Η ΑΑΔΕ δεν ψάχνει πια μόνο δηλώσεις: Χτίζει την ψηφιακή εικόνα κάθε ΑΦΜ
Από τον παραδοσιακό φορολογικό έλεγχο στην ανάλυση δεδομένων και συμπεριφοράς
16/06/2026 | 11:04
16/06/2026 | 11:09
Η δημόσια συζήτηση γύρω από τους φορολογικούς ελέγχους έχει συχνά έναν προβλέψιμο τρόπο να αναπαράγεται: με όρους υπερβολής, με εκφράσεις εντυπωσιασμού και με την εικόνα μιας διοίκησης που «εξορμά» στην αγορά με «σαφάρι ελέγχων» και με «τα 10 sos» για να μην βρεθείτε στην «τσιμπίδα του φορολογικού μπαμπούλα».
Αυτή η περιγραφή μπορεί να είναι επικοινωνιακά εύκολη, αλλά δεν βοηθά τον πολίτη, τον επαγγελματία και την επιχείρηση να καταλάβουν τι πραγματικά αλλάζει.
Το Επιχειρησιακό Σχέδιο της ΑΑΔΕ για το 2026 (δείτε το εδώ) δείχνει κάτι πιο σύνθετο και ουσιαστικό: η φορολογική διοίκηση δεν κινείται απλώς προς περισσότερους ελέγχους. Κινείται προς ένα πιο συστηματικό μοντέλο ελεγκτικής λειτουργίας, στο οποίο τα δεδομένα, οι διασταυρώσεις, η ανάλυση κινδύνου, η τεχνητή νοημοσύνη και τα ενιαία ψηφιακά προφίλ αποκτούν κεντρικό ρόλο. Το αρχείο που συνοψίζει το σχέδιο αναδεικνύει ακριβώς αυτή τη μετατόπιση: από τις μεμονωμένες διασταυρώσεις προς μια πιο ολοκληρωμένη «ψηφιακή εικόνα» του φορολογουμένου.
Η διαφορά είναι σημαντική. Στο παρελθόν, ο φορολογικός έλεγχος γινόταν συχνά αντιληπτός ως μια διαδικασία που ξεκινούσε από έναν φάκελο, μια καταγγελία, μια περιοδική επιλογή υποθέσεων ή έναν επιτόπιο έλεγχο. Στο νέο μοντέλο, ο έλεγχος μπορεί να ξεκινά από την ίδια την ασυμφωνία των δεδομένων: από τη σχέση ανάμεσα σε δηλώσεις, συναλλαγές, περιουσία, πληρωμές, πλατφόρμες, τραπεζικές ή διεθνείς πληροφορίες και γενικότερη φορολογική συμπεριφορά.
Στο Επιχειρησιακό Σχέδιο, η ΑΑΔΕ αναφέρει ότι μέσω ψηφιακών εργαλείων εφαρμόζει προβλεπτικά μοντέλα εντοπισμού παραβατικών συμπεριφορών, αυτόματες μαζικές διασταυρώσεις και αυτοματοποιημένους φορολογικούς ελέγχους, αξιοποιώντας τεχνητή νοημοσύνη και μηχανική μάθηση. Αναφέρει επίσης ότι θα αξιοποιούνται εσωτερικές και εξωτερικές πηγές δεδομένων, ακόμη και δεδομένα από τον παγκόσμιο ιστό, τα κοινωνικά δίκτυα και ανοιχτά δεδομένα, για σκοπούς διασταυρώσεων και ελέγχων.
Αυτό δεν είναι μια απλή τεχνική λεπτομέρεια. Είναι αλλαγή φιλοσοφίας.
Τι σημαίνει «ψηφιακή εικόνα» του φορολογουμένου
Η πιο χαρακτηριστική φράση του σχεδίου είναι η αναφορά στη δημιουργία της «ψηφιακής εικόνας του φορολογούμενου», με κάθε διαθέσιμη πληροφορία συγκεντρωμένη στον ΑΦΜ και με χρήση μοντέλων συμπεριφορικής ανάλυσης.
Για τον μέσο πολίτη, αυτή η φράση μπορεί να ακούγεται αφηρημένη. Στην πράξη, όμως, περιγράφει κάτι πολύ συγκεκριμένο: ο ΑΦΜ μετατρέπεται σε κεντρικό σημείο συγκέντρωσης και σύγκρισης δεδομένων.
Σε μια επιχείρηση, για παράδειγμα, η φορολογική εικόνα δεν θα προκύπτει μόνο από τη δήλωση ΦΠΑ ή από το έντυπο Ε3. Θα μπορεί να συσχετίζεται με δεδομένα myDATA, συναλλαγές POS, ενδοκοινοτικές συναλλαγές, παρακρατούμενους φόρους, δηλωθείσες δαπάνες, εκδοθέντα παραστατικά, στοιχεία μητρώου και πιθανές αποκλίσεις από προηγούμενα έτη ή από συγκρίσιμα μοτίβα δραστηριότητας.
Σε ένα φυσικό πρόσωπο, η εικόνα δεν θα περιορίζεται στη δήλωση εισοδήματος. Θα μπορεί να εμπλουτίζεται από προσυμπληρωμένα στοιχεία αποδοχών, συντάξεων, τόκων, περιουσιακής κατάστασης, πληροφοριών από αλλοδαπές αρχές, μισθώσεων, ακινήτων και άλλων δεδομένων που βρίσκονται ήδη ή θα βρεθούν στα πληροφοριακά συστήματα της διοίκησης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε διαφορά είναι φοροδιαφυγή. Σημαίνει όμως ότι κάθε σημαντική απόκλιση μπορεί πλέον να εντοπιστεί πιο γρήγορα και πιο συστηματικά.
Η διαφορά ανάμεσα σε αυτές τις δύο προτάσεις είναι κρίσιμη. Μια σύγχρονη φορολογική διοίκηση οφείλει να εντοπίζει αποκλίσεις. Δεν πρέπει όμως να τις αντιμετωπίζει όλες ως παραβατικότητα. Η απόκλιση είναι ένδειξη που χρειάζεται ερμηνεία. Δεν είναι από μόνη της απόδειξη.
Η κλίμακα του σχεδίου δείχνει ότι δεν μιλάμε για αποσπασματική πολιτική
Το Επιχειρησιακό Σχέδιο της ΑΑΔΕ δεν περιορίζεται σε γενικές διακηρύξεις. Περιλαμβάνει συγκεκριμένους αριθμητικούς στόχους. Για το 2026 αναφέρονται τουλάχιστον 194.000 έλεγχοι και έρευνες για την αντιμετώπιση φοροδιαφυγής, λαθρεμπορίου και οικονομικού εγκλήματος. Στο ίδιο πλαίσιο, η ΑΑΔΕ θέτει ως στόχο συνολική βεβαίωση 1,5 δισ. ευρώ από φορολογικούς ελέγχους και διασταυρώσεις των Φορολογικών Ελεγκτικών Υπηρεσιών, καθώς και 12.000 πράξεις διοικητικού προσδιορισμού φόρου από ηλεκτρονικές διασταυρώσεις.
Αυτοί οι αριθμοί πρέπει να διαβαστούν με προσοχή. Δεν έχουν αξία μόνο επειδή δείχνουν ένταση ελέγχων. Έχουν αξία επειδή δείχνουν ότι οι ηλεκτρονικές διασταυρώσεις δεν λειτουργούν πλέον ως βοηθητικό εργαλείο, αλλά ως βασικό κομμάτι της παραγωγής φορολογικού αποτελέσματος.
Με απλά λόγια, η ΑΑΔΕ δεν περιμένει μόνο τον επιτόπιο έλεγχο για να εντοπίσει μια υπόθεση. Αναζητά μοτίβα, ασυμφωνίες και κινδύνους μέσα στα δεδομένα. Αυτό είναι πιο κοντά στη λογική της ανάλυσης κινδύνου παρά στη λογική του τυχαίου ή καθολικού ελέγχου.
Από πλευράς δημόσιας πολιτικής, αυτή η μετατόπιση έχει θετική διάσταση. Όσο καλύτερα αξιοποιούνται τα δεδομένα, τόσο λιγότερο χρειάζεται η διοίκηση να ελέγχει αδιακρίτως. Θεωρητικά, ένας πιο στοχευμένος έλεγχος μπορεί να είναι δικαιότερος: λιγότερη ενόχληση για τους συνεπείς, μεγαλύτερη πιθανότητα εντοπισμού ουσιαστικής φοροδιαφυγής και μικρότερο περιθώριο αθέμιτου ανταγωνισμού.
Η λέξη «θεωρητικά», όμως, έχει σημασία. Για να λειτουργήσει πράγματι έτσι το σύστημα, χρειάζονται κανόνες ποιότητας, διαφάνειας και ουσιαστικής ακρόασης του φορολογουμένου.
Η νέα Μονάδα ψηφιακών διασταυρώσεων και το ενιαίο προφίλ
Το σχέδιο προβλέπει τη σύσταση Μονάδας ψηφιακών διασταυρώσεων και ανάλυσης μεγάλων δεδομένων, η οποία θα αξιοποιεί νέες πηγές δεδομένων, σύνθετα προγνωστικά μοντέλα και θα διενεργεί μαζικές ψηφιακές διασταυρώσεις.
Παράλληλα, το νέο Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα Φορολογίας προβλέπεται να ενοποιεί τα περιβάλλοντα TAXIS, TAXISNET και ELENXIS, με στόχο την ενοποίηση βάσεων δεδομένων και τη συγκέντρωση όλων των πληροφοριών στον ΑΦΜ, δηλαδή σε ένα ενιαίο προφίλ φορολογουμένου.
Αυτή η εξέλιξη μπορεί να λύσει πραγματικά προβλήματα. Η ελληνική φορολογική διοίκηση έχει για χρόνια λειτουργήσει μέσα από πολλά συστήματα, πολλές διαδικασίες και πολλές επιμέρους βάσεις. Ο πολίτης συχνά βρίσκεται αντιμέτωπος με μια διοίκηση που γνωρίζει πολλά, αλλά δεν τα γνωρίζει πάντα με ενιαίο, καθαρό και λειτουργικό τρόπο.
Αν το ενιαίο προφίλ οδηγήσει σε λιγότερη επανάληψη στοιχείων, σε καλύτερη προσυμπλήρωση δηλώσεων, σε ταχύτερες επιστροφές, σε λιγότερες άσκοπες επισκέψεις και σε πιο έγκαιρη ενημέρωση για λάθη, τότε η αλλαγή θα είναι θετική όχι μόνο για την ΑΑΔΕ, αλλά και για τον φορολογούμενο.
Αν, όμως, το ενιαίο προφίλ λειτουργήσει μόνο ως μηχανισμός εντοπισμού παραβάσεων, χωρίς αντίστοιχο μηχανισμό διόρθωσης, εξήγησης και πρόληψης, τότε θα δημιουργηθεί ένα σύστημα ισχυρό μεν, αλλά όχι απαραίτητα δίκαιο.
Το κρίσιμο ερώτημα: δεδομένα ή πραγματικότητα;
Η φορολογική διοίκηση έχει κάθε λόγο να αξιοποιεί δεδομένα. Η οικονομία είναι πλέον ψηφιακή. Οι συναλλαγές αφήνουν ίχνη. Οι πλατφόρμες, οι ηλεκτρονικές πληρωμές, τα ηλεκτρονικά βιβλία, οι διεθνείς ανταλλαγές πληροφοριών και τα μητρώα περιουσίας δημιουργούν μια νέα πραγματικότητα.
Όμως τα δεδομένα δεν είναι πάντα η πραγματικότητα. Είναι η διοικητική της αποτύπωση.
Και αυτή η αποτύπωση μπορεί να έχει λάθη.
Μια επιχείρηση μπορεί να εμφανίζει διαφορές επειδή έγιναν καθυστερημένες διαβιβάσεις στο myDATA. Ένα ποσό μπορεί να εμφανίζεται σε λάθος περίοδο. Ένα ακίνητο μπορεί να έχει παλαιά ασυμφωνία στο Ε9. Μια συναλλαγή μπορεί να έχει ακυρωθεί, αλλά να μην έχει αποτυπωθεί σωστά. Ένα εισόδημα μπορεί να εμφανίζεται προσυμπληρωμένο με τρόπο που χρειάζεται διόρθωση. Μια πληροφορία από τρίτη πηγή μπορεί να είναι ελλιπής ή να αφορά διαφορετική πραγματική κατάσταση.
Εδώ βρίσκεται ο μεγάλος κίνδυνος της τυπολατρίας. Όσο πιο ισχυρό γίνεται το πληροφοριακό σύστημα, τόσο μεγαλύτερος είναι ο πειρασμός να θεωρηθεί ότι η διοικητική απόκλιση ισοδυναμεί με φορολογική παράβαση.
Δεν ισοδυναμεί.
Η απόκλιση πρέπει να οδηγεί σε ερώτημα, όχι αυτομάτως σε συμπέρασμα.
Η επιστημονική διάσταση: το προφίλ κινδύνου δεν είναι απόδειξη
Η χρήση προγνωστικών μοντέλων και συμπεριφορικής ανάλυσης έχει αξία όταν βοηθά τη διοίκηση να κατανέμει καλύτερα τους ελεγκτικούς πόρους της. Είναι λογικό να ελέγχονται πρώτα οι υποθέσεις με υψηλότερη πιθανότητα ουσιαστικής παράβασης. Αυτό συμβαίνει σε όλες τις σύγχρονες φορολογικές διοικήσεις.
Το πρόβλημα ξεκινά όταν το προφίλ κινδύνου συγχέεται με την απόδειξη.
Ένα μοντέλο μπορεί να δείξει ότι ένας φορολογούμενος μοιάζει, ως προς ορισμένα χαρακτηριστικά, με άλλες υποθέσεις που είχαν παραβατικότητα. Μπορεί να εντοπίσει ασυνήθιστη συναλλακτική συμπεριφορά. Μπορεί να δείξει ότι ένας κλάδος ή μια γεωγραφική περιοχή εμφανίζει μεγαλύτερη απόκλιση. Όλα αυτά είναι χρήσιμα για την επιλογή υποθέσεων.
Δεν αρκούν όμως για καταλογισμό.
Ο καταλογισμός φόρου χρειάζεται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, σαφή αιτιολογία και δυνατότητα του φορολογουμένου να απαντήσει. Η τεχνολογία μπορεί να βοηθήσει τον έλεγχο, αλλά δεν πρέπει να υποκαταστήσει την ελεγκτική κρίση.
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η ΑΑΔΕ θα κριθεί τα επόμενα χρόνια: όχι μόνο από το πόσο γρήγορα θα εντοπίζει αποκλίσεις, αλλά από το πόσο δίκαια θα τις αξιολογεί.
Τι πρέπει να αλλάξει για να γίνει το σύστημα πιο δίκαιο
Η συστηματική αξιοποίηση δεδομένων δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί αμυντικά. Μπορεί να είναι εργαλείο φορολογικής δικαιοσύνης. Μπορεί να περιορίσει την αυθαιρεσία, να μειώσει τον τυχαίο έλεγχο και να προστατεύσει τις συνεπείς επιχειρήσεις από τον αθέμιτο ανταγωνισμό.
Για να συμβεί αυτό, χρειάζονται ορισμένες πρακτικές εγγυήσεις.
Πρώτον, ο φορολογούμενος και ο λογιστής του πρέπει να έχουν πρόσβαση στις βασικές αποκλίσεις πριν αυτές μετατραπούν σε φορολογική πράξη. Μια «καρτέλα διασταυρώσεων» στο myAADE θα μπορούσε να δείχνει εγκαίρως τις σημαντικές ασυμφωνίες: διαφορές μεταξύ myDATA και ΦΠΑ, αποκλίσεις εισοδημάτων, ζητήματα ακινήτων, μισθώσεων ή στοιχείων τρίτων. Ο στόχος δεν θα ήταν να επιβαρυνθεί ο πολίτης με άλλη μία υποχρέωση, αλλά να του δοθεί δυνατότητα πρόληψης και διόρθωσης.
Δεύτερον, πρέπει να διακρίνεται καθαρά το διοικητικό λάθος από την παραβατική συμπεριφορά. Άλλο είναι μια εκπρόθεσμη ή λανθασμένη διαβίβαση και άλλο ένα οργανωμένο σχήμα απόκρυψης φορολογητέας ύλης. Αν όλα αντιμετωπίζονται με την ίδια λογική, το σύστημα γίνεται αυστηρό αλλά όχι έξυπνο.
Τρίτον, η επιλογή προς έλεγχο πρέπει να είναι αιτιολογημένη, έστω σε επίπεδο κατηγορίας κινδύνου. Δεν χρειάζεται να δημοσιοποιείται ο αλγόριθμος ούτε να αποδυναμώνεται ο ελεγκτικός μηχανισμός. Χρειάζεται όμως ο φορολογούμενος να γνωρίζει, όταν καλείται να απαντήσει, ποια ουσιώδης απόκλιση τον αφορά.
Τέταρτον, πρέπει να υπάρχει μέτρηση ποιότητας των ίδιων των διασταυρώσεων. Δεν αρκεί να ανακοινώνεται πόσες πράξεις εκδόθηκαν. Χρειάζεται να γνωρίζουμε πόσες από αυτές επιβεβαιώθηκαν, πόσες διορθώθηκαν, πόσες ακυρώθηκαν, πόσες αφορούσαν πραγματική φοροδιαφυγή και πόσες απλές διοικητικές ασυμφωνίες.
Πέμπτον, η αξιοποίηση δεδομένων από τον παγκόσμιο ιστό και τα κοινωνικά δίκτυα χρειάζεται αυξημένη προσοχή. Είναι διαφορετικό να εντοπίζεται μια συστηματική εμπορική δραστηριότητα που δεν δηλώνεται και διαφορετικό να αποδίδεται φορολογική σημασία σε αποσπασματικές, ατελείς ή παραπλανητικές πληροφορίες. Η ψηφιακή πληροφορία πρέπει να ελέγχεται, να τεκμηριώνεται και να συνδέεται με πραγματικά οικονομικά γεγονότα.
Η ουσία για πολίτες και επιχειρήσεις
Το βασικό συμπέρασμα για τον πολίτη και την επιχείρηση είναι ότι η φορολογική συμμόρφωση δεν θα κρίνεται πλέον μόνο από την υποβολή μιας δήλωσης. Θα κρίνεται όλο και περισσότερο από τη συνέπεια μεταξύ πολλών διαφορετικών δεδομένων.
Η δήλωση ΦΠΑ πρέπει να συνομιλεί με το myDATA. Τα έσοδα πρέπει να συνομιλούν με τα παραστατικά. Οι πληρωμές πρέπει να συνομιλούν με τις δηλώσεις. Η περιουσία πρέπει να συνομιλεί με τα μητρώα. Οι πληροφορίες τρίτων πρέπει να μπορούν να ενταχθούν σε μια ενιαία φορολογική εικόνα.
Αυτό απαιτεί νέα κουλτούρα και από τις επιχειρήσεις. Η λογιστική παρακολούθηση δεν είναι πλέον απλώς μια περιοδική υποχρέωση. Γίνεται μέρος της καθημερινής διοικητικής αξιοπιστίας μιας επιχείρησης. Το «θα το διορθώσουμε στο τέλος» θα γίνεται όλο και πιο δύσκολο σε ένα περιβάλλον συνεχών διασταυρώσεων.
Ταυτόχρονα, απαιτεί νέα κουλτούρα και από τη διοίκηση. Η ΑΑΔΕ δεν μπορεί να είναι μόνο συλλέκτης δεδομένων και εκδότης πράξεων. Πρέπει να γίνει και οργανισμός έγκαιρης ενημέρωσης, εξήγησης και πρόληψης. Όσο πιο πολύ αυτοματοποιείται ο έλεγχος, τόσο πιο αναγκαία γίνεται η ανθρώπινη, αιτιολογημένη και δίκαιη κρίση.
Το πραγματικό μέτρο επιτυχίας
Το Επιχειρησιακό Σχέδιο της ΑΑΔΕ για το 2026 δείχνει ότι η φορολογική διοίκηση περνά σε μια νέα φάση. Η «ψηφιακή εικόνα» του φορολογουμένου, τα μεγάλα δεδομένα, η τεχνητή νοημοσύνη, οι μαζικές διασταυρώσεις και το ενιαίο προφίλ στον ΑΦΜ δεν είναι μελλοντικά σενάρια. Είναι ήδη μέρος του σχεδιασμού.
Η εξέλιξη αυτή δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ούτε με φόβο ούτε με αφέλεια.
Δεν είναι από μόνη της αυταρχική. Μπορεί να κάνει το φορολογικό σύστημα πιο αποτελεσματικό και δικαιότερο. Μπορεί να περιορίσει την πραγματική φοροδιαφυγή και να προστατεύσει όσους λειτουργούν νόμιμα.
Δεν είναι όμως και από μόνη της δίκαιη. Η δικαιοσύνη δεν προκύπτει μόνο από την ποσότητα των δεδομένων. Προκύπτει από την ποιότητα των δεδομένων, τη σωστή ερμηνεία τους, τη διαφάνεια της διαδικασίας και τη δυνατότητα του πολίτη να διορθώνει, να εξηγεί και να αμφισβητεί.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η ΑΑΔΕ θα χρησιμοποιεί περισσότερα δεδομένα. Αυτό ήδη συμβαίνει.
Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η χρήση αυτών των δεδομένων θα οδηγήσει σε μια φορολογική διοίκηση που θα είναι ταυτόχρονα πιο αποτελεσματική, πιο ακριβής και πιο δίκαιη.
Εκεί θα κριθεί η επιτυχία του νέου μοντέλου ελέγχων.
Σχολιάστε