epixeiro
Έρευνες, Εκθέσεις, Μελέτες

Eurobank: Η κατανάλωση στηρίζει την ανάπτυξη, αλλά εντείνονται οι πιέσεις ενόψει του τέλους του 2026

Αύξηση 5,5% στον όγκο λιανικών πωλήσεων το δίμηνο Ιουλίου-Αυγούστου και βελτίωση της απασχόλησης, αλλά ο πληθωρισμός στο 5,6% και η υποχώρηση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης σκιάζουν τις προοπτικές του δ’ τριμήνου

Κοινοποιήστε

Σχολιάστε

Διαβάζεται σε 2 λεπτά

Eurobank: Η κατανάλωση στηρίζει την ανάπτυξη, αλλά εντείνονται οι πιέσεις ενόψει του τέλους του 2026

Η ιδιωτική κατανάλωση συνέχισε να στηρίζει την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας το β’ τρίμηνο του 2026, καταγράφοντας ετήσια αύξηση 1,7% και συνεισφέροντας 1,2 ποσοστιαίες μονάδες στον πραγματικό ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ.

Τα διαθέσιμα στοιχεία, σύμφωνα με το «7 Ημέρες Οικονομία» της Eurobank, δείχνουν ότι η θετική πορεία διατηρήθηκε και κατά το γ’ τρίμηνο, ωστόσο οι πρώτες ενδείξεις για το τελευταίο τρίμηνο του έτους είναι λιγότερο ενθαρρυντικές, λόγω της αναζωπύρωσης του πληθωρισμού και της υποχώρησης της καταναλωτικής εμπιστοσύνης.

Επιτάχυνση στο λιανικό εμπόριο

Ισχυρότερη δυναμική εμφάνισε το λιανικό εμπόριο το δίμηνο Ιουλίου-Αυγούστου 2026. Ο δείκτης όγκου λιανικών πωλήσεων αυξήθηκε κατά 5,5% σε ετήσια βάση, έναντι ανόδου 2,7% το β’ τρίμηνο, καταγράφοντας επιτάχυνση του ρυθμού ανάπτυξής του.

Τη μεγαλύτερη αύξηση σημείωσαν οι πωλήσεις επίπλων, ηλεκτρικών ειδών και οικιακού εξοπλισμού, με άνοδο 8,9%. Ακολούθησαν τα μεγάλα καταστήματα τροφίμων, τα φαρμακευτικά και καλλυντικά προϊόντα, καθώς και τα καταστήματα τροφίμων, ποτών και καπνού, με αύξηση 6,2% σε καθεμία από τις τρεις κατηγορίες.

Ηπιότερη ήταν η άνοδος στα καύσιμα και λιπαντικά αυτοκινήτων (2,2%), στην ένδυση και υπόδηση (2,1%) και στα βιβλία, χαρτικά και λοιπά είδη (1,8%). Αντίθετα, στα πολυκαταστήματα καταγράφηκε οριακή υποχώρηση 0,5%.

Ωστόσο, η αύξηση του όγκου λιανικών πωλήσεων δεν αποτυπώνει από μόνη της τη συνολική πορεία της ιδιωτικής κατανάλωσης. Ο δείκτης αφορά τις πωλήσεις αγαθών σε σταθερές τιμές, ενώ η ιδιωτική κατανάλωση των εθνικών λογαριασμών περιλαμβάνει και τις δαπάνες για υπηρεσίες. Επομένως, η τελική της μεταβολή εξαρτάται και από την πορεία της κατανάλωσης υπηρεσιών.

Επιπλέον, η αύξηση των καταναλωτικών δαπανών δεν συνεπάγεται αντίστοιχη ενίσχυση του ΑΕΠ, καθώς μέρος της ζήτησης μπορεί να καλύπτεται από εισαγόμενα προϊόντα ή από υφιστάμενα αποθέματα.

Βελτίωση της καταναλωτικής και επιχειρηματικής εμπιστοσύνης

Θετικές ενδείξεις για την πορεία της ιδιωτικής κατανάλωσης το γ’ τρίμηνο προκύπτουν και από τις έρευνες οικονομικής συγκυρίας του ΙΟΒΕ. Ο δείκτης εμπιστοσύνης στο λιανικό εμπόριο ενισχύθηκε στις 17,6 μονάδες, από 8 μονάδες το β’ τρίμηνο, καταγράφοντας αισθητή βελτίωση του κλίματος στον κλάδο.

Παράλληλα, ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης διαμορφώθηκε στις -44,3 μονάδες, έναντι -53,2 μονάδων το προηγούμενο τρίμηνο, γεγονός που υποδηλώνει περιορισμό της απαισιοδοξίας των νοικοκυριών.

Ο συνδυασμός της αυξημένης δραστηριότητας στο λιανεμπόριο και της βελτίωσης των δεικτών εμπιστοσύνης ενισχύει την εκτίμηση ότι η ιδιωτική κατανάλωση διατήρησε τη θετική της δυναμική και το γ’ τρίμηνο. Η εικόνα αυτή, ωστόσο, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι οι δαπάνες για υπηρεσίες δεν αντιστάθμισαν την αύξηση της κατανάλωσης αγαθών.

Στήριξη από την αγορά εργασίας

Καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της ιδιωτικής κατανάλωσης διαδραματίζει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, το οποίο επηρεάζεται, μεταξύ άλλων, από την απασχόληση και τις αμοιβές των εργαζομένων. Για τον λόγο αυτό, οι εξελίξεις στην αγορά εργασίας αποτελούν σημαντική ένδειξη για τις προοπτικές της καταναλωτικής δαπάνης.

Σύμφωνα με τη μηνιαία Έρευνα Εργατικού Δυναμικού της ΕΛΣΤΑΤ, ο ετήσιος ρυθμός αύξησης της απασχόλησης επιταχύνθηκε στο 1,4% το γ’ τρίμηνο του 2026, από 0,6% το προηγούμενο τρίμηνο. Την ίδια περίοδο, το ποσοστό ανεργίας υποχώρησε στο 7,6%.

Η εξέλιξη αυτή ενισχύει τις ενδείξεις για αύξηση του συνολικού εισοδήματος από εργασία και, κατ’ επέκταση, για στήριξη της ιδιωτικής κατανάλωσης. Ωστόσο, η πραγματική αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών εξαρτάται επίσης από την πορεία των μισθών, τον πληθωρισμό και τις υπόλοιπες πηγές εισοδήματος. Πληρέστερη εικόνα για την εγχώρια αγορά εργασίας αναμένεται με τη δημοσίευση των τριμηνιαίων στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ για το γ’ τρίμηνο, στις 4 Δεκεμβρίου 2026.

Πληθωρισμός και χαμηλή εμπιστοσύνη σκιάζουν το δ’ τρίμηνο

Παρά τις θετικές επιδόσεις του γ’ τριμήνου, οι πρώτες ενδείξεις για την πορεία της ιδιωτικής κατανάλωσης στο τελευταίο τρίμηνο του 2026 είναι λιγότερο ευνοϊκές.

Τον Οκτώβριο, υπό την επίδραση της αύξησης των τιμών της ενέργειας, ο ετήσιος πληθωρισμός στην Ελλάδα, βάσει του Εναρμονισμένου Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, επιταχύνθηκε για τρίτο διαδοχικό μήνα και διαμορφώθηκε στο 5,6%, σύμφωνα με την προκαταρκτική εκτίμηση. Πρόκειται για το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 43 μηνών.

Την ίδια στιγμή, ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης υποχώρησε σημαντικά, στις -48,9 μονάδες τον Οκτώβριο, από -41,6 μονάδες τον Σεπτέμβριο, αποτυπώνοντας επιδείνωση των προσδοκιών των νοικοκυριών.

Πρόσθετη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι το ποσοστό αποταμίευσης των ελληνικών νοικοκυριών ήταν ήδη αρνητικό το 2025, στο -3,9% του διαθέσιμου εισοδήματος, πριν ακόμη εκδηλωθεί η νέα ενεργειακή κρίση.

Εφόσον οι τιμές της ενέργειας παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα, η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών ενδέχεται να δεχθεί περαιτέρω πιέσεις. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ο ρυθμός αύξησης της ιδιωτικής κατανάλωσης είναι πιθανό να επιβραδυνθεί, περιορίζοντας αντίστοιχα και τη συμβολή της στην ανάπτυξη του ΑΕΠ.