Mνήμη και Ορίζοντας: Η ιστορία του ελληνικού τουρισμού μέσα από τις αφίσες του ΕΟΤ
Με αφορμή τη συμπλήρωση μισού αιώνα δημιουργικής παρουσίας στην αθηναϊκή φιλοξενία, το Radisson Blu Park Hotel Athens γιορτάζει την 50ή του επέτειο συνδέοντας τον τουρισμό με την πολιτιστική κληρονομιά.
31/10/2026 | 08:00
Έτσι, στο πλαίσιο των επετειακών του δράσεων παρουσιάζει, στους κοινόχρηστους χώρους του ξενοδοχείου έως τις 17 Ιανουαρίου 2027, την εικαστική έκθεση με τίτλο «Μνήμη και Ορίζοντας» με 30 αυθεντικές τουριστικές αφίσες της περιόδου 1929-1996, φιλοτεχνημένες για τον ΕΟΤ.
Οι ρετρό ταξιδιωτικές αφίσες που προώθησαν την Ελλάδα συμβάλλοντας στη διαμόρφωση της διεθνούς εικόνας της χώρας, προέρχονται από τις συλλογές του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου και η παρουσίαση τους φέρει την επιμέλεια της ιστορικού τέχνης Ελένης Αθανασίου.
Μέσα από αυτές τις δημιουργίες ξεδιπλώνεται η ιστορία της εικόνας που η χώρα φιλοτέχνησε για τον εαυτό της και διοχέτευσε στη διεθνή σκηνή.

Επί της ουσίας αν συναρμολογήσουμε νοερά αυτές τις εικόνες φτιάχνουμε την κάρτ ποστάλ που εξακολουθεί να βρίσκεται στο πίσω μέρος του μυαλού μας όταν σκεφτόμαστε την Ελλάδα, μια εικόνα που δεν σταμάτησε να εξελίσσεται.
Οι αφίσες αυτές δεν λειτούργησαν απλώς ως ένα διαφημιστικό μέσο, αλλά με οδηγό τα χρώματα και τα σχέδια τους συνδιαμόρφωσαν ένα σαφές πεδίο οπτικής αφήγησης, συμπυκνώνοντας σε εικόνες την αρχαιολογία, το ελληνικό φως, τη θάλασσα, την αρχιτεκτονική, όλα όσα και εμείς σήμερα εννούμε όταν σκεφτόμαστε την Ελλάδα.
Η έκθεση με μια ματιά

Η διαδρομή ξεκινά το 1929 με την αθηναϊκή φωτογραφική αφίσα «Αθήνα – Παρθενώνας» της Nelly’s, η οποία απευθύνθηκε στο ξένο κοινό με γαλλικό κείμενο, καθιερώνοντας εξαρχής τη χώρα ως πολιτισμική ιδέα.
Ακολουθούν, σπουδαίοι Έλληνες δημιουργοί όπως ο Περικλής Βυζάντιος, ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Γιάννης Μόραλης, ο Σπύρος Βασιλείου, ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, ο Παναγιώτης Τέτσης και ο Γιώργος Βακιρτζής, μαζί με διακεκριμένους λιθογράφους και σχεδιαστές, οι οποίοι έβαλαν το δικό τους λιθαράκι στη διαμόρφωση της τουριστικής ταυτότητας της χώρας.
Ενώ μεταπολεμικά, η επανίδρυση του ΕΟΤ το 1950 και η έναρξη του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου το 1955 συνέδεσαν την αρχαία κληρονομιά με τη σύγχρονη καλλιτεχνική παραγωγή με τη χρυσή εποχή της ελληνικής γραφιστικής που ανέτειλε τη δεκαετία του 1960.

Πρωτοπόροι όπως ο Μιχάλης Κατζουράκης, ο Φρέντυ Κάραμποττ και η Αγνή Κατζουράκη υιοθετούν τις αρχές του διεθνούς μοντερνισμού, εισάγοντας καθαρές γραμμές, γεωμετρικές φόρμες, αφαίρεση και έντονες αντιθέσεις, χαρίζοντας στον ελληνικό τουρισμό μια σύγχρονη και αναγνωρίσιμη αισθητική.
Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, η σταδιακή επικράτηση της φωτογραφίας, οι νέες εκτυπωτικές τεχνολογίες και η μεταγενέστερη εμφάνιση των ψηφιακών μέσων άλλαξαν ριζικά το τοπίο της προβολής, μετατρέποντας το κλασικό κατακόρυφο σχήμα της αφίσας σε συλλεκτικό ιστορικό τεκμήριο.

Η διαδρομή αποτυπώνει την προσπάθεια μιας χώρας να αφηγηθεί τον εαυτό της, προσφέροντας στον σημερινό θεατή όχι απλώς αναμνήσεις μιας άλλης εποχής, αλλά το κατά βάση απαράλλαχτο βλέμμα της Ελλάδας πάνω στην ιστορία και την ταυτότητά της.
Αυτό που προκαλεί εντύπωση είναι το πόσο λίγο έχει παλιώσει αυτό το όραμα, επειδή οι ταξιδιώτες που έρχονται στην Ελλάδα σήμερα, συνήθως αναζητούν τα ίδια ακριβώς πράγματα που υποσχέθηκαν εκείνες οι αφίσες, το μπλε της θάλασσας, τα αρχαία ερείπια, το φως. Η Ελλάδα μοιάζει να είναι στο μυαλό των όλων, εκείνο που μια φούχτα χαρισματικών καλλιτεχνών απέδωσε στο χαρτί πριν από εκατό χρόνια, και, έναν αιώνα μετά, είναι η Ελλάδα που περιμένουν να βρουν και να βιώσουν φτάνοντας εδώ.
Σχολιάστε