Ασφάλιστρα υγείας: Γιατί η αγορά ζητά παρεμβάσεις στο κόστος
Οι αποζημιώσεις υγείας αυξήθηκαν κατά περίπου 150 εκατ. ευρώ το 2024. Η ασφαλιστική αγορά συνδέει τις αναπροσαρμογές με το κόστος περίθαλψης, το Solvency II και τη λειτουργία της ιδιωτικής υγείας.
15/06/2026 | 14:35
Την ανάγκη άμεσων παρεμβάσεων για τον εξορθολογισμό του κόστους υγείας επαναφέρει η ασφαλιστική αγορά, με αφορμή τη συζήτηση για τις αναπροσαρμογές στα ασφάλιστρα υγείας.
Σύμφωνα με το σχετικό fact sheet, οι ασφαλιστικές εταιρείες υποστηρίζουν ότι δεν διαμορφώνουν οι ίδιες τις δαπάνες περίθαλψης, αλλά τις καλύπτουν μέσω των ασφαλίστρων που συγκεντρώνουν, ενώ η αύξηση των αποζημιώσεων δημιουργεί πίεση τόσο στα χαρτοφυλάκια υγείας όσο και στις κεφαλαιακές απαιτήσεις του κλάδου.
Γιατί αυξάνονται τα ασφάλιστρα υγείας
Η βασική θέση της ασφαλιστικής αγοράς είναι ότι οι αναπροσαρμογές ασφαλίστρων συνδέονται με την αύξηση του κόστους των αποζημιώσεων.
Οι ασφαλιστικές εταιρείες πληρώνουν το κόστος περίθαλψης που λαμβάνουν οι ασφαλισμένοι τους από ιδιώτες παρόχους υγείας, όπως κλινικές και ιατρούς.
Όταν οι δαπάνες υγείας αυξάνονται, οι εταιρείες υποστηρίζουν ότι χρειάζεται να προσαρμόζουν τα ασφάλιστρα, ώστε να μπορούν να καλύπτουν τις υποχρεώσεις τους προς τους ασφαλισμένους.
Το ζήτημα, σύμφωνα με την αγορά, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο μέσα από τη συζήτηση για τις ασφαλιστικές εταιρείες, αλλά πρέπει να εξεταστεί συνολικά το κόστος που διαμορφώνεται στο σύστημα ιδιωτικής υγείας.
Ο ρόλος του Solvency II
Οι ασφαλιστικές εταιρείες λειτουργούν υπό το ευρωπαϊκό πλαίσιο Solvency II, το οποίο τις υποχρεώνει να διαθέτουν επαρκή κεφάλαια για την κάλυψη των υποχρεώσεών τους.
Σύμφωνα με το fact sheet, όταν το κόστος των αποζημιώσεων αυξάνεται, οι εταιρείες πρέπει είτε να αναπροσαρμόζουν τα ασφάλιστρα είτε να καλύπτουν τις πρόσθετες ανάγκες με ίδια κεφάλαια.
Η ασφαλιστική αγορά αναφέρει ότι αν οι αυξήσεις περιορίζονταν σταθερά στο 7% ετησίως, όπως συνέβη το 2025, θα δημιουργούνταν σημαντικές κεφαλαιακές ανάγκες για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με το Solvency II.
Οι ανάγκες αυτές εκτιμάται ότι θα υπερέβαιναν τα 5 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί σε περισσότερο από το διπλάσιο των συνολικών ιδίων κεφαλαίων που διατηρεί σήμερα η ελληνική ασφαλιστική αγορά για όλους τους κλάδους, τα οποία αναφέρονται στα 4,1 δισ. ευρώ.
Οι αποζημιώσεις αυξήθηκαν 21% το 2024
Το κόστος της υγειονομικής κάλυψης παρουσιάζει έντονη άνοδο τα τελευταία χρόνια.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται, το 2024 οι αποζημιώσεις των ασφαλιστικών εταιρειών αυξήθηκαν κατά περίπου 150 εκατ. ευρώ σε σχέση με το 2023, δηλαδή κατά 21%.
Η μέση ετήσια αύξηση των συνολικών αποζημιώσεων υγείας για την περίοδο 2020-2024 ανέρχεται σε 10,8%.
Για την περίοδο 2022-2024, η μέση ετήσια αύξηση εκτινάχθηκε στο 18,9%.
Τα μεγέθη αυτά δείχνουν ότι η πίεση στα ασφάλιστρα δεν είναι μεμονωμένη εξέλιξη ενός έτους, αλλά συνδέεται με μια ταχύτερη αύξηση των υγειονομικών δαπανών τα τελευταία χρόνια.
Γιατί πιέζεται το κόστος υγείας
Η αύξηση του κόστους υγειονομικής κάλυψης δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο.
Η ασφαλιστική αγορά τη συνδέει με τη γήρανση του πληθυσμού, τις πληθωριστικές πιέσεις και τη συνεχή εξέλιξη της ιατρικής επιστήμης.
Οι νέες ιατρικές τεχνολογίες, οι καινοτόμες θεραπείες και οι προηγμένες διαγνωστικές μέθοδοι βελτιώνουν τα αποτελέσματα για τους ασθενείς, αλλά συνεπάγονται και υψηλότερο κόστος.
Στην Ελλάδα, σύμφωνα με το fact sheet, η πίεση είναι εντονότερη λόγω της υψηλής συγκέντρωσης στους ιδιωτικούς παρόχους υγείας, ιδιαίτερα στις νοσοκομειακές υπηρεσίες, και της απουσίας ενιαίου και διαφανούς συστήματος τιμολόγησης.
Οι ιδιωτικές υπηρεσίες υγείας και η φορολογία
Το κείμενο της ασφαλιστικής αγοράς επισημαίνει ότι οι υπηρεσίες των ιδιωτικών νοσοκομείων στην Ελλάδα συγκαταλέγονται στις ακριβότερες στην Ευρώπη.
Σε ορισμένες ιατρικές επεμβάσεις, σύμφωνα με την ίδια αναφορά, το κόστος φτάνει να είναι συγκρίσιμο ακόμη και με επίπεδα των Ηνωμένων Πολιτειών.
Παράλληλα, οι ιδιωτικές υπηρεσίες υγείας επιβαρύνονται με ΦΠΑ 24%.
Η ασφαλιστική αγορά αναφέρει επίσης ότι καταβάλλει κάθε χρόνο αποζημιώσεις που προσεγγίζουν το 1 δισ. ευρώ για υπηρεσίες υγείας, με περίπου το 20% αυτών να αντιστοιχεί σε φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις υπέρ του Δημοσίου.
Οι προτάσεις της ασφαλιστικής αγοράς
Για τον περιορισμό του κόστους, η ασφαλιστική αγορά προτείνει την οριζόντια εφαρμογή, σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα και για όλους τους πληρωτές, διαφανών και διεθνώς αναγνωρισμένων συστημάτων αποζημίωσης νοσηλειών, όπως τα DRGs.
Προτείνει επίσης τη διεύρυνση της αδειοδότησης και λειτουργίας Αυτόνομων Μονάδων Ημερήσιας Νοσηλείας στις μητροπολιτικές περιοχές Αθήνας και Θεσσαλονίκης, για επεμβάσεις μικρής και μεσαίας βαρύτητας.
Στις προτάσεις περιλαμβάνονται ακόμη η επανεξέταση του ΦΠΑ 24% στις ιδιωτικές υπηρεσίες υγείας και η επέκταση της απαλλαγής των ασφαλίστρων υγείας από τον φόρο ασφαλίστρων 15% σε όλες τις ηλικίες ή τουλάχιστον στις ηλικίες άνω των 65 ετών.
Η αγορά εισηγείται επίσης συμπράξεις Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα, μέσω συνεργασίας των ασφαλιστικών εταιρειών με δημόσια νοσοκομεία.
Τι σημαίνει για ασφαλισμένους και επιχειρήσεις
Η συζήτηση για τις αναπροσαρμογές ασφαλίστρων αφορά άμεσα τους ασφαλισμένους, αλλά και ευρύτερα την αγορά υγείας, τις ασφαλιστικές εταιρείες και τις επιχειρήσεις που προσφέρουν ομαδικά προγράμματα υγείας στους εργαζομένους τους.
Για τους ασφαλισμένους, το κρίσιμο ζήτημα είναι η διατήρηση προσιτής κάλυψης σε ένα περιβάλλον αυξανόμενου κόστους περίθαλψης.
Για τις ασφαλιστικές εταιρείες, η πρόκληση είναι η ισορροπία ανάμεσα στη βιωσιμότητα των χαρτοφυλακίων, στις εποπτικές απαιτήσεις και στην ανάγκη να παραμείνουν τα προϊόντα υγείας διαθέσιμα στην αγορά.
Για τις επιχειρήσεις, οι αυξήσεις στο κόστος ιδιωτικής ασφάλισης μπορούν να επηρεάσουν τα πακέτα παροχών προς τους εργαζομένους και το συνολικό κόστος ανθρώπινου δυναμικού.
Το ευρύτερο ζήτημα του κόστους υγείας
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι οι αναπροσαρμογές ασφαλίστρων υγείας δεν μπορούν να διαβαστούν αποκομμένα από το συνολικό κόστος της ιδιωτικής περίθαλψης.
Η ασφαλιστική αγορά επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση από το ύψος των αυξήσεων στα αίτια που τις τροφοδοτούν: τις αποζημιώσεις, τις τιμές των υπηρεσιών υγείας, τη φορολογία, τη συγκέντρωση στην αγορά ιδιωτικών παρόχων και την απουσία ενιαίων κανόνων τιμολόγησης.
Το ζητούμενο για την αγορά είναι αν μπορούν να διαμορφωθούν μηχανισμοί που θα περιορίζουν την αύξηση του κόστους χωρίς να υπονομεύουν τη βιωσιμότητα των ασφαλιστικών εταιρειών και χωρίς να μειώνουν την πρόσβαση των πολιτών σε συμπληρωματική κάλυψη υγείας. Σε διαφορετική περίπτωση, η πίεση στα ασφάλιστρα θα παραμείνει ένα επαναλαμβανόμενο πρόβλημα για ασφαλισμένους, εταιρείες και επιχειρήσεις.
Σχολιάστε