epixeiro
Έρευνες, Εκθέσεις, Μελέτες

Αθήνα: Το κόστος ζωής απορροφά το 99,5% του μισθού

Η ελληνική πρωτεύουσα κατατάσσεται τρίτη λιγότερο προσιτή μεταξύ 37 ευρωπαϊκών πρωτευουσών, καθώς οι εκτιμώμενες μηνιαίες δαπάνες φτάνουν τα 1.151 ευρώ, έναντι μέσου καθαρού μισθού 1.157 ευρώ.

Κοινοποιήστε

Σχολιάστε

Διαβάζεται σε 2 λεπτά

Αθήνα: Το κόστος ζωής απορροφά το 99,5% του μισθού

Σχεδόν ολόκληρος ο μέσος καθαρός μισθός ενός κατοίκου της Αθήνας απαιτείται για την κάλυψη ενός τυποποιημένου μηνιαίου καλαθιού διαβίωσης, σύμφωνα με ανάλυση της Tradingpedia. Οι δαπάνες υπολογίζονται στα 1.151 ευρώ, μόλις έξι ευρώ χαμηλότερα από τον μέσο καθαρό μισθό των 1.157 ευρώ, τοποθετώντας την ελληνική πρωτεύουσα στην τρίτη χειρότερη θέση της ευρωπαϊκής κατάταξης προσιτότητας.

Το βασικό εύρημα δεν είναι ότι η Αθήνα συγκαταλέγεται στις ακριβότερες πόλεις της Ευρώπης σε απόλυτες τιμές. Η κατάταξή της συνδέεται κυρίως με την περιορισμένη αγοραστική δύναμη των κατοίκων, καθώς ακόμη και σχετικά χαμηλότερα κόστη στέγασης, μετακίνησης και ψυχαγωγίας απορροφούν ιδιαίτερα μεγάλο μέρος του τοπικού εισοδήματος.

Τρίτη λιγότερο προσιτή ευρωπαϊκή πρωτεύουσα

Η ανάλυση εξετάζει 37 ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και συγκρίνει τις εκτιμώμενες μηνιαίες δαπάνες με τον μέσο καθαρό μισθό κάθε πόλης.

Στην Αθήνα, το συνολικό κόστος των 1.151 ευρώ αντιστοιχεί στο 99,5% του μέσου καθαρού μισθού. Με βάση αυτή τη σχέση, η πόλη κατατάσσεται τρίτη λιγότερο προσιτή στην Ευρώπη.

Χειρότερη εικόνα καταγράφεται μόνο στη Λισαβόνα και στα Τίρανα. Στην πορτογαλική πρωτεύουσα, οι εκτιμώμενες δαπάνες φτάνουν το 121,4% του μέσου μισθού, ενώ στα Τίρανα το 112,2%.

Ακολουθούν η Βαρσοβία και η Ρώμη, όπου το κόστος διαβίωσης απορροφά αντίστοιχα περίπου το 96% και το 93,5% των τοπικών καθαρών αποδοχών.

Δεν είναι η ακριβότερη, αλλά μία από τις λιγότερο προσιτές

Η διάκριση ανάμεσα στο απόλυτο κόστος και στην προσιτότητα είναι καθοριστική για την ανάγνωση των αποτελεσμάτων.

Πόλεις όπως το Λονδίνο, η Βέρνη, το Ρέικιαβικ και το Άμστερνταμ έχουν πολύ υψηλότερες τιμές από την Αθήνα. Οι κάτοικοί τους, όμως, διαθέτουν κατά μέσο όρο σημαντικά υψηλότερα εισοδήματα, με αποτέλεσμα οι ίδιες κατηγορίες δαπανών να καταλαμβάνουν μικρότερο ποσοστό του μισθού τους.

Στις Βρυξέλλες, για παράδειγμα, οι μηνιαίες δαπάνες ενός ατόμου υπολογίζονται στα 1.444 ευρώ, αλλά αντιστοιχούν μόλις στο 49% του μέσου καθαρού μισθού. Στην Κοπεγχάγη το αντίστοιχο ποσοστό είναι 50,4% και στη Βέρνη 50,5%.

Η Αθήνα, επομένως, δεν βρίσκεται τόσο ψηλά στην κατάταξη επειδή διαθέτει τις ακριβότερες υπηρεσίες ή κατοικίες, αλλά επειδή οι αποδοχές αφήνουν ελάχιστο περιθώριο μετά την κάλυψη των εξεταζόμενων δαπανών.

Στο 59,2% του μισθού η στέγαση

Η μεγαλύτερη επιβάρυνση προέρχεται από τη στέγαση.

Η Tradingpedia υπολογίζει στα 685 ευρώ τον μήνα το κόστος ενός επιπλωμένου στούντιο 45 τ.μ. εκτός των ακριβότερων ή κεντρικότερων περιοχών της Αθήνας. Στο ποσό περιλαμβάνονται το ενοίκιο, οι λογαριασμοί κοινής ωφέλειας, το internet και ορισμένα βασικά είδη νοικοκυριού.

Το κόστος αντιστοιχεί στο 59,2% του μέσου καθαρού μισθού.

Σε απόλυτο ποσό, η κατοικία στην Αθήνα εμφανίζεται φθηνότερη από πολλές πρωτεύουσες της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης. Ωστόσο, η επιβάρυνση σε σχέση με το εισόδημα είναι μεγαλύτερη από εκείνη που καταγράφεται σε πόλεις όπως η Μπρατισλάβα, το Ζάγκρεμπ και η Ρίγα.

Η διαφορά δείχνει ότι η στεγαστική προσιτότητα δεν εξαρτάται μόνο από το ύψος του ενοικίου, αλλά και από το εισόδημα που απομένει στον κάτοικο μετά την πληρωμή του.

Τα τρόφιμα απορροφούν το 13,3% του εισοδήματος

Το βασικό μηνιαίο καλάθι τροφίμων για ένα άτομο υπολογίζεται στα 154,12 ευρώ.

Το ποσό αντιστοιχεί στο 13,3% του μέσου μισθού, το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των πρωτευουσών που εξετάστηκαν, μετά τα Τίρανα.

Οι τιμές των τροφίμων στην Αθήνα παραμένουν χαμηλότερες από εκείνες πολλών δυτικοευρωπαϊκών πόλεων. Το ίδιο καλάθι, όμως, κοστίζει περισσότερο από ό,τι στη Σόφια, στο Βουκουρέστι, στο Βελιγράδι και στα Σκόπια.

Στη μεθοδολογία περιλαμβάνονται συγκεκριμένες ποσότητες βασικών προϊόντων, όπως ψωμί, γάλα, αυγά, τυρί, κοτόπουλο, φρούτα, λαχανικά και αναψυκτικά. Πρόκειται, επομένως, για ένα κοινό συγκριτικό καλάθι και όχι για πλήρη αποτύπωση των πραγματικών αγορών κάθε νοικοκυριού.

Η ψυχαγωγία κοστίζει το 21,5% του μισθού

Ιδιαίτερα υψηλή σε σχέση με τις αποδοχές εμφανίζεται και η επιβάρυνση από την ψυχαγωγία.

Οι σχετικές δαπάνες στην Αθήνα υπολογίζονται στα 249,11 ευρώ τον μήνα, ποσό που αντιστοιχεί στο 21,53% του μέσου καθαρού μισθού. Είναι το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό της κατάταξης, πίσω από τα Τίρανα.

Στην κατηγορία περιλαμβάνονται ένα συγκεκριμένο σύνολο εξόδων, όπως γεύματα σε εστιατόρια και pub, εισιτήρια κινηματογράφου και θεάτρου, καφές, ποτά και συνδρομή γυμναστηρίου.

Το στοιχείο αυτό είναι σημαντικό για την ερμηνεία του συνολικού ποσού των 1.151 ευρώ. Η ανάλυση δεν υπολογίζει μόνο τις απολύτως αναγκαίες δαπάνες επιβίωσης, αλλά επιχειρεί να εκτιμήσει το κόστος ενός σχετικά άνετου τρόπου ζωής με περιορισμένη κοινωνική και ψυχαγωγική δραστηριότητα.

Οι δημόσιες συγκοινωνίες παραμένουν προσιτές

Η μηνιαία κάρτα δημόσιων συγκοινωνιών στην Αθήνα υπολογίζεται στα 28 ευρώ, αποτελώντας μία από τις λίγες κατηγορίες στις οποίες η ελληνική πρωτεύουσα διατηρεί σαφές πλεονέκτημα.

Το αντίστοιχο κόστος είναι 60 ευρώ στη Βιέννη, 87 ευρώ στο Παρίσι και 39 ευρώ στη Βαρσοβία. Η Αθήνα βρίσκεται κοντά στη Σόφια και στη Βουδαπέστη, όπου οι μηνιαίες κάρτες υπολογίζονται στα 25 και 26 ευρώ αντίστοιχα.

Η χαμηλότερη τιμή των μετακινήσεων περιορίζει σε κάποιο βαθμό τη συνολική επιβάρυνση, δεν αρκεί όμως για να αντισταθμίσει το υψηλό ποσοστό του εισοδήματος που κατευθύνεται στη στέγαση, στα τρόφιμα και στις υπόλοιπες δαπάνες.

Καλύτερη, αλλά πιεσμένη εικόνα για τις οικογένειες

Για μια τετραμελή οικογένεια, η ανάλυση υπολογίζει τις μηνιαίες δαπάνες στα 1.903,66 ευρώ.

Με δύο μέσους καθαρούς μισθούς, το συνολικό μηνιαίο εισόδημα ανέρχεται στα 2.314,22 ευρώ. Οι εξεταζόμενες δαπάνες απορροφούν το 82,26% του οικογενειακού εισοδήματος, αφήνοντας υπόλοιπο περίπου 410,56 ευρώ.

Η σχετική εικόνα είναι καλύτερη από εκείνη του μεμονωμένου εργαζομένου, παραμένει όμως μία από τις δυσμενέστερες μεταξύ των ευρωπαϊκών πρωτευουσών.

Το κόστος οικογενειακής στέγασης στην Αθήνα υπολογίζεται στα 994 ευρώ, χαμηλότερα από την Πράγα ή τη Βαρσοβία. Ως ποσοστό των τοπικών εισοδημάτων, όμως, εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική επιβάρυνση.

Πώς υπολογίστηκε η κατάταξη

Η Tradingpedia χρησιμοποίησε δεδομένα κόστους ζωής από το Expatistan και στοιχεία καθαρών αποδοχών από το Numbeo.

Οι δύο πλατφόρμες συγκεντρώνουν δεδομένα τιμών και μισθών που προέρχονται σε μεγάλο βαθμό από καταχωρίσεις χρηστών. Η κατάταξη δεν αποτελεί, συνεπώς, επίσημη ευρωπαϊκή στατιστική μέτρηση ούτε έρευνα οικογενειακών προϋπολογισμών.

Για ένα άτομο, το μοντέλο περιλαμβάνει:

  • ενοίκιο επιπλωμένου στούντιο 45 τ.μ. εκτός ακριβών περιοχών,
  • λογαριασμούς, internet και βασικά είδη νοικοκυριού,
  • συγκεκριμένο καλάθι τροφίμων,
  • μηνιαία κάρτα δημόσιων συγκοινωνιών,
  • είδη προσωπικής φροντίδας,
  • προκαθορισμένες δαπάνες εστίασης, πολιτισμού και ψυχαγωγίας.

Τα αποτελέσματα πρέπει επομένως να αντιμετωπίζονται ως ενδεικτική συγκριτική αποτύπωση της αγοραστικής δύναμης και όχι ως ακριβής προϋπολογισμός για κάθε κάτοικο της Αθήνας.

Το ζήτημα βρίσκεται στη σχέση μισθών και τιμών

Παρά τους περιορισμούς της μεθοδολογίας, η κατάταξη αναδεικνύει μια ουσιαστική διάσταση της συζήτησης για το κόστος ζωής: η προσιτότητα δεν εξαρτάται μόνο από το αν οι τιμές είναι υψηλότερες ή χαμηλότερες από εκείνες άλλων χωρών.

Εξαρτάται από το ποσοστό του εισοδήματος που χρειάζεται να διαθέσει ο εργαζόμενος για να καλύψει τη στέγαση, τα τρόφιμα, τις μετακινήσεις και ένα βασικό επίπεδο κοινωνικής ζωής.

Στην περίπτωση της Αθήνας, η περιορισμένη απόσταση ανάμεσα στον εκτιμώμενο μηνιαίο προϋπολογισμό και στον μέσο καθαρό μισθό δείχνει ότι ακόμη και σχετικά μέτριες ευρωπαϊκές τιμές μπορούν να γίνουν ιδιαίτερα πιεστικές όταν οι αποδοχές παραμένουν χαμηλές.

Το αποτέλεσμα είναι ελάχιστος διαθέσιμος χώρος για αποταμίευση, έκτακτες ανάγκες ή μεγαλύτερες προσωπικές και οικογενειακές δαπάνες. Εκεί βρίσκεται και το βασικό μήνυμα της ανάλυσης: το πρόβλημα της Αθήνας δεν είναι μόνο το ύψος των τιμών, αλλά το πόσο λίγο εισόδημα απομένει αφού αυτές πληρωθούν.