Γιατί να δούμε το «The New Yorker at 100»
Σε ακολουθεί στο διάβασμα μαζί με τον πρωινό καφέ. Με το που δρασκελίσεις την πόρτα του σπιτιού και γευτείς την πρώτη αίσθηση της ημέρας, ανάμεσα στην φρεσκάδα του αέρα ή την αφρικανική σκόνη, στην δροσιά ή τη ζεστή ατμόσφαιρα και στις ευχάριστες ή και όχι μυρωδιές της πόλης.
17/01/2026 | 08:00
17/01/2026 | 10:35
Στις συζητήσεις με τους ανθρώπους, στον φούρνο, στο ανθοπωλείο, στα εστιατόρια, στα καφέ και στα μουσεία. Σε κάθε συνάντηση του σήμερα, του εδώ και τώρα και του εαυτού σου που το παρατηρεί, το αναλογίζεται, το εξερευνά, το ζει.
Αυτό που θα ονομάζαμε ως “καλή” δημοσιογραφία δεν έχει να κάνει με πληροφορίες, με την ατέρμονη και εξαντλητικά γρήγορη ροή τους, αλλά ακριβώς, με το αντίθετο. Με ένα βάδισμα οργανικό, που δεν βιάζεται, που κοιτά πραγματικά δίνοντας χρόνο στην παρατήρηση, στη συζήτηση, στην ανασκοπηση, στην εξερεύνηση και την επαλήθευση.
Με έναν τρόπο που βιώνεται, σημειώνεται, αφομοιώνεται κάπου εντός. Και που με συν-κίνηση για το μεγαλείο της ζωής, κυρίως μέσα στα πιο απλά και καθημερινά, μπορεί να τα πει όλα μέσα από μερικές λέξεις που τελικά βγαίνουν στο χαρτί απελευθερωτικά, έστω στα πιο κατακερματισμένα, αν τα κοιτάξει κανείς από κοντά, μαύρα pixels στις λευκές οθόνες.
Κατ’ εικόνα του Eustace Tilley
Αυτά και άλλα πολλά είναι που μας υπενθυμίζει το ντοκιμαντέρ «The New Yorker at 100» που κυκλοφόρησε πολύ πρόσφατα στο Netflix και δεν είναι απλώς μια επετειακή αναδρομή. Είναι μια βουτιά στα άδυτα ενός «δημοσιογραφικού οχυρού» που κλείνει έναν αιώνα ζωής, παραμένοντας πεισματικά αναλογικό σε έναν ψηφιακό κυκεώνα.
Το The New Yorker δεν έφτασε στο 2026 προσαρμοζόμενο στα γούστα και τις συνήθειες της κάθε εποχής αλλά παραμένοντας πεισματικά πιστό στον εαυτό, τη φιλοσοφία και τις βασικές του αξιές, στον δικό του ρυθμό βιώματος, σκέψης και γραφής.
Αλλά και με πίστη στη νοημοσύνη και την αντίληψη των αναγνωστών του που κάπως διαχρονικά ίσως μοιάζουν στην προσωποποίηση του Eustace Tilley με το μονόκλ που βρίσκεται παντού, μα πάντα στην απαραίτητη, ακόμα και αυτοσαρκαστική απόσταση, την οποία επιβάλλει η (εν)συνείδητη παρατήρηση.
Στα άδυτα της γέννησης του Centenary Issue
Το ντοκιμαντέρ «The New Yorker at 100», υπό τη σκηνοθεσία του βραβευμένου Marshall Curry και με την αφήγηση της Julianne Moore, καταφέρνει να αποτυπώσει τη «φανατική εμμονή» που κάνει το περιοδικό να ξεχωρίζει.
Από το «χειρουργείο» του Fact-Checking και του τμήματος επαλήθευσης στοιχείων όπου οι editors ελέγχουν ακόμα και τα ονόματα των κατοικιδίων ή να ξενυχτούν πάνω από μια μονοσύλλαβη λέξη για να βεβαιωθούν ότι η ακρίβεια αγγίζει το απόλυτο.
Εώς τη γέννηση του Centenary Issue με την κάμερα ακολουθεί τον εμβληματικό διευθυντή David Remnick και την art editor Françoise Mouly στην αγωνιώδη προσπάθεια να στήσουν το επετειακό τεύχος των 100 ετών, παρακολουθούμε τις συζητήσεις, τις διαφωνίες, τα απορριφθέντα εξώφυλλα και τη στρατηγική πίσω από κάθε γραμμή.
Ενώ μέσα από σπάνιο αρχειακό υλικό, το φιλμ ανατρέχει στις μεγάλες στιγμές, από το συγκλονιστικό ρεπορτάζ για τη Χιροσίμα και τα δοκίμια του James Baldwin, μέχρι την αποκάλυψη του σκανδάλου Harvey Weinstein που πυροδότησε το #MeToo.
Σε μια εποχή που το περιεχόμενο παράγεται σε δευτερόλεπτα από αλγορίθμους, το The New Yorker at 100 μας υπενθυμίζει την αξία της καλής αναλογικής δημοσιογραφίας. Είναι ένα αφιέρωμα σε ανθρώπους που αντιμετωπίζουν τις λέξεις και τα σκίτσα ως «ιερά», καταφέρνοντας να επιβιώσουν από την κρίση του Τύπου παραμένοντας σύγχρονοι ελιτιστές, με κάθε καλή έννοια.
Σχολιάστε