Προμήθεια πάνω στον ΦΠΑ: Όταν ο μεσάζων αμείβεται και από τον φόρο
Ένα πραγματικό περιστατικό από την αγορά της εστίασης ανέδειξε μια πρακτική που μπορεί να έχει καθιερωθεί συμβατικά, αλλά δύσκολα στέκεται με όρους οικονομικής λογικής, διαφάνειας και ισορροπίας στη συνεργασία.
23/04/2026 | 08:00
Το ζήτημα δεν είναι αν οι πλατφόρμες δικαιούνται προμήθεια. Το κρίσιμο ερώτημα είναι πάνω σε ποια βάση την υπολογίζουν. Και όταν αυτή η βάση περιλαμβάνει και τον ΦΠΑ, τότε η αγορά οφείλει να ξαναδεί σοβαρά τους όρους του παιχνιδιού.
Ως φορολογικός σύμβουλος και λογιστής, έχω συνεργαστεί με πολλές επιχειρήσεις και έχω δει στην πράξη αμέτρητες συμφωνίες, διαδικασίες και εμπορικές σχέσεις. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει ένα περιστατικό από τον χώρο της εστίασης που μου έμεινε έντονα χαραγμένο, γιατί με έβαλε να αμφισβητήσω κάτι που μέχρι τότε θεωρούσα σχεδόν αυτονόητο.
Πριν από αρκετά χρόνια, πελάτης μου από την εστίαση με ενημέρωσε ότι η εταιρεία διανομής με την οποία συνεργαζόταν τού χρέωνε προμήθεια 30% πάνω στην τελική τιμή πώλησης των προϊόντων του, δηλαδή πάνω στην τιμή που περιλάμβανε ήδη και τον ΦΠΑ. Η πρώτη μου αντίδραση ήταν κατηγορηματική. Του είπα ότι αυτό δεν γίνεται. Ότι κάπου είχε γίνει λάθος. Ότι κάτι δεν είχε διαβαστεί σωστά, κάτι δεν είχε κατανοηθεί σωστά, κάτι δεν είχε φανεί με την πρώτη ματιά. Με απόλυτη βεβαιότητα τού είπα πως αποκλείεται να ζητείται προμήθεια πάνω στην τελική αξία μαζί με τον ΦΠΑ, γιατί κάτι τέτοιο μου φαινόταν απλώς παράλογο.
Κι όμως, ο άνθρωπος επέμενε. Μου έδειξε το συμφωνητικό, τις χρεώσεις, τα έγγραφα. Και είχε δίκιο. Η συμφωνία πράγματι προέβλεπε προμήθεια 30% πάνω στην τελική τιμή. Εκεί συνειδητοποίησα ότι στην αγορά πολλές φορές οι κανόνες δεν εφαρμόζονται με βάση αυτό που θα θεωρούσε κανείς οικονομικά αυτονόητο, αλλά με βάση αυτό που έχει επιβληθεί συμβατικά. Και κυρίως κατάλαβα ότι μια πρακτική μπορεί να είναι διαδεδομένη χωρίς να είναι και ορθή.
Αυτό ακριβώς είναι το σημείο που, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να συζητηθεί πιο σοβαρά.
Οι ψηφιακές πλατφόρμες έχουν πλέον καθοριστικό ρόλο στην εστίαση, στη φιλοξενία, στις κρατήσεις και στις παραγγελίες. Φέρνουν πελάτες, οργανώνουν τη ζήτηση, προσφέρουν τεχνολογία, συστήματα πληρωμών, προβολή και επιχειρησιακή διευκόλυνση. Είναι απολύτως θεμιτό να αμείβονται για την υπηρεσία που παρέχουν. Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι η ύπαρξη της προμήθειας. Είναι η βάση πάνω στην οποία αυτή υπολογίζεται.
Άλλο είναι μια πλατφόρμα να λαμβάνει προμήθεια επί της καθαρής αξίας της πώλησης και άλλο να την υπολογίζει επί της τελικής τιμής που πληρώνει ο πελάτης, δηλαδή επί ποσού που ήδη περιλαμβάνει ΦΠΑ. Η διαφορά δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι η ουσία της συναλλαγής.
Ο ΦΠΑ δεν αποτελεί πραγματικό έσοδο της επιχείρησης. Δεν είναι κέρδος της, ούτε αμοιβή της, ούτε μέρος του καθαρού οικονομικού αποτελέσματος που της ανήκει. Είναι φόρος κατανάλωσης, τον οποίο η επιχείρηση εισπράττει από τον πελάτη για να τον αποδώσει στο Δημόσιο. Με απλά λόγια, το ποσό αυτό περνά από την επιχείρηση, αλλά δεν παραμένει σε αυτήν ως δικό της εμπορικό όφελος.
Από τη στιγμή, λοιπόν, που μια πλατφόρμα υπολογίζει την προμήθειά της πάνω σε ποσό που περιλαμβάνει και ΦΠΑ, δεν αμείβεται μόνο για την καθαρή αξία της συναλλαγής. Αμείβεται και πάνω σε ένα ποσό που η επιχείρηση δεν κερδίζει πραγματικά. Και εδώ ακριβώς αρχίζει η στρέβλωση.
Ας πάρουμε ένα απλό παράδειγμα από την εστίαση. Ένα προϊόν πωλείται 2,50 ευρώ με ΦΠΑ 13%. Η καθαρή αξία της πώλησης είναι περίπου 2,21 ευρώ και ο ΦΠΑ περίπου 0,29 ευρώ. Αν η πλατφόρμα χρεώνει προμήθεια 30% πάνω στην τελική τιμή, η προμήθεια είναι 0,75 ευρώ. Αν όμως το ίδιο 30% εφαρμοζόταν μόνο στην καθαρή αξία, η προμήθεια θα ήταν περίπου 0,66 ευρώ. Η διαφορά μπορεί να φαίνεται μικρή σε ένα και μόνο τεμάχιο, αλλά σε εκατοντάδες ή χιλιάδες παραγγελίες γίνεται ουσιαστική. Και το σημαντικότερο είναι ότι αυτή η διαφορά δεν οφείλεται σε μεγαλύτερη αξία υπηρεσίας από την πλατφόρμα. Οφείλεται μόνο στο ότι η προμήθεια χρεώνεται και πάνω στον φόρο.
Άρα, το ονομαστικό 30% δεν είναι στην πράξη 30% πάνω στο καθαρό έσοδο της επιχείρησης. Είναι περισσότερο. Και αυτό σημαίνει ότι η πραγματική επιβάρυνση είναι μεγαλύτερη από εκείνη που αντιλαμβάνεται αρχικά ο επιχειρηματίας όταν ακούει τον όρο της συνεργασίας.
Υπάρχει, όμως, και ένα ακόμη ισχυρότερο επιχείρημα, το οποίο αποκαλύπτει πόσο προβληματική είναι αυτή η λογική. Τι συμβαίνει όταν αυξάνεται ο συντελεστής ΦΠΑ;
Αν η προμήθεια υπολογίζεται πάνω στη μικτή τιμή, τότε η αμοιβή της πλατφόρμας αυξάνεται αυτόματα κάθε φορά που αυξάνεται και ο φόρος. Όχι επειδή η ίδια προσφέρει κάτι περισσότερο. Όχι επειδή βελτίωσε την υπηρεσία της. Όχι επειδή αυξήθηκε η καθαρή αξία του προϊόντος ή της υπηρεσίας. Αλλά μόνο και μόνο επειδή μεταβλήθηκε ένας φορολογικός συντελεστής.
Αυτό δεν είναι απλώς προβληματικό. Είναι επιχειρηματικά παράλογο.
Ας δούμε ένα απλό παράδειγμα. Έστω καθαρή αξία πώλησης 100 ευρώ και προμήθεια πλατφόρμας 30%. Με ΦΠΑ 24%, η τελική τιμή γίνεται 124 ευρώ και η προμήθεια της πλατφόρμας 37,20 ευρώ. Αν, υποθετικά, ο ΦΠΑ αυξηθεί σε 26%, η τελική τιμή γίνεται 126 ευρώ και η προμήθεια ανεβαίνει στα 37,80 ευρώ. Η πλατφόρμα εισπράττει δηλαδή περισσότερα χρήματα χωρίς να έχει παραγάγει καμία πρόσθετη αξία και χωρίς η επιχείρηση να έχει αυξήσει το καθαρό της έσοδο ούτε κατά ένα ευρώ.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η μετάβαση από μειωμένο σε κανονικό συντελεστή. Με την ίδια καθαρή αξία 100 ευρώ και την ίδια προμήθεια 30%, όταν ο ΦΠΑ είναι 13% η προμήθεια πάνω στη μικτή τιμή είναι 33,90 ευρώ. Αν ο συντελεστής ανέβει στο 24%, η ίδια προμήθεια γίνεται 37,20 ευρώ. Δηλαδή η πλατφόρμα λαμβάνει 3,30 ευρώ επιπλέον ανά συναλλαγή, όχι επειδή άλλαξε η εμπορική ουσία της συνεργασίας, αλλά επειδή αυξήθηκε ένας φόρος που η επιχείρηση απλώς εισπράττει και αποδίδει.
Πώς μπορεί να σταθεί αυτό σε σοβαρή επιχειρηματική λογική;
Σε μια υγιή εμπορική σχέση, η αμοιβή του διαμεσολαβητή θα έπρεπε να συνδέεται με την αξία της υπηρεσίας που παρέχει, με την ένταση της διαμεσολάβησης, με τον όγκο των συναλλαγών ή με την καθαρή οικονομική αξία της πώλησης. Δεν μπορεί να αυξάνεται αυτόματα επειδή αυξήθηκε ένας φόρος που ανήκει στο Δημόσιο και όχι στην επιχείρηση.
Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι η τελική τιμή είναι η μόνη ορατή τιμή στην αγορά και ότι πάνω σε αυτή οργανώνεται η συναλλαγή. Όμως αυτό συγχέει δύο διαφορετικά ζητήματα: τη διαφάνεια προς τον καταναλωτή και τη δικαιοσύνη στη βάση υπολογισμού της προμήθειας. Βεβαίως και ο πελάτης πρέπει να βλέπει τελική τιμή με όλους τους φόρους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι και η επιχειρηματική αμοιβή της πλατφόρμας πρέπει να υπολογίζεται πάνω στο ίδιο ποσό.
Η σωστή αρχή είναι απλή. Η τελική τιμή προς τον καταναλωτή πρέπει να περιλαμβάνει ό,τι ορίζει ο νόμος. Η προμήθεια της πλατφόρμας, όμως, πρέπει να υπολογίζεται πάνω στην καθαρή αξία της πώλησης, δηλαδή πάνω στο πραγματικό εμπορικό αντάλλαγμα της επιχείρησης και όχι πάνω σε φόρους, τέλη ή άλλες επιβαρύνσεις που εκείνη εισπράττει υπέρ τρίτων.
Το θέμα, τελικά, δεν είναι μόνο φορολογικό. Είναι θεσμικό και αναπτυξιακό. Σε μια εποχή όπου οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις λειτουργούν με στενά περιθώρια, αυξημένα κόστη και μεγάλη εξάρτηση από ψηφιακές πλατφόρμες, ο τρόπος με τον οποίο υπολογίζεται η προμήθεια δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως αδιάφορη τεχνική λεπτομέρεια. Επηρεάζει άμεσα τη βιωσιμότητα, τη ρευστότητα και την ισορροπία της συνεργασίας.
Οι πλατφόρμες έχουν κάθε δικαίωμα να αμείβονται για τις υπηρεσίες που παρέχουν. Δεν έχουν όμως πειστικό οικονομικό ή θεσμικό έρεισμα να μετατρέπουν τον ΦΠΑ σε μέρος της δικής τους βάσης αμοιβής. Και όσο αυτό συμβαίνει, η αγορά δεν πρέπει να το αντιμετωπίζει ως φυσιολογικό. Πρέπει να το αναγνωρίσει ως αυτό που πραγματικά είναι: μια στρέβλωση που θολώνει το πραγματικό κόστος συνεργασίας και μεταφέρει αδικαιολόγητο βάρος στην επιχείρηση.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, η προμήθεια πάνω στον ΦΠΑ δεν είναι απλώς μια αυστηρή λογιστική διαφωνία. Είναι επιχειρηματική αμοιβή πάνω σε δημόσιο φόρο.
Σχολιάστε