epixeiro
Έρευνες, Εκθέσεις, Μελέτες

ICAP CRIF: Στο 8,9% η ανεργία το 2025

Η ανεργία μειώθηκε για 12η συνεχόμενη χρονιά και έγινε μονοψήφια για πρώτη φορά μετά το 2009. Η μακροχρόνια ανεργία, όμως, παραμένει στο 58% των ανέργων

Κοινοποιήστε

Σχολιάστε

Διαβάζεται σε 2 λεπτά

ICAP CRIF: Στο 8,9% η ανεργία το 2025

Η ανεργία στην Ελλάδα μειώθηκε για 12η διαδοχική χρονιά το 2025, σύμφωνα με μελέτη της ICAP CRIF που δημοσιεύθηκε στην επιχειρηματική έκδοση Leading Employers in Greece 2026. Το μέσο ετήσιο ποσοστό ανεργίας διαμορφώθηκε στο 8,9%, από 10,1% το 2024 και 11,1% το 2023, περνώντας σε μονοψήφιο επίπεδο για πρώτη φορά μετά το 2009.

Η μείωση της ανεργίας το 2025 εντάσσεται σε μια μακρά καθοδική πορεία που ξεκίνησε το 2014 και συνεχίστηκε παρά τις διαδοχικές πιέσεις που δέχθηκε η ελληνική οικονομία τα προηγούμενα χρόνια.

Σύμφωνα με τη μελέτη, το ποσοστό ανεργίας μειώνεται αδιάκοπα την περίοδο 2014-2025, ακόμη και σε περιόδους έντονων εξωτερικών πιέσεων, όπως η ενεργειακή κρίση και η αύξηση του πληθωρισμού.

Στο Δ’ τρίμηνο του 2025, ο αριθμός των ανέργων περιορίστηκε σε 394,9 χιλ. άτομα, μειωμένος κατά 12,1% σε ετήσια βάση ή κατά 54,2 χιλ. άτομα.

Αντίστοιχα, το ποσοστό ανεργίας στο Δ’ τρίμηνο διαμορφώθηκε σε 8,3%, από 9,5% το 2024, 10,5% το 2023 και 11,9% στα τέλη του 2022.

Η απασχόληση στηρίζει τη βελτίωση

Η μείωση της ανεργίας δεν προήλθε μόνο από στατιστική μεταβολή του εργατικού δυναμικού.

Το 2025 παρατηρήθηκε μικρή άνοδος στο εργατικό δυναμικό, κατά 5,9 χιλ. άτομα, ενώ ο μη οικονομικά ενεργός πληθυσμός μειώθηκε κατά 21,6 χιλ. άτομα σε σχέση με το 2024.

Την ίδια περίοδο, οι απασχολούμενοι αυξήθηκαν κατά 63,7 χιλ. άτομα. Αυτό δείχνει ότι μέρος του πληθυσμού που βρισκόταν εκτός αγοράς εργασίας εισήλθε σε αυτή, ενώ η μείωση της ανεργίας συνδέθηκε σε μεγάλο βαθμό με αύξηση της απασχόλησης.

Η εξέλιξη αυτή έχει σημασία για την οικονομία, καθώς δείχνει ότι η αγορά εργασίας δεν βελτιώνεται μόνο αριθμητικά, αλλά απορροφά περισσότερους εργαζομένους.

Η μακροχρόνια ανεργία παραμένει το δύσκολο σημείο

Παρά τη συνολική βελτίωση, η μελέτη της ICAP CRIF αναδεικνύει τη μακροχρόνια ανεργία ως ένα από τα πιο επίμονα προβλήματα της αγοράς εργασίας.

Το ποσοστό των μακροχρόνια ανέργων, δηλαδή όσων βρίσκονται εκτός εργασίας για περισσότερους από 12 μήνες, διαμορφώθηκε στο 58,0% του συνόλου των ανέργων το Δ’ τρίμηνο του 2025, από 53,5% την ίδια περίοδο του 2024.

Σε απόλυτο αριθμό, οι μακροχρόνια άνεργοι ανήλθαν σε 229,1 χιλ. άτομα.

Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι, ενώ η συνολική ανεργία μειώνεται, ένα σημαντικό τμήμα των ανέργων παραμένει εγκλωβισμένο εκτός αγοράς εργασίας για μεγάλο διάστημα. Όσο παρατείνεται η περίοδος ανεργίας, μειώνονται και οι πιθανότητες επανένταξης, γεγονός που καθιστά το πρόβλημα όχι μόνο οικονομικό, αλλά και κοινωνικό.

Οι νέοι εξακολουθούν να πιέζονται

Η ανεργία των νέων έχει μειωθεί σημαντικά, αλλά παραμένει υψηλότερη σε σχέση με τις υπόλοιπες ηλικιακές ομάδες.

Στο Δ’ τρίμηνο του 2025, το ποσοστό ανεργίας στις ηλικίες 15-24 ετών διαμορφώθηκε στο 17,7%, από 23,0% το αντίστοιχο τρίμηνο του 2024.

Η βελτίωση είναι ακόμη πιο εμφανής σε μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα. Το αντίστοιχο ποσοστό στο Δ’ τρίμηνο του 2014 βρισκόταν στο 51,5%.

Στα επιμέρους ηλικιακά κλιμάκια, η ανεργία παραμένει υψηλότερη στις ηλικίες 15-19 και 20-24 ετών, με ποσοστά 19,9% και 17,3% αντίστοιχα στο Δ’ τρίμηνο του 2025.

Σύμφωνα με τα διαγράμματα της μελέτης, η ανεργία μειώθηκε σε όλες τις ηλικιακές ομάδες το 2025, ακόμη και στην κατηγορία των άνω των 65 ετών.

Η «ψαλίδα» μεταξύ ανδρών και γυναικών

Η ανεργία στις γυναίκες παραμένει διαχρονικά υψηλότερη από εκείνη των ανδρών.

Στο Δ’ τρίμηνο του 2025, η ανεργία στις γυναίκες διαμορφώθηκε στο 10,8%, ενώ στους άνδρες ήταν 6,3%.

Ωστόσο, η διαφορά μεταξύ των δύο φύλων έχει περιοριστεί τα τελευταία χρόνια. Το Δ’ τρίμηνο του 2021, η ανεργία των γυναικών ήταν υψηλότερη από των ανδρών κατά 7,7 ποσοστιαίες μονάδες. Το Δ’ τρίμηνο του 2025, η διαφορά είχε μειωθεί στις 4,5 ποσοστιαίες μονάδες.

Η εικόνα αυτή δείχνει ότι η αγορά εργασίας κινείται προς μικρότερες ανισότητες, χωρίς όμως να έχει κλείσει ακόμη το χάσμα συμμετοχής και απορρόφησης μεταξύ ανδρών και γυναικών.

Η εκπαίδευση κάνει τη διαφορά

Η μελέτη επιβεβαιώνει τη σύνδεση ανάμεσα στο μορφωτικό επίπεδο και στην πιθανότητα ένταξης στην αγορά εργασίας.

Τα χαμηλότερα ποσοστά ανεργίας, με βάση το επίπεδο εκπαίδευσης, καταγράφονται στους κατόχους διδακτορικού ή μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, με 4,7%, και στους πτυχιούχους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, με 7,7%, το Δ’ τρίμηνο του 2025.

Αντίθετα, υψηλότερα ποσοστά ανεργίας εμφανίζουν άτομα χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, όπως όσοι έχουν παρακολουθήσει μόνο μερικές τάξεις δημοτικού ή δεν πήγαν καθόλου σχολείο.

Σε απόλυτους αριθμούς, η μεγαλύτερη ομάδα ανέργων στο Δ’ τρίμηνο του 2025 ήταν οι απόφοιτοι μέσης εκπαίδευσης, με 155,0 χιλ. άτομα ή 39,3% του συνόλου των ανέργων.

Ακολουθούν οι πτυχιούχοι ανώτερης τεχνικής-επαγγελματικής εκπαίδευσης, με 75,0 χιλ. άτομα, και οι πτυχιούχοι ανωτάτων σχολών, με 73,2 χιλ. άτομα.

Οι περιφερειακές ανισότητες

Η ανεργία διαφοροποιείται σημαντικά και ανά περιφέρεια.

Το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας στο Δ’ τρίμηνο του 2025 καταγράφηκε στη Δυτική Μακεδονία, με 15,1%, και ακολούθησαν η Κεντρική Μακεδονία, με 11,8%, και η Ήπειρος, με 10,7%.

Στον αντίποδα, τα χαμηλότερα ποσοστά ανεργίας καταγράφηκαν στα Ιόνια Νησιά, με 4,5%, και στο Νότιο Αιγαίο, με 5,2%.

Σε απόλυτους αριθμούς, ο μεγαλύτερος αριθμός ανέργων βρίσκεται στην Αττική, με 121,4 χιλ. άτομα ή 30,7% του συνόλου, και στην Κεντρική Μακεδονία, με 96,7 χιλ. άτομα ή 24,5%.

Η εικόνα αυτή είναι αναμενόμενη, καθώς πρόκειται για τις μεγαλύτερες πληθυσμιακά περιφέρειες της χώρας, αλλά δείχνει και τη συγκέντρωση των προκλήσεων της αγοράς εργασίας στα μεγάλα αστικά κέντρα.

Ανάπτυξη, επενδύσεις και κατανάλωση

Η βελτίωση στην αγορά εργασίας συνδέεται με τη συνολική πορεία της ελληνικής οικονομίας.

Το 2025, το ΑΕΠ της χώρας αυξήθηκε, σε όρους όγκου, κατά 2,1%, όσο και το 2024, σύμφωνα με τη μελέτη. Η ανάπτυξη στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στον ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου, ο οποίος ενισχύθηκε κατά 8,9%.

Η ιδιωτική κατανάλωση αυξήθηκε κατά 2,0%, εξέλιξη που συνδέεται με τη βελτίωση της απασχόλησης και των ονομαστικών εισοδημάτων.

Παράλληλα, οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης συνέβαλαν στη μεγέθυνση του ΑΕΠ, υποστηρίζοντας την ολοκλήρωση πολλαπλών έργων.

Ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας παρέμεινε υψηλότερος από τον αντίστοιχο μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως έχει συμβεί και τα τελευταία χρόνια.

Οι προβλέψεις για το 2026

Οι προβλέψεις για το 2026 παραμένουν θετικές, αν και η μελέτη καταγράφει και διαρθρωτικές προκλήσεις.

Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η ανεργία εκτιμάται ότι θα μειωθεί περαιτέρω στο 8,6% το 2026, από 8,9% το 2025.

Ακόμη πιο αισιόδοξη είναι η εκτίμηση του ΟΟΣΑ, σύμφωνα με την οποία η ανεργία μπορεί να διαμορφωθεί στο 8,2% το 2026.

Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρεται σε φθίνοντα ρυθμό αύξησης της απασχόλησης, κάτι που συνδέεται με διαρθρωτικά προβλήματα της αγοράς εργασίας, όπως η αναντιστοιχία προσόντων, το λεγόμενο skills gap, και η χαμηλή συμμετοχή, κυρίως από την πλευρά των γυναικών.

Τα στοιχεία των πρώτων μηνών του 2026 δείχνουν ότι η ανεργία παραμένει σε πτωτική τροχιά, αλλά με διακυμάνσεις. Στο πρώτο τρίμηνο του 2026, το μέσο ποσοστό ανεργίας διαμορφώθηκε στο 9,3%, από 10,4% το αντίστοιχο διάστημα του 2025. Τον Μάρτιο του 2026, η ανεργία διαμορφώθηκε στο 9,8%.

«Ιστορική επίδοση» για την αγορά εργασίας

Ο Νικήτας Κωνσταντέλλος, Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος του Ομίλου ICAP CRIF, σημειώνει ότι το 2025 καταγράφηκαν θετικές εξελίξεις στην αγορά εργασίας, με μείωση της ανεργίας και αύξηση της απασχόλησης.

Όπως αναφέρει, ο ετήσιος δείκτης ανεργίας κατέγραψε ιστορική επίδοση, καθώς μειώθηκε για 12η διαδοχική χρονιά και διαμορφώθηκε σε μονοψήφιο επίπεδο για πρώτη φορά μετά το 2009.

Παράλληλα, επισημαίνει ότι το πρόβλημα της μακροχρόνιας ανεργίας επιμένει, ενώ η υψηλού επιπέδου κατάρτιση φαίνεται να διευκολύνει την ταχύτερη ένταξη στην αγορά εργασίας.

Τι σημαίνει για επιχειρήσεις και οικονομία

Η υποχώρηση της ανεργίας ενισχύει την εικόνα σταθεροποίησης της ελληνικής οικονομίας και λειτουργεί υποστηρικτικά για την κατανάλωση, τα εισοδήματα και τη συνολική επιχειρηματική δραστηριότητα.

Για τις επιχειρήσεις, όμως, η βελτίωση της αγοράς εργασίας δημιουργεί και νέες απαιτήσεις. Καθώς η ανεργία μειώνεται, η εύρεση κατάλληλων εργαζομένων γίνεται πιο σύνθετη, ιδίως σε κλάδους όπου υπάρχει έλλειψη δεξιοτήτων.

Το skills gap, η χαμηλότερη συμμετοχή των γυναικών, η περιφερειακή ανισορροπία και η παραμονή μεγάλου αριθμού μακροχρόνια ανέργων εκτός αγοράς δείχνουν ότι η πρόκληση μετατοπίζεται. Δεν αφορά πλέον μόνο τη μείωση του γενικού ποσοστού ανεργίας, αλλά την ποιότητα της απασχόλησης, την επανένταξη όσων μένουν πίσω και την αντιστοίχιση δεξιοτήτων με τις πραγματικές ανάγκες της οικονομίας.

Σε αυτό το περιβάλλον, οι εταιρείες που επενδύουν στη διατήρηση και ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού τους, στην εκπαίδευση και στην προσαρμογή των δεξιοτήτων αποκτούν αυξανόμενη σημασία. Η αγορά εργασίας βελτιώνεται, αλλά το επόμενο στοίχημα είναι να γίνει πιο ανθεκτική, πιο συμπεριληπτική και πιο παραγωγική.