Ηλεκτρονικές αποδείξεις: Πρόσθετος φόρος 22% για όσους δεν καλύψουν το 30% του εισοδήματός τους
Περίπου 4,5 εκατομμύρια φορολογούμενοι θα πρέπει και το 2027 να καλύπτουν το απαιτούμενο όριο ηλεκτρονικών δαπανών. Τι πρέπει να προσέξουν οι ελεύθεροι επαγγελματίες, ποιο είναι το ανώτατο όριο και πόσο αυξήθηκε ο πρόσθετος φόρος που καταβλήθηκε το 2024
20/10/2026 | 11:43
Πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση 22% επί της διαφοράς των ηλεκτρονικών αποδείξεων που δεν συγκέντρωσαν θα αντιμετωπίσουν οι φορολογούμενοι οι οποίοι έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026 δεν θα έχουν καλύψει με ηλεκτρονικές πληρωμές το 30% του ετήσιου ατομικού εισοδήματός τους.
Στις επιλέξιμες δαπάνες περιλαμβάνονται αγορές αγαθών και υπηρεσιών που εξοφλούνται με κάρτες, μέσω e-banking και με άλλα ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής.
Η υποχρέωση θα παραμείνει σε ισχύ και το 2027, επηρεάζοντας περίπου 4,5 εκατομμύρια φορολογούμενους με εισοδήματα από μισθούς, συντάξεις, επιχειρηματική ή αγροτική δραστηριότητα, καθώς και από εκμίσθωση ακινήτων. Οι συγκεκριμένοι φορολογούμενοι θα πρέπει να πραγματοποιήσουν ηλεκτρονικές δαπάνες τουλάχιστον ίσες με το 30% του πραγματικού ετήσιου εισοδήματός τους.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται από τους ελεύθερους επαγγελματίες, καθώς ο υπολογισμός του ελάχιστου τεκμαρτού εισοδήματος, μαζί με τις σχετικές προσαυξήσεις, μπορεί να αυξήσει σημαντικά το απαιτούμενο ποσό ηλεκτρονικών αποδείξεων. Έτσι, υπάρχει ο κίνδυνος να μην καλύψουν το προβλεπόμενο όριο και να επιβαρυνθούν με πρόσθετο φόρο.
Χιλιάδες φορολογούμενοι κάθε χρόνο δεν καταφέρνουν να συγκεντρώσουν τις απαιτούμενες ηλεκτρονικές αποδείξεις, με αποτέλεσμα να επιβαρύνονται με επιπλέον φόρο κατά την εκκαθάριση της φορολογικής τους δήλωσης.
Τα στοιχεία της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) αποτυπώνουν την έκταση του προβλήματος. Το 2024, ο πρόσθετος φόρος που επιβλήθηκε σε όσους δεν κάλυψαν το απαιτούμενο όριο ανήλθε σε 87,21 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση σχεδόν 60% σε σχέση με το 2023, όταν το αντίστοιχο ποσό είχε διαμορφωθεί στα 55,48 εκατ. ευρώ.
Ποιες δαπάνες υπολογίζονται
Με βάση το ισχύον πλαίσιο, μισθωτοί, συνταξιούχοι, κατά κύριο επάγγελμα αγρότες, αυτοαπασχολούμενοι και φορολογούμενοι με εισοδήματα από ακίνητα οφείλουν να πραγματοποιούν κάθε χρόνο αγορές αγαθών και λήψη υπηρεσιών αξίας ίσης με το 30% του ετήσιου εισοδήματός τους.
Για να προσμετρηθούν οι δαπάνες, θα πρέπει να έχουν εξοφληθεί με πιστωτική, χρεωστική ή προπληρωμένη κάρτα ή μέσω άλλων ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής, όπως το e-banking, και να συνοδεύονται από τις αντίστοιχες αποδείξεις λιανικών συναλλαγών.
Τα στοιχεία των ηλεκτρονικών αγορών προσυμπληρώνονται από την ΑΑΔΕ. Ωστόσο, οι φορολογούμενοι μπορούν να προχωρήσουν σε διορθώσεις, εφόσον διαθέτουν τα απαραίτητα παραστατικά που αποδεικνύουν τις συναλλαγές τους.
Το ανώτατο ποσό δαπανών που απαιτείται να καλυφθεί με ηλεκτρονικές πληρωμές δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 20.000 ευρώ ετησίως.
Πώς υπολογίζεται ο πρόσθετος φόρος 22%
Το πρόσθετο φορολογικό βάρος υπολογίζεται στο ποσό των αποδείξεων που λείπει για τη συμπλήρωση του απαιτούμενου ορίου και όχι στο σύνολο του εισοδήματος.
Για παράδειγμα, φορολογούμενος με ετήσιο εισόδημα 20.000 ευρώ θα πρέπει να έχει πραγματοποιήσει ηλεκτρονικές δαπάνες ύψους 6.000 ευρώ. Εάν έχει συγκεντρώσει αποδείξεις συνολικής αξίας 5.000 ευρώ, προκύπτει έλλειμμα 1.000 ευρώ.
Στην περίπτωση αυτή, ο πρόσθετος φόρος θα ανέλθει σε 220 ευρώ, καθώς υπολογίζεται με συντελεστή 22% επί της διαφοράς των 1.000 ευρώ.
Ειδικές περιπτώσεις
Διαφορετικά αντιμετωπίζονται όσοι φορολογούμενοι έχουν πραγματοποιήσει εντός του τρέχοντος έτους δαπάνες για πληρωμές φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων και ΕΝΦΙΑ, για τοκοχρεωλυτικές δόσεις δανείων και για ενοίκια, οι οποίες υπερβαίνουν αθροιστικά το 60% του ετήσιου πραγματικού εισοδήματος.
Το ποσοστό που πρέπει να καλύψουν οι συγκεκριμένοι περιορίζεται στο 20% (από 30%). Επίσης, για τους φορολογούμενους των οποίων έχουν κατασχεθεί λογαριασμοί το απαιτούμενο όριο δαπανών περιορίζεται σε 5.000 ευρώ.
Το ποσό των δαπανών που πραγματοποιείται με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής δηλώνεται ατομικά από κάθε σύζυγο ή από κάθε μέρος συμφώνου συμβίωσης. Σε περίπτωση κοινής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, όπου καλύπτεται το απαιτούμενο ποσό δαπανών από οποιονδήποτε εκ των δύο συζύγων ή μερών συμφώνου συμβίωσης, το τυχόν πλεονάζον ποσό δύναται κατά τον προσδιορισμό του φόρου εισοδήματος να μεταφερθεί στον άλλον σύζυγο ή στο άλλο μέρος συμφώνου συμβίωσης για τυχόν κάλυψη του απαιτούμενου ποσού δαπανών.
Οι δαπάνες που «μετράνε»
Στις δαπάνες που λαμβάνονται υπόψη περιλαμβάνονται:
- Αγορά τροφίμων, ποτών, ρούχων, παπουτσιών, κλινοσκεπασμάτων, χαρτικών ειδών, τσιγάρων, ειδών υγιεινής και καθαριότητας.
- Αγορά ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συσκευών, επίπλων και άλλων διαρκών αγαθών οικιακής χρήσης.
- Δαπάνες για παντός είδους υπηρεσίες επισκευών.
- Πληρωμές λογαριασμών ΔΕΚΟ και κοινοχρήστων, δίδακτρα, ιατρικές επισκέψεις και εξετάσεις, νοσήλια και ασφάλιστρα.
Εξαιρέσεις
Εξαιρούνται οι πληρωμές για ενοίκια, δάνεια, φόρους και τέλη υπέρ του δημοσίου, καθώς και οι δαπάνες για αγορές ακινήτων, οχημάτων, σκαφών, αεροσκαφών, αποταμιευτικών και επενδυτικών προϊόντων.
Οι φορολογούμενοι ηλικίας 70 ετών και άνω, όσοι κατοικούν μόνιμα σε χωριά με πληθυσμό έως 500 κατοίκους ή σε νησιά με πληθυσμό έως 3.100 κατοίκους που δεν αποτελούν τουριστικούς προορισμούς, καθώς και όσοι εκτελούν τη στρατιωτική τους θητεία, απαλλάσσονται από το μέτρο και δεν χρειάζεται να ανησυχούν.
Σχολιάστε