epixeiro
Τουρισμός

ΙΝΣΕΤΕ: Η ανταγωνιστικότητα του ελληνικού τουρισμού περνά από την αξία και όχι μόνο από τις αφίξεις

Η μελέτη «Ελληνικός Τουρισμός: Επιτεύγματα, Προκλήσεις, Προοπτικές» αναδεικνύει τις δυνατότητες του κλάδου, αλλά και τις προκλήσεις σε υποδομές, ανθρώπινο δυναμικό, παραγωγικότητα και βιώσιμη ανάπτυξη των προορισμών. Το 2025 η άμεση συνεισφορά του τουρισμού εκτιμάται στο 13% του ΑΕΠ και η συνολική περίπου στο 30%

Κοινοποιήστε

Σχολιάστε

Διαβάζεται σε 2 λεπτά

ΙΝΣΕΤΕ: Η ανταγωνιστικότητα του ελληνικού τουρισμού περνά από την αξία και όχι μόνο από τις αφίξεις

Αγάπη Σμπώκου, πρόεδρος ΣΕΤΕ

Η ανάγκη ο ελληνικός τουρισμός να περάσει σε ένα μοντέλο ανάπτυξης που θα δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην προστιθέμενη αξία, στην ποιότητα των υπηρεσιών και στη διάχυση των οικονομικών οφελών στις τοπικές κοινωνίες αναδείχθηκε στην εκδήλωση παρουσίασης της μελέτης του ΙΝΣΕΤΕ (Ινστιτούτο του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων) με τίτλο «Ελληνικός Τουρισμός: Επιτεύγματα, Προκλήσεις, Προοπτικές», η οποία πραγματοποιήθηκε την περασμένη Παρασκευή.

Κεντρικό συμπέρασμα της συζήτησης ήταν ότι η μελλοντική ανταγωνιστικότητα του κλάδου δεν θα εξαρτηθεί αποκλειστικά από την αύξηση των αφίξεων, αλλά και από την αξία που παράγεται, την εμπειρία των επισκεπτών, την ποιότητα ζωής στους προορισμούς και την προσαρμογή στις νέες οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές συνθήκες.

Η μελέτη προσεγγίζει συνολικά τον ελληνικό τουρισμό, εξετάζοντας τη συμβολή του στην οικονομία, το ανθρώπινο δυναμικό, την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, τις υποδομές, τις αντοχές των προορισμών, το περιβάλλον και τη σχέση του κλάδου με την κοινωνία. Παράλληλα, συνδέει ζητήματα που συχνά αποτελούν αντικείμενο ξεχωριστών συζητήσεων, επιδιώκοντας να διαμορφώσει μια ολοκληρωμένη εικόνα της σημερινής κατάστασης και να συμβάλει σε έναν περισσότερο τεκμηριωμένο δημόσιο διάλογο.

Η πρόεδρος του ΣΕΤΕ, Αγάπη Σμπώκου, αναφέρθηκε στην πορεία που έχει διαγράψει ο ελληνικός τουρισμός, υπογραμμίζοντας την ανάγκη να περάσει σε μια νέα φάση ανάπτυξης.

Όπως δήλωσε, «ο ελληνικός τουρισμός έχει διανύσει μια εντυπωσιακή πορεία που πιστώνεται σε όσα έχουμε χτίσει από κοινού διαχρονικά».

«Σήμερα αποτελεί βασικό συστατικό του παραγωγικού μοντέλου της χώρας και καταλύτη για την εξέλιξή του. Το ζητούμενο της επόμενης ημέρας δεν είναι μόνο να μεγαλώνει σε αριθμούς, αλλά να δημιουργεί μεγαλύτερη και σταθερή αξία για όλους. Η μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ αποτυπώνει συνολικά και με ειλικρίνεια τη σημερινή πραγματικότητα και φωτίζει τις προκλήσεις και τις ευκαιρίες που έχουμε μπροστά μας. Ο ΣΕΤΕ θα αξιοποιήσει τα ευρήματά της στον διάλογο με την Πολιτεία και τους κοινωνικούς και επιχειρηματικούς εταίρους, με στόχο να συμβάλει στη διαμόρφωση συγκεκριμένων πολιτικών και δράσεων για το πρότυπο τουριστικής ανάπτυξης που επιδιώκουμε για τη χώρα».

Η συμβολή του τουρισμού στην οικονομία και οι προκλήσεις για την ανταγωνιστικότητα

Παρουσιάζοντας τα ευρήματα της μελέτης, ο επιστημονικός διευθυντής του ΙΝΣΕΤΕ, Άρης Ίκκος, ανέδειξε τη θέση της Ελλάδας στον διεθνή τουριστικό χάρτη και τη σημασία του κλάδου για την οικονομία και την κοινωνία.

Για το 2025, η άμεση συνεισφορά του τουρισμού εκτιμάται στο 13% του ΑΕΠ, ενώ η συνολική συνεισφορά του, συμπεριλαμβανομένων των έμμεσων επιδράσεων, διαμορφώνεται περίπου στο 30%. Οι επενδύσεις στον τομέα υπολογίζονται σε περίπου 5 δισ. ευρώ.

Παράλληλα, η Ελλάδα καταλαμβάνει την 21η θέση στην κατάταξη του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ (WEF) για την τουριστική ανταγωνιστικότητα, έναντι της 59ης θέσης στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας συνολικά. Αποτελεί, επίσης, τον τρίτο πιο επιθυμητό προορισμό για τους Γερμανούς και τους Ιταλούς και τον τέταρτο για τους Γάλλους και τους Βρετανούς.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η γεωγραφική διάσταση της τουριστικής δραστηριότητας. Το 75% της δραστηριότητας πραγματοποιείται εκτός Αττικής, ενώ το 58% εντοπίζεται στις νησιωτικές περιφέρειες. Ενδεικτικό της επίδρασης του τουρισμού στην περιφερειακή ανάπτυξη είναι το γεγονός ότι, ενώ ο πληθυσμός της χώρας μειώθηκε κατά 3,1% την περίοδο 2011-2021, στο Νότιο Αιγαίο καταγράφηκε αύξηση 6,1%.

Ωστόσο, η τουριστική δραστηριότητα παραμένει συγκεντρωμένη σε συγκεκριμένες περιοχές και περιόδους του έτους. Σύμφωνα με τη μελέτη, πέντε Περιφέρειες συγκεντρώνουν το 83% των επισκέψεων και το 90% των εισπράξεων, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη για πιο ισορροπημένη κατανομή της δραστηριότητας.

Στις βασικές προκλήσεις για την ανταγωνιστικότητα του ελληνικού τουρισμού περιλαμβάνονται, επίσης, η φορολογική επιβάρυνση, όπου η Ελλάδα κατατάσσεται στην πέμπτη θέση μεταξύ επτά ανταγωνιστριών χωρών, το υψηλό ενεργειακό κόστος, οι ελλείψεις στις δημόσιες υποδομές, η ισορροπημένη ενσωμάτωση της βραχυχρόνιας μίσθωσης, ο ψηφιακός μετασχηματισμός και οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.


Παραγωγικότητα, εργαζόμενοι και κοινωνική αποδοχή

Τρία ζητήματα που βρίσκονται στο επίκεντρο της συζήτησης για την επόμενη ημέρα του τουρισμού εξετάστηκαν σε πάνελ με τη συμμετοχή του γενικού διευθυντή του ΙΝΣΕΤΕ, Ηλία Κικίλια, του επικεφαλής οικονομολόγου του Ομίλου Eurobank και προέδρου της Συντονιστικής Επιτροπής Οικονομικών Αναλύσεων και Προοπτικών του Τραπεζικού Κλάδου της ΕΕΤ, Τάσου Αναστασάτου, της Chief People Officer της Costa Navarino, Έλενας Γκίκα-Πετρουλάκη, και της διευθύντριας ερευνών της διαΝΕΟσις, Φαίης Μακαντάση.

Ο τουρισμός ως ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της οικονομίας

Στη συζήτηση για την ανάγκη διαφοροποίησης του παραγωγικού μοντέλου της χώρας, τα δεδομένα της μελέτης αναδεικνύουν τον τουρισμό ως ένα ήδη εδραιωμένο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, το οποίο δεν λειτουργεί απαραίτητα εις βάρος άλλων παραγωγικών δραστηριοτήτων. Η πρόκληση αφορά κυρίως την αύξηση της παραγωγικότητάς του και την ενίσχυση των διασυνδέσεών του με άλλους κλάδους της οικονομίας.

Από την κάλυψη των θέσεων εργασίας στις επαγγελματικές προοπτικές

Η ποιότητα της φιλοξενίας και της εξυπηρέτησης αποτελεί διαχρονικό πλεονέκτημα της Ελλάδας. Ωστόσο, η έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού και η ανάγκη αναβάθμισης των δεξιοτήτων αναδεικνύονται σε σημαντικές προκλήσεις. Η δημιουργία σταθερών επαγγελματικών διαδρομών, με προοπτικές εξέλιξης, αναγνωρίζεται ως βασική προϋπόθεση για την προσέλκυση και τη διατήρηση εργαζομένων στον κλάδο.

Η κοινωνική αποδοχή ως προϋπόθεση βιώσιμης ανάπτυξης

Η οικονομική συνεισφορά του τουρισμού αναγνωρίζεται ευρέως από την ελληνική κοινωνία. Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, το 82,4% αξιολογεί θετικά τη συμβολή του στην οικονομία, ενώ το 54% τον θεωρεί τον τομέα που έχει σημειώσει τη μεγαλύτερη πρόοδο μετά τη Μεταπολίτευση.

Την ίδια στιγμή, καταγράφονται προβληματισμοί για το κόστος ζωής, τις πιέσεις στη στέγαση και την επιβάρυνση των τοπικών υποδομών. Πρόκειται για ζητήματα με πολλαπλές αιτίες, τα οποία δεν μπορούν να αποδοθούν αποκλειστικά στον τουρισμό. Η διατήρηση της κοινωνικής αποδοχής του κλάδου συνδέεται, επομένως, με τη δικαιότερη κατανομή των ωφελειών και τη διασφάλιση της ποιότητας ζωής στις περιοχές που υποδέχονται επισκέπτες.

Τι ανέφεραν οι συμμετέχοντες

Ηλίας Κικίλιας, γενικός διευθυντής ΙΝΣΕΤΕ

«Ο ελληνικός τουρισμός διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα. Η πρόκληση για τα επόμενα χρόνια είναι να τα αξιοποιήσουμε ακόμη καλύτερα. Να αυξήσουμε την παραγωγικότητα και την προστιθέμενη αξία, να επενδύσουμε στους ανθρώπους και τις δεξιότητές τους και να βελτιώσουμε τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζουμε και διαχειριζόμαστε την τουριστική ανάπτυξη. Γιατί τελικά, η επιτυχία του ελληνικού τουρισμού δεν πρέπει να μετριέται μόνο από το πλήθος επισκεπτών που προσελκύουμε, αλλά και από το πόση αξία δημιουργούμε για την οικονομία, τους εργαζομένους και τις τοπικές κοινωνίες».

 

https://cdn.epixeiro.gr/muploads/unnamed-7_2026-10-26-153221_mkjh.jpg
Ηλίας Κικίλιας

 

Τάσος Αναστασάτος, Επικεφαλής Οικονομολόγος Ομίλου Eurobank

«Η επιτυχημένη πορεία του ελληνικού τουρισμού τα τελευταία χρόνια έχει συνεισφέρει σημαντικά στην οικονομική ανάπτυξη και την εξισορρόπηση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Τα οφέλη από τον τουρισμό περιλαμβάνουν τη μείωση των περιφερειακών ανισοτήτων, διατήρηση πληθυσμού σε φτωχότερες περιοχές και δημιουργία αξίας για άλλους κλάδους. Το ζητούμενο για τη μελλοντική πορεία του κλάδου είναι να μεγιστοποιήσει τη θετική οικονομική του συνεισφορά ελαχιστοποιώντας τις αρνητικές εξωτερικότητες.

»Αυτό επιτάσσει εστίαση στη βελτίωση των εσόδων ανά επισκέπτη και όχι στον αριθμό των αφίξεων, με αντίστοιχη έμφαση σε – ιδιωτικές και δημόσιες – υποδομές που είναι συμβατές με αυτόν τον στόχο. Οι ελληνικές τράπεζες έχουν στηρίξει ουσιαστικά την άνθιση του τουρισμού με μεγάλη αύξηση των πιστοδοτήσεων προς τον κλάδο αλλά και παροχή τεχνογνωσίας, και διαθέτουν τη ρευστότητα και τη διάθεση να στηρίξουν χρηματοδοτικά και την περαιτέρω πρόοδο προς ένα μοντέλο υψηλής προστιθέμενης αξίας».

Έλενα Γκίκα-Πετρουλάκη, Chief People Officer, Costa Navarino

«Για να αντιμετωπίσουμε τις ελλείψεις ανθρώπινου δυναμικού στον τουρισμό, πρέπει πρώτα να επανεξετάσουμε τι προσφέρουμε στους ανθρώπους που θέλουμε να προσελκύσουμε και να διατηρήσουμε.

Η αξιοπιστία, η συνέπεια, η ποιότητα της ηγεσίας, η ουσιαστική φροντίδα και οι προοπτικές σταδιοδρομίας δεν είναι πρόσθετες παροχές· είναι προϋποθέσεις μιας βιώσιμης εργασιακής σχέσης.

Στην Costa Navarino, η συστηματική επένδυση σε αυτές τις αρχές ενισχύει την εμπιστοσύνη, την αφοσίωση και τη μακροχρόνια επαγγελματική εξέλιξη των ανθρώπων μας. Παράλληλα, επενδύουμε στη συνεχή ανάπτυξη δεξιοτήτων και στην τεχνολογία που απελευθερώνει χρόνο για ανθρώπινη επαφή. Δεν αρκεί να αναζητούμε ανθρώπους για τις ανάγκες του κλάδου. Οφείλουμε να διαμορφώνουμε έναν κλάδο που ανταποκρίνεται και στις ανάγκες των ανθρώπων».

Φαίη Μακαντάση, διευθύντρια Ερευνών, διαΝΕΟσις

«Ο ελληνικός τουρισμός πηγαίνει αρκετά καλά. Το ερώτημα είναι πόσο καλά πηγαίνουν και οι τόποι που τον φιλοξενούν.

Διότι οι αφίξεις και τα έσοδα λένε τη μία πλευρά της ιστορίας. Η επιτυχία του τουρισμού κρίνεται, μεταξύ άλλων, και από το αν οι κάτοικοι έχουν πρόσβαση σε νερό, αν οι υποδομές αντέχουν, αν προστατεύεται το περιβάλλον και αν τα οφέλη φτάνουν στην τοπική οικονομία. Αυτό δεν γίνεται από μόνο του.

Χρειάζεται καλύτερος συντονισμός του κράτους με τους Δήμους και τις Περιφέρειες, δημιουργία ισχυρών Οργανισμών Διαχείρισης Προορισμών (DMMOs) και ανταποδοτικότητα στη χρήση των τουριστικών εσόδων με ορατά αποτελέσματα για τους κατοίκους».

Μαρία Γάτσου, γενική διευθύντρια ΣΕΤΕ

«Η μελέτη συμβάλλει ουσιαστικά στον δημόσιο διάλογο, καθώς για πρώτη φορά συνθέτει μια ολοκληρωμένη εικόνα του ελληνικού τουρισμού. Σε έναν τομέα που συχνά συζητείται αποσπασματικά, αντιπαραθέτουμε τεκμηριωμένα δεδομένα σε εδραιωμένες αντιλήψεις και απλουστεύσεις. Ο τουρισμός μπορεί να συνεχίσει να αναπτύσσεται και να προσφέρει στην ελληνική οικονομία και κοινωνία, όχι όμως στον αυτόματο πιλότο. Η χάραξη πολιτικής και οι επιχειρηματικές αποφάσεις απαιτούν κοινή βάση γνώσης και κατανόηση των αλληλεξαρτήσεων. Αυτόν ακριβώς τον ρόλο υπηρετεί το οικοσύστημα του ΣΕΤΕ, παράγοντας γνώση και τεκμηρίωση που στηρίζουν αποτελεσματικότερες πολιτικές, ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα και συμβάλλουν στη στρατηγική εξέλιξη του ελληνικού τουρισμού».