Καλοκαιρινή άδεια 2026: Πώς «σπάει» με τον νέο νόμο και τι δικαιούνται οι εργαζόμενοι
Τι αλλάζει στην κατάτμηση της ετήσιας άδειας, πόσες συνεχόμενες ημέρες πρέπει να λαμβάνει ο εργαζόμενος, πότε καταβάλλεται το επίδομα αδείας και ποιες είναι οι υποχρεώσεις των επιχειρήσεων στο ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ.
14/07/2026 | 08:00
Με μεγαλύτερη ευελιξία μπορεί πλέον να κατανέμεται η ετήσια άδεια των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα. Ο νέος εργασιακός νόμος επιτρέπει, κατόπιν έγγραφου αιτήματος και συμφωνίας με τον εργοδότη, τη χορήγησή της σε περισσότερα χρονικά διαστήματα. Δεν αλλάζει, όμως, ο αριθμός των ημερών άδειας, το επίδομα αδείας ή η υποχρέωση πραγματικής ανάπαυσης του εργαζομένου.
Νέα δεδομένα ισχύουν το 2026 για την ετήσια κανονική άδεια των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα, μετά τις αλλαγές που εισήγαγε ο ν. 5239/2025.
Η σημαντικότερη διαφοροποίηση αφορά τη δυνατότητα κατάτμησης της άδειας σε περισσότερα και μικρότερα χρονικά διαστήματα. Παράλληλα, η διαδικασία δήλωσης στο ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ γίνεται απογραφικά, μετά τη χορήγηση της άδειας.
Οι ημέρες που δικαιούται κάθε εργαζόμενος και το επίδομα αδείας παραμένουν σε ισχύ.
Η βασική αλλαγή
Ο γενικός κανόνας εξακολουθεί να προβλέπει ότι η ετήσια άδεια χορηγείται αδιαίρετη και σε συνεχόμενες ημέρες.
Ο εργαζόμενος μπορεί, όμως, να ζητήσει να λάβει την άδειά του σε περισσότερες περιόδους μέσα στο έτος, ανάλογα με τις προσωπικές και οικογενειακές του ανάγκες.
Για να εφαρμοστεί η κατάτμηση απαιτούνται:
- έγγραφο αίτημα του εργαζομένου,
- αποδοχή του αιτήματος από τον εργοδότη.
Η κατάτμηση δεν μπορεί να επιβληθεί μονομερώς από τον εργοδότη. Αντίστοιχα, ο εργαζόμενος δεν μπορεί να καθορίσει μόνος του χωρίς συνεννόηση ούτε τον αριθμό των περιόδων ούτε τις ακριβείς ημερομηνίες.
Πόσες συνεχόμενες ημέρες απαιτούνται
Όταν η άδεια κατανέμεται σε περισσότερα χρονικά διαστήματα, τουλάχιστον ένα τμήμα της πρέπει να περιλαμβάνει:
- 5 συνεχόμενες εργάσιμες ημέρες σε σύστημα πενθήμερης εργασίας,
- 6 συνεχόμενες εργάσιμες ημέρες σε σύστημα εξαήμερης εργασίας,
- 12 συνεχόμενες εργάσιμες ημέρες για ανήλικο εργαζόμενο.
Το προηγούμενο πλαίσιο προέβλεπε μεγαλύτερο ελάχιστο συνεχόμενο διάστημα όταν η άδεια χωριζόταν σε περισσότερες περιόδους. Η νέα ρύθμιση επιτρέπει μικρότερα τμήματα, προσφέροντας μεγαλύτερη ευελιξία στους εργαζομένους.
Ο νόμος δεν ορίζει συγκεκριμένο ανώτατο αριθμό περιόδων. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι να συμφωνήσει ο εργοδότης και να τηρηθεί το ελάχιστο συνεχόμενο τμήμα.
Παράδειγμα κατάτμησης
Εργαζόμενος σε πενθήμερο με δικαίωμα 22 ημερών άδειας μπορεί, εφόσον συμφωνήσει ο εργοδότης, να τις λάβει για παράδειγμα ως εξής:
- 5 ημέρες τον Ιούνιο,
- 7 ημέρες τον Αύγουστο,
- 5 ημέρες τον Οκτώβριο,
- 5 ημέρες τον Δεκέμβριο.
Το αίτημα και η απάντηση της επιχείρησης πρέπει να τηρούνται σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή για πέντε χρόνια, ώστε να είναι διαθέσιμα σε ενδεχόμενο έλεγχο.
Δεν απαιτείται πλέον προηγούμενη έγκριση από την Επιθεώρηση Εργασίας.
Ποιος επιλέγει τις ημερομηνίες
Ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει συγκεκριμένες ημερομηνίες, χωρίς όμως να έχει απόλυτο και μονομερές δικαίωμα επιλογής τους.
Ο εργοδότης μπορεί να συνεκτιμήσει:
- τις λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης,
- τις άδειες των υπόλοιπων εργαζομένων,
- την ανάγκη διατήρησης επαρκούς προσωπικού,
- εποχικές περιόδους αυξημένης δραστηριότητας.
Δεν μπορεί, όμως, να αναβάλλει τη χορήγηση επ’ αόριστον. Η άδεια πρέπει να δοθεί το αργότερο μέσα σε δύο μήνες από την υποβολή του σχετικού αιτήματος.
Για την απόδειξη της ημερομηνίας υποβολής, είναι σκόπιμο το αίτημα να γίνεται μέσω email, εταιρικής εφαρμογής ή ειδικού εντύπου.
Τι ισχύει για το καλοκαίρι
Η νομοθεσία δεν προβλέπει ξεχωριστή κατηγορία «καλοκαιρινής άδειας». Πρόκειται για την κανονική ετήσια άδεια, όταν αυτή χορηγείται κατά τη θερινή περίοδο.
Ο εργοδότης οφείλει να οργανώνει τον προγραμματισμό με τρόπο ώστε τουλάχιστον το 50% του προσωπικού να λαμβάνει άδεια μεταξύ:
1ης Μαΐου και 30ής Σεπτεμβρίου.
Η πρόβλεψη αυτή δεν σημαίνει ότι κάθε εργαζόμενος έχει δικαίωμα να επιλέξει υποχρεωτικά τον Αύγουστο ή ένα συγκεκριμένο δεκαπενθήμερο.
Η επιχείρηση οφείλει να συνδυάσει τις επιθυμίες των εργαζομένων με τις ανάγκες της λειτουργίας της, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι τηρείται η υποχρεωτική θερινή ποσόστωση.
Πόσες ημέρες δικαιούται ο εργαζόμενος
Το δικαίωμα στην άδεια δημιουργείται από την πρώτη ημέρα απασχόλησης. Δεν απαιτείται να συμπληρωθεί ένα πλήρες έτος εργασίας.
Κατά το πρώτο ημερολογιακό έτος η άδεια υπολογίζεται αναλογικά, με βάση:
- τις 20 ημέρες σε πενθήμερη εργασία,
- τις 24 ημέρες σε εξαήμερη εργασία.
Κατά το δεύτερο ημερολογιακό έτος, ο εργαζόμενος μπορεί να φτάσει:
- έως τις 21 ημέρες στο πενθήμερο,
- έως τις 25 ημέρες στο εξαήμερο.
Από το τρίτο ημερολογιακό έτος και μετά, το βασικό δικαίωμα διαμορφώνεται σε:
- 22 ημέρες στο πενθήμερο,
- 26 ημέρες στο εξαήμερο.
Εργαζόμενος με 10 χρόνια στον ίδιο εργοδότη ή 12 χρόνια συνολικής προϋπηρεσίας δικαιούται:
- 25 ημέρες στο πενθήμερο,
- 30 ημέρες στο εξαήμερο.
Με 25 χρόνια συνολικής υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας, το δικαίωμα αυξάνεται σε:
- 26 ημέρες στο πενθήμερο,
- 31 ημέρες στο εξαήμερο.
Ευνοϊκότεροι όροι από συλλογική σύμβαση, κανονισμό εργασίας ή ατομική συμφωνία εξακολουθούν να ισχύουν.
Τι ισχύει για τις νέες προσλήψεις
Ο εργαζόμενος που προσλαμβάνεται στη διάρκεια του 2026 δεν χρειάζεται να περιμένει μέχρι το 2027 για να πάρει άδεια.
Δικαιούται αναλογία ημερών από την έναρξη της απασχόλησής του έως το τέλος του ημερολογιακού έτους.
Για παράδειγμα, εργαζόμενος που προσλαμβάνεται στα μέσα του έτους δικαιούται το αντίστοιχο μέρος των 20 ή 24 ημερών, ανάλογα με το σύστημα εργασίας.
Ποιες ημέρες δεν χρεώνονται
Ως ημέρες κανονικής άδειας υπολογίζονται μόνο εκείνες κατά τις οποίες ο εργαζόμενος θα εργαζόταν κανονικά.
Δεν αφαιρούνται από το υπόλοιπο της άδειας:
- οι Κυριακές,
- οι νόμιμες αργίες,
- οι ημέρες εβδομαδιαίας ανάπαυσης.
Σε εργαζόμενο με πενθήμερο, το Σάββατο και η Κυριακή που μεσολαβούν δεν υπολογίζονται ως ημέρες άδειας.
Αν κατά τη διάρκειά της ο εργαζόμενος ασθενήσει και η ασθένεια αποδεικνύεται με την προβλεπόμενη ιατρική διαδικασία, οι ημέρες βραχείας ασθένειας δεν συμψηφίζονται με την κανονική άδεια.
Αποδοχές και επίδομα αδείας
Ο εργαζόμενος δικαιούται:
- τις αποδοχές που θα λάμβανε αν εργαζόταν κανονικά κατά τις ημέρες της άδειας,
- το επίδομα αδείας.
Τα δύο ποσά πρέπει να καταβάλλονται κατά την έναρξη της άδειας και όχι εκ των υστέρων μαζί με επόμενη μισθοδοσία.
Το επίδομα αδείας δεν μπορεί να υπερβαίνει:
- το μισό του μηνιαίου μισθού για όσους αμείβονται με μισθό,
- τα 13 ημερομίσθια για όσους αμείβονται με ημερομίσθιο, ωρομίσθιο ή ποσοστά.
Για εργαζομένους που δεν δικαιούνται πλήρη ετήσια άδεια, οι αποδοχές και το επίδομα υπολογίζονται αναλογικά.
Μέχρι πότε πρέπει να δοθεί
Η ετήσια άδεια πρέπει να έχει χορηγηθεί το αργότερο έως τις 31 Μαρτίου του επόμενου ημερολογιακού έτους, ακόμη και αν ο εργαζόμενος δεν έχει υποβάλει σχετικό αίτημα.
Η υποχρέωση ανήκει στον εργοδότη. Δεν επιτρέπεται η απεριόριστη μεταφορά ημερών άδειας από έτος σε έτος.
Επίσης, όσο συνεχίζεται η εργασιακή σχέση, ο εργαζόμενος δεν μπορεί να παραιτηθεί από την άδεια και να συμφωνήσει να τη λάβει μόνο σε χρήματα. Η πραγματική ανάπαυση αποτελεί υποχρεωτικό δικαίωμα.
Αν δεν χορηγηθεί η άδεια
Αν η άδεια δεν έχει δοθεί έως τις 31 Μαρτίου, το δικαίωμα μετατρέπεται σε χρηματική αξίωση.
Ο εργοδότης οφείλει:
- τις απλές αποδοχές αδείας, όταν η μη χορήγηση δεν οφείλεται σε δικό του πταίσμα,
- τις αποδοχές αδείας με προσαύξηση 100%, όταν η μη χορήγηση οφείλεται σε υπαιτιότητά του.
Η προσαύξηση αφορά τις αποδοχές αδείας και όχι αυτομάτως το επίδομα αδείας.
Αν λυθεί η εργασιακή σχέση προτού ο εργαζόμενος λάβει τις ημέρες που δικαιούται, πρέπει να του καταβληθούν οι αντίστοιχες αποδοχές και το αναλογούν επίδομα.
Τι αλλάζει στο ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ
Με το νέο πλαίσιο καταργήθηκε η υποχρέωση προαναγγελίας της άδειας.
Η επιχείρηση δηλώνει πλέον τη χορήγησή της απογραφικά στο ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ, μέσα στον επόμενο ημερολογιακό μήνα από εκείνον κατά τον οποίο δόθηκε.
Για παράδειγμα, άδεια που χορηγήθηκε τον Ιούλιο πρέπει να δηλωθεί έως το τέλος Αυγούστου.
Ο εργοδότης εξακολουθεί να είναι υποχρεωμένος να τηρεί βιβλίο αδειών, στο οποίο καταγράφονται:
- οι ημέρες που δικαιούται ο εργαζόμενος,
- η ημερομηνία έναρξης και λήξης,
- οι αποδοχές αδείας,
- το επίδομα αδείας.
Τι δεν άλλαξε
Ο νέος νόμος:
- δεν μειώνει τις ημέρες της κανονικής άδειας,
- δεν καταργεί το επίδομα αδείας,
- δεν επιτρέπει στον εργοδότη να κατατμήσει μονομερώς την άδεια,
- δεν δίνει στον εργαζόμενο απόλυτο δικαίωμα επιλογής ημερομηνιών,
- δεν καταργεί τη θερινή υποχρέωση για το 50% του προσωπικού,
- δεν επιτρέπει την παραίτηση από το δικαίωμα άδειας,
- δεν αντικαθιστά την πραγματική ανάπαυση με χρηματική αποζημίωση όσο συνεχίζεται η εργασιακή σχέση.
Η ουσιαστική αλλαγή είναι ότι ο εργαζόμενος μπορεί να ζητά μεγαλύτερη ευελιξία, διατηρώντας τουλάχιστον ένα συνεχόμενο διάστημα πέντε ή έξι εργάσιμων ημερών.
Τι πρέπει να προσέξουν οι επιχειρήσεις
Οι επιχειρήσεις χρειάζεται να οργανώσουν εγκαίρως τον θερινό προγραμματισμό τους, λαμβάνοντας υπόψη:
- την υποχρέωση χορήγησης άδειας στο 50% του προσωπικού από τον Μάιο έως τον Σεπτέμβριο,
- την προθεσμία των δύο μηνών από το αίτημα,
- την έγγραφη τεκμηρίωση κάθε κατάτμησης,
- την καταβολή αποδοχών και επιδόματος κατά την έναρξη,
- την απογραφική δήλωση στο ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ,
- τη διατήρηση των σχετικών εγγράφων για πέντε χρόνια.
Για τους εργαζομένους, το νέο πλαίσιο προσφέρει τη δυνατότητα καλύτερης κατανομής των ημερών μέσα στο έτος. Για τις επιχειρήσεις, όμως, η ευελιξία συνοδεύεται από αυξημένη ανάγκη για σαφή προγραμματισμό και σωστή τεκμηρίωση.
Σχολιάστε