσο η ελληνική οικονομία παραμένει περισσότερο εκτεθειμένη στις ενεργειακές διαταραχές και στις εγχώριες πιέσεις κόστους, τόσο δυσκολότερη θα είναι η επιστροφή σε σταθερά χαμηλότερο πληθωρισμό.