epixeiro
Βιβλία

Η ελληνική βιομηχανία υπό το πρίσμα των «αδύναμων κρίκων» - Μια σημαντική μελέτη

Δεξιότητες, διοίκηση και τεχνολογία παρουσιάζονται σε ένα ενδιαφέρον βιβλίο ως αλληλένδετοι παράγοντες παραγωγικής υστέρησης και αναπτυξιακής προοπτικής

Κοινοποιήστε

Σχολιάστε

Διαβάζεται σε 2 λεπτά

Η ελληνική βιομηχανία υπό το πρίσμα των «αδύναμων κρίκων» - Μια σημαντική μελέτη

Η συλλογική μελέτη «Ελληνική Βιομηχανία – Οι αδύναμοι κρίκοι: Δεξιότητες, διοικητικές πρακτικές και τεχνολογία», από τις εκδόσεις Κέρκυρα, επιχειρεί -και το καταφέρνει με επιτυχία- να χαρτογραφήσει τις διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής βιομηχανίας μέσα από τρεις βασικούς άξονες: το ανθρώπινο δυναμικό και τις δεξιότητες, τις διοικητικές πρακτικές των επιχειρήσεων και το επίπεδο τεχνολογικής καινοτομίας.

Η προσέγγιση είναι σαφώς ερευνητική και πολιτικο-οικονομική, και σίγουρα δεν έχει ως στόχο την αφήγηση ή την ιστορική αναδρομή, αλλά περισσότερο τη διατύπωση ενός πλαισίου κατανόησης των περιορισμών που επηρεάζουν την παραγωγικότητα του κλάδου.

Το έργο εντάσσεται σε μια ευρύτερη συζήτηση για τη θέση της ελληνικής βιομηχανίας στη σύγχρονη οικονομία, ειδικά σε σχέση με την ευρωπαϊκή εμπειρία και τις προκλήσεις του τεχνολογικού μετασχηματισμού. Όπως προκύπτει από τη δομή του, δεν επιχειρεί να δώσει μια ενιαία αφηγηματική εικόνα. Αντίθετα, στόχος των συγγραφέων είναι να αναλύσουν επιμέρους «κόμβους» προβλημάτων, τους οποίους αντιμετωπίζουν μάλιστα ως αλληλένδετους: την έλλειψη εξειδικευμένων δεξιοτήτων, την περιορισμένη διάχυση σύγχρονων διοικητικών εργαλείων και την αργή υιοθέτηση καινοτομικών τεχνολογιών.

Έμφαση στο ζήτημα των δεξιοτήτων

Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στο ζήτημα των δεξιοτήτων, με έμφαση στη σχέση μεταξύ εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας. Το βιβλίο αναδεικνύει το γνωστό, αλλά συχνά αδιερεύνητο σε βάθος, πρόβλημα αναντιστοιχίας μεταξύ των αναγκών των επιχειρήσεων και των προσόντων του ανθρώπινου δυναμικού. Είναι θετικό το γεγονός ότι η ανάλυση δεν περιορίζεται σε διαπιστώσεις, αλλά προσπαθεί να συνδέσει το ζήτημα αυτό με τις επενδυτικές επιλογές των επιχειρήσεων και τη γενικότερη δομή της παραγωγής στην Ελλάδα.

Παράλληλα, εξετάζονται οι διοικητικές πρακτικές, με έμφαση στον βαθμό επαγγελματικοποίησης της διοίκησης και στην υιοθέτηση σύγχρονων μεθόδων οργάνωσης. Εδώ, το κείμενο κινείται περισσότερο σε επίπεδο τυπολογίας, κάνοντας με επιτυχία την απόπειρα να διακρίνει διαφορετικά μοντέλα διοίκησης που συνυπάρχουν αρμονικά εδώ και χρόνια στην ελληνική βιομηχανία, από πιο οικογενειακές και συγκεντρωτικές δομές έως πιο σύγχρονες μορφές εταιρικής οργάνωσης.

Ο τρίτος άξονας αφορά την τεχνολογία και την καινοτομία. Το βιβλίο προσεγγίζει το ζήτημα μη ρίχνοντας απλά φως πάνω του ως τεχνική υστέρηση, αλλά και ως αποτέλεσμα θεσμικών και οργανωτικών παραγόντων, που όπως αντιλαμβάνεται κανείς επηρεάζουν την ικανότητα των επιχειρήσεων να επενδύουν συστηματικά σε έρευνα και ανάπτυξη. Η ανάλυση εντάσσει την τεχνολογική υστέρηση σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, όπου η πρόσβαση σε χρηματοδότηση, η κλίμακα των επιχειρήσεων και η στρατηγική τους κατεύθυνση παίζουν τον δικό τους καθοριστικό ρόλο.

Γεφύρωση της ακαδημαϊκής έρευνας με τη χάραξη πολιτικής

Αξιοσημείωτο στοιχείο του έργου, που δε γίνεται να μην επισημανθεί, είναι ότι επιχειρεί να γεφυρώσει την ακαδημαϊκή έρευνα με τη χάραξη πολιτικής. Οι επιμέρους ενότητες δεν περιορίζονται στην περιγραφή προβλημάτων, απεναντίας συχνά καταλήγουν σε προτάσεις πολιτικής, είτε αυτές αφορούν οριζόντιες παρεμβάσεις για την αύξηση της παραγωγικότητας είτε στοχευμένες δράσεις για συγκεκριμένους κλάδους. Θα μπορούσαμε να πούμε με σιγουριά ότι αυτή η διάσταση το καθιστά χρήσιμο εργαλείο για όσους ενδιαφέρονται για τη βιομηχανική πολιτική και τις αναπτυξιακές στρατηγικές, ακόμη και αν δεν έχουν ασχοληθεί σε βάθος με αυτές έως τώρα.

Αποτύπωση ενός βασικού, διαχρονικού ερωτήματος για την ελληνική παραγωγική βάση

Tο εν λόγω πόνημα λειτουργεί και ως αποτύπωση ενός διαχρονικού ερωτήματος για την ελληνική παραγωγική βάση: γιατί η βιομηχανία δυσκολεύεται να αυξήσει την ανταγωνιστικότητά της σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες; Η απάντηση, φυσικά, δεν δίνεται μονοσήμαντα, αλλά μέσα από τη συνάρθρωση διαφορετικών παραγόντων, γεγονός που ενισχύει τον αναλυτικό, αλλά όχι δογματικό, χαρακτήρα της μελέτης.

Από άποψη ύφους, το βιβλίο ακολουθεί την παράδοση των οικονομικών και κοινωνικών μελετών, και αυτό στην ουσία σημαίνει πυκνή επιχειρηματολογία, εκτεταμένη χρήση δεδομένων και έμφαση στη συστηματική ανάλυση. Κατά αυτόν τον τρόπο, είναι φανερό ότι δεν απευθύνεται σε αναγνώστες που αναζητούν αφηγηματική ροή ή ερμηνευτικές απλουστεύσεις, αλλά σε όσους επιθυμούν να εμβαθύνουν σε δομικά ζητήματα της οικονομίας.

Ένας ευρύτερος προβληματισμός αναφορικά με το παραγωγικό μοντέλο της χώρας

Συνολικά, πρόκειται για μια μελέτη που εντάσσεται σε έναν ευρύτερο προβληματισμό γύρω από το παραγωγικό μοντέλο της χώρας και τις δυνατότητες αναβάθμισής του. Η συμβολή της έγκειται κυρίως στη συγκέντρωση και συστηματοποίηση επιμέρους διαπιστώσεων σε ένα ενιαίο πλαίσιο ανάλυσης, το οποίο μπορεί να λειτουργήσει ως αφετηρία για περαιτέρω συζήτηση, τόσο στον ακαδημαϊκό χώρο όσο και στον χώρο της δημόσιας πολιτικής.

Σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερη σημασία έχει και ο τρόπος με τον οποίο το βιβλίο αναδεικνύει τις αλληλεξαρτήσεις μεταξύ των τριών βασικών αξόνων της ανάλυσης. Οι δεξιότητες, οι διοικητικές πρακτικές και η τεχνολογία δεν αντιμετωπίζονται ως ξεχωριστά πεδία πολιτικής, αλλά ως αλληλοτροφοδοτούμενα στοιχεία ενός ενιαίου παραγωγικού συστήματος. Αυτή η οπτική συμβάλλει στη μετατόπιση της συζήτησης από αποσπασματικές παρεμβάσεις προς μια πιο ολιστική προσέγγιση της βιομηχανικής πολιτικής, χωρίς όμως να προτείνει ένα μοναδικό ή κλειστό μοντέλο εφαρμογής.

Γ. Στουρνάρας: «Αυτό που κάνει το βιβλίο ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι εστιάζει σε μια διερεύνηση των μελλοντικών προοπτικών»

Το βιβλίο έχει επαινέσει και ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος και ομότιμος καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, κ. Γιάννης Στουρνάρας, αναφέροντας τα εξής: «Οι συγγραφείς παρέχουν μια εμπεριστατωμένη ανάλυση των βαθιά ριζωμένων δομικών προβλημάτων που δρουν εδώ και πολλά χρόνια ανασταλτικά για την ελληνική βιομηχανία. Χρησιμοποιώντας αναλυτικά δεδομένα, το βιβλίο αναδεικνύει τις προκλήσεις που συνδέονται με το ζήτημα της αναντιστοιχίας δεξιοτήτων, των ακατάλληλων διοικητικών πρακτικών και της αργής υιοθέτησης της καινοτομίας και τεχνολογίας, και που έχουν αποτελέσει σημαντικά εμπόδια στην ανάπτυξη. Αυτό που κάνει, όμως, το βιβλίο ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι εστιάζει σε μια διερεύνηση των μελλοντικών προοπτικών: δεν αρκείται στο να διαγνώσει απλώς τα προβλήματα αλλά παρουσιάζει μια εργαλειοθήκη για την αναζωογόνηση της ελληνικής βιομηχανίας. Η πρόταση των συγγραφέων για τον μετασχηματισμό των υπαρχόντων αναποτελεσματικών τομέων σε στρατηγικές για τη μετάβαση σε μια βιώσιμη, μακροπρόθεσμη ανάπτυξη αποτελεί έκκληση για ανάληψη δράσης από όλους τους φορείς που εμπλέκονται στη διαμόρφωση πολιτικών για την ανάπτυξη δεξιοτήτων και την καινοτομία».