Όταν η φορολογική βεβαιότητα αποκτά τιμή
Το νέο άρθρο 36 φέρνει τις Φορολογικές Δεσμευτικές Απαντήσεις στην Ελλάδα. Το πραγματικό ερώτημα, όμως, δεν είναι μόνο αν ο θεσμός είναι χρήσιμος, αλλά αν θα είναι και προσβάσιμος
02/04/2026 | 08:00
02/04/2026 | 19:00
Φανταστείτε μια επιχείρηση που ετοιμάζει μια σημαντική επένδυση, μια αναδιάρθρωση ή μια σύνθετη συναλλαγή. Πριν προχωρήσει, θέλει να ξέρει κάτι απλό αλλά κρίσιμο: πώς θα τη δει φορολογικά η διοίκηση; Όχι μετά από τρία ή τέσσερα χρόνια, σε έναν έλεγχο. Όχι όταν θα έχουν ήδη ληφθεί αποφάσεις, υπογραφεί συμβάσεις και δημιουργηθεί κόστος. Αλλά εκ των προτέρων.
Αυτό ακριβώς επιχειρεί να εισαγάγει το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο βρίσκεται σε δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση από τις 27 Μαρτίου 2026 έως τις 14 Απριλίου 2026. Με το προτεινόμενο άρθρο 36, θεσπίζονται οι λεγόμενες Φορολογικές Δεσμευτικές Απαντήσεις: η δυνατότητα, δηλαδή, ένας φορολογούμενος ή μια επιχείρηση να ζητά από την ΑΑΔΕ επίσημη απάντηση για τη φορολογική μεταχείριση μιας πράξης που δεν έχει ακόμη πραγματοποιηθεί.
Η λογική του μέτρου είναι, χωρίς αμφιβολία, σωστή. Η αγορά χρειάζεται λιγότερη αβεβαιότητα και περισσότερη προβλεψιμότητα. Μια σοβαρή οικονομία δεν μπορεί να λειτουργεί μόνο με εκ των υστέρων ελέγχους, καταλογισμούς και πρόστιμα. Χρειάζεται και ένα πλαίσιο που να επιτρέπει στον επιχειρηματία να σχεδιάζει με καθαρούς κανόνες, γνωρίζοντας εγκαίρως τη θέση της διοίκησης.
Με βάση το προτεινόμενο πλαίσιο, η απάντηση της ΑΑΔΕ θα πρέπει να εκδίδεται μέσα σε 150 ημέρες και θα δεσμεύει τη Διοίκηση, εφόσον δεν αλλάξουν τα πραγματικά περιστατικά ή η νομοθεσία. Εκτός πεδίου μένουν συγκεκριμένες κατηγορίες, όπως υποθέσεις transfer pricing, ζητήματα εφαρμογής αλλοδαπού δικαίου και υποθέσεις που συνδέονται με εκκρεμή ενδικοφανή ή δικαστική διαδικασία.
Μέχρι εδώ, όλα δείχνουν ότι πρόκειται για μια θετική εξέλιξη. Το πρόβλημα αρχίζει όταν φτάνουμε στο κόστος.
Για να θεωρηθεί παραδεκτή η αίτηση, προβλέπεται ελάχιστο παράβολο 5.000 ευρώ, ενώ το συνολικό ποσό μπορεί να φτάσει από 15.000 έως 50.000 ευρώ. Και κάπου εδώ αλλάζει η φύση του ίδιου του θεσμού. Διότι άλλο είναι να λες στο φορολογούμενο «σου δίνω τη δυνατότητα να γνωρίζεις εκ των προτέρων» και άλλο να του λες «μπορείς να αποκτήσεις βεβαιότητα, αρκεί να αντέχεις και το αντίστοιχο κόστος».
Για μια μεγάλη επιχείρηση, αυτό το εργαλείο πιθανότατα θα αποτελέσει ένα πολύτιμο μέσο στρατηγικού σχεδιασμού. Θα της επιτρέψει να οργανώσει με μεγαλύτερη σιγουριά τις κινήσεις της, να μειώσει το φορολογικό κίνδυνο και να αποφύγει μελλοντικές συγκρούσεις με τη διοίκηση. Για έναν μικρότερο επιχειρηματία, όμως, ή για μια μεσαία επιχείρηση που ήδη λειτουργεί σε περιβάλλον πίεσης, η εικόνα είναι διαφορετική. Η βεβαιότητα υπάρχει, αλλά δεν είναι πραγματικά προσιτή.
Και αυτό δεν είναι μια δευτερεύουσα λεπτομέρεια. Είναι η καρδιά της συζήτησης.
Γιατί η φορολογική εμπιστοσύνη δεν χτίζεται μόνο πάνω στην ποιότητα των κανόνων. Χτίζεται και πάνω στην αίσθηση ότι οι κανόνες αυτοί είναι δίκαιοι, προβλέψιμοι και προσβάσιμοι σε όλους. Όταν η διοίκηση προσφέρει σαφήνεια μόνο σε όσους έχουν την οικονομική δυνατότητα να την αγοράσουν, τότε δημιουργείται ένας επικίνδυνος συμβολισμός: ότι η ασφάλεια δικαίου δεν είναι κοινό θεσμικό αγαθό, αλλά υπηρεσία υψηλού κόστους.
Γι’ αυτό και το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν οι Φορολογικές Δεσμευτικές Απαντήσεις είναι χρήσιμες. Είναι. Και μάλιστα πολύ. Το πραγματικό ερώτημα είναι τι είδους θεσμό θέλουμε να δημιουργήσουμε στην ελληνική πραγματικότητα. Έναν μηχανισμό που θα μειώνει συνολικά τη φορολογική αβεβαιότητα ή ένα «premium» κανάλι πρόσβασης στη βεβαιότητα για όσους μπορούν να πληρώσουν το αντίτιμο;
Η διαφορά δεν είναι τεχνική. Είναι βαθιά θεσμική.
Διότι η φορολογική συμμόρφωση δεν ενισχύεται μόνο με ελέγχους και κυρώσεις. Ενισχύεται όταν ο φορολογούμενος αισθάνεται ότι το κράτος λειτουργεί με καθαρούς όρους, ότι η διοίκηση μιλά εγκαίρως και ότι η σχέση τους δεν βασίζεται μόνο στην καχυποψία. Αντίθετα, όταν καλλιεργείται η εντύπωση ότι η βεβαιότητα έχει υψηλό τίμημα εισόδου, τότε το μήνυμα που εκπέμπεται είναι αμφίσημο: ναι στη σαφήνεια, αλλά όχι για όλους.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το άρθρο 36 κινείται σε λάθος κατεύθυνση. Σημαίνει, όμως, ότι στη σημερινή του μορφή κινδυνεύει να περιορίσει μια σωστή ιδέα σε λίγους αποδέκτες. Και αν ο στόχος είναι πράγματι η ενίσχυση της ασφάλειας δικαίου και η βελτίωση της σχέσης φορολογούμενου και διοίκησης, τότε το θέμα δεν είναι μόνο να εισαχθεί ο θεσμός. Το θέμα είναι και πώς κοστολογείται.
Γι’ αυτό η δημόσια διαβούλευση έχει πραγματική αξία. Μέχρι τις 14 Απριλίου 2026, υπάρχει ακόμη χρόνος να τεθεί το ουσιαστικό ερώτημα: θέλουμε έναν θεσμό που θα μειώνει τη φορολογική αβεβαιότητα για την αγορά συνολικά ή έναν θεσμό που θα προσφέρει βεβαιότητα υψηλής ποιότητας μόνο σε όσους έχουν τη δυνατότητα να την πληρώσουν;
Η Ελλάδα έχει ανάγκη από λιγότερη φορολογική αβεβαιότητα. Έχει ανάγκη και από μια πιο ώριμη σχέση ανάμεσα στη διοίκηση και το φορολογούμενο. Οι Φορολογικές Δεσμευτικές Απαντήσεις μπορούν να υπηρετήσουν και τα δύο. Για να το πετύχουν, όμως, δεν αρκεί να είναι θεσμικά σωστές. Πρέπει να είναι και πρακτικά προσιτές. Αλλιώς, ο κίνδυνος είναι απλός: να μη μιλάμε τελικά για μια μεταρρύθμιση φορολογικής βεβαιότητας, αλλά για μια βεβαιότητα με τιμοκατάλογο.
Σχολιάστε