Μπορεί ένας τουριστικός φόρος να γίνει «ασπίδα» για το περιβάλλον;
Πότε οι τουριστικές χρεώσεις λειτουργούν ως εργαλείο βιωσιμότητας και πότε καταλήγουν απλώς σε ένα ακόμη χαράτσι χωρίς τοπικό αντίκρισμα
27/01/2026 | 08:00
27/01/2026 | 10:44
Βρίσκομαι στη Σκιάθο. Είναι κατακαλόκαιρο, και αποφασίζω να ανέβω την Παπαδιαμάντη για να χαζέψω την τοπική τουριστική αγορά. Μέγα λάθος. Ήταν τέτοια η λαοθάλασσα τουριστών, μεταξύ αυτών κι εγώ, που κανείς μας δεν μπορούσε να κινηθεί, ούτε προς τα μπρος, ούτε προς τα πίσω. Πώς χωράει όλος αυτός ο κόσμος σε αυτό το πανέμορφο αλλά μικρό νησί;
Σε αρκετές ευρωπαϊκές πόλεις και νησιά, ο τουρισμός έχει περάσει από «ευλογία» σε καθημερινή δοκιμασία: πίεση σε νερό και απορρίμματα, κορεσμένες μετακινήσεις, φθορά υποδομών, υπερφόρτωση σε μικρά οικοσυστήματα. Η απάντηση που κερδίζει έδαφος δεν είναι τα απαγορευτικά μέτρα, αλλά ένα πιο «χειρουργικό» εργαλείο, οι στοχευμένοι τουριστικοί φόροι που λειτουργούν ταυτόχρονα ως εργαλείο ανάσχεσης απέναντι στον υπερτουρισμό και ως ταμείο χρηματοδότησης για έργα ανθεκτικότητας και βιωσιμότητας με τοπικό χαρακτήρα.
Το παράδειγμα της Βενετίας
Η Βενετία έχει περίπου 50.000 μόνιμους κατοίκους και δέχεται σχεδόν 6 εκατ. επισκέπτες ετησίως, μεγάλο μέρος των οποίων είναι day trippers. Τι σημαίνει αυτό; Κυρίως κορεσμό υποδομών και συμφόρηση. Τι έκανε για να προστατέψει την πόλη και να δώσει έσοδα σε επίπεδο δήμου; Θέσπισε το «Contributo di Accesso». Με το συγκεκριμένο φόρο ο δήμος κοστολόγησε την ανεξέλεγκτη ημερήσια επίσκεψη, απέκτησε εικόνα και έλεγχο των ροών και, κυρίως, κράτησε τα έσοδα τοπικά. Τα χρήματα δεν χάνονται στον κεντρικό κορβανά, αλλά εισρέουν απευθείας στον δήμο, ο οποίος μπορεί να τα διοχετεύσει σε καθαριότητα, μετακινήσεις, υποδομές και διαχείριση της καθημερινής πίεσης που προκαλεί ο μαζικός τουρισμός. Έτσι, η χρέωση δεν λειτουργεί ως γενικός φόρος, αλλά ως ανταποδοτικό μέτρο: όποιος επιβαρύνει την πόλη, συμβάλλει άμεσα στη συντήρηση και την αντοχή της. Αυτό ακριβώς είναι το στοιχείο που διαφοροποιεί τη Βενετία από άλλες ευρωπαϊκές περιπτώσεις – και που καθιστά το μοντέλο της πολιτικά και λειτουργικά βιώσιμο.
Aπό τη «διαμονή» στην «ανθεκτικότητα»
Η Ελλάδα μπαίνει δυναμικά στη συζήτηση των τουριστικών φόρων, δοκιμάζοντας μια ευρωπαϊκή «συνταγή» με δύο βασικούς άξονες: χρεώσεις στη διαμονή και ειδικό τέλος για κρουαζιέρα σε προορισμούς αιχμής.
Ο πιο χαρακτηριστικός μηχανισμός είναι το Climate Crisis Resilience Fee (τέλος ανθεκτικότητας στην κλιματική κρίση), που χρεώνεται ανά διανυκτέρευση και κλιμακώνεται ανάλογα με την κατηγορία καταλύματος και την εποχικότητα. Για την περίοδο Απριλίου–Οκτωβρίου, οι χρεώσεις κυμαίνονται από 2€ (1–2 αστέρων) έως 15€ (5 αστέρων) ανά διανυκτέρευση, με αντίστοιχες κλίμακες και για άλλες μορφές διαμονής (π.χ. βραχυχρόνια μίσθωση). Για τους μήνες Νοέμβριο–Μάρτιο, οι χρεώσεις είναι αισθητά χαμηλότερες.
Το πολιτικό και πρακτικό σκεπτικό πίσω από τέτοιες χρεώσεις είναι απλό: όταν οι επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης (πυρκαγιές, πλημμύρες, διάβρωση ακτών, φθορά υποδομών) ανεβάζουν το κόστος προστασίας και αποκατάστασης, ένα μέρος του «λογαριασμού» μεταφέρεται σε όσους αξιοποιούν την τουριστική εμπειρία στους ίδιους τόπους και στις ίδιες περιόδους υψηλής πίεσης.
Κρουαζιέρα: στοχευμένη χρέωση στους πιο κορεσμένους προορισμούς
Το δεύτερο, πιο «αιχμηρό» εργαλείο είναι η χρέωση ανά επιβάτη κρουαζιέρας και ανά λιμάνι, με σαφή διαφοροποίηση υπέρ των πιο πιεσμένων σημείων. Σύμφωνα με δημοσιευμένες πληροφορίες, από 21 Ιουλίου 2025 εφαρμόζεται κλιμακωτή χρέωση με 20€ ανά επιβάτη για Μύκονο και Σαντορίνη την περίοδο 1 Ιουνίου–30 Σεπτεμβρίου, ενώ για άλλα ελληνικά λιμάνια η χρέωση στην ίδια περίοδο αναφέρεται στα 5€. Υπάρχουν επίσης ενδιάμεσες κλίμακες για shoulder season και χειμώνα.
Η λογική εδώ είναι πιο «ευρωπαϊκή» από όσο φαίνεται: δεν «τιμωρεί» συνολικά την κρουαζιέρα, αλλά ακριβαίνει την παρουσία εκεί και τότε που ο κορεσμός χτυπά κόκκινο. Άρα, είτε αποφέρει έσοδα για υποδομές/διαχείριση ροών, είτε λειτουργεί ως αντικίνητρο για τα πιο δύσκολα slots (ή και ως μοχλός διαπραγμάτευσης για καλύτερη κατανομή αφίξεων).
O φόρος πιάνει τόπο ή γίνεται απλώς «χαράτσι»;
Εδώ κρίνεται η ελληνική προσπάθεια. Για να λειτουργήσει ένας τουριστικός φόρος ως πραγματική περιβαλλοντική ασπίδα, απαιτούνται τρεις ξεκάθαρες προϋποθέσεις.
Πρώτον, διαφάνεια στη διάθεση των εσόδων. Ο φόρος πρέπει να συνδέεται ευθέως με συγκεκριμένα έργα στους τόπους όπου εισπράττεται: νερό, απορρίμματα, ενέργεια, πολιτική προστασία, ακτές και βασικές υποδομές. Χωρίς αυτή τη σύνδεση, η περιβαλλοντική του ταυτότητα μένει κενό σύνθημα.
Δεύτερον, στοχευμένη εφαρμογή. Μεγαλύτερη χρέωση στην αιχμή και στους κορεσμένους προορισμούς, χαμηλότερη εκτός αιχμής — ώστε να εξομαλύνεται η ζήτηση μέσα στη χρονιά και όχι να επιβαρύνεται αδιακρίτως ο τουρισμός.
Τρίτον, πακέτο μέτρων. Έλεγχοι, διαχείριση ροών, δημόσιες μετακινήσεις, χωρητικότητες και κανόνες για τη βραχυχρόνια μίσθωση όπου απαιτείται. Αλλιώς, ο φόρος απλώς νομιμοποιεί τον κορεσμό αντί να τον περιορίζει.
Που πάνε τα λεφτά;
Σήμερα, τα έσοδα από τα τουριστικά τέλη συγκεντρώνονται κεντρικά, ενώ οι προορισμοί που σηκώνουν το βάρος του υπερτουρισμού δε φαίνεται να επωφελούνται από τους φόρους αυτούς. Πόσα από αυτά τα χρήματα επιστρέφουν πράγματι στη Σαντορίνη, τη Μύκονο ή στα μικρότερα νησιά που δοκιμάζονται κάθε καλοκαίρι;
Την ίδια στιγμή, τα χρήματα κατευθύνονται κυρίως σε γενικές δαπάνες κλιματικής διαχείρισης και αποκατάστασης ζημιών, αφήνοντας αναπάντητο το βασικό ερώτημα: ποιος χρηματοδοτεί την καθημερινή βιωσιμότητα των τουριστικών προορισμών; Το νερό, τα απορρίμματα, τις μετακινήσεις, την αντοχή των υποδομών;
Χωρίς δεσμευμένη τοπική ανταποδοτικότητα, τα τέλη κινδυνεύουν να εκληφθούν ως ακόμη ένα χαράτσι. Αν ο επισκέπτης πληρώνει αλλά ο τόπος δεν ανακουφίζεται, τότε ποια ακριβώς «ασπίδα» για το περιβάλλον οικοδομείται;
Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι αν θα υπάρχουν τουριστικοί φόροι, αλλά πώς θα αποδίδονται: με διαφάνεια, με μετρήσιμα αποτελέσματα και με επιστροφή πόρων εκεί όπου παράγονται. Διαφορετικά, η βιωσιμότητα μένει ρητορική — και ο υπερτουρισμός συνεχίζει να χρεώνεται, χωρίς να αντιμετωπίζεται.
Σχολιάστε