epixeiro
Έρευνες, Εκθέσεις, Μελέτες

Eurostat: Στα όριά τους τα ελληνικά νοικοκυριά – 9 στους 10 δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα

Η Ελλάδα καταγράφει τις υψηλότερες επιδόσεις στην Ε.Ε. σε σειρά δεικτών οικονομικής πίεσης – Χαμηλό διαθέσιμο εισόδημα, υψηλό κόστος στέγασης και αδυναμία κάλυψης βασικών αναγκών συνθέτουν την εικόνα

Κοινοποιήστε

Σχολιάστε

Διαβάζεται σε 2 λεπτά

Eurostat: Στα όριά τους τα ελληνικά νοικοκυριά – 9 στους 10 δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα

Ισχυρό αποτύπωμα αφήνει η οικονομική πίεση στα ελληνικά νοικοκυριά, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, καθώς το 87,1% του πληθυσμού στην Ελλάδα δηλώνει ότι αντιμετωπίζει τουλάχιστον κάποια δυσκολία στην κάλυψη των αναγκών του. Το ποσοστό αυτό είναι υπερδιπλάσιο του αντίστοιχου μέσου όρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το υψηλότερο μεταξύ των κρατών-μελών.

Τα στοιχεία περιλαμβάνονται στη νέα έκδοση της Eurostat με τίτλο «Key figures on European living conditions – 2026 edition», η οποία δημοσιεύθηκε σήμερα και αποτυπώνει τις συνθήκες διαβίωσης στην Ευρώπη, με το μεγαλύτερο μέρος των δεδομένων να αφορά το 2025.

Σε επίπεδο Ε.Ε., συνολικά 92,7 εκατομμύρια άνθρωποι, δηλαδή το 20,9% του πληθυσμού, βρίσκονταν πέρυσι αντιμέτωποι με κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Στην Ελλάδα, ωστόσο, αρκετοί από τους βασικούς δείκτες οικονομικής ευημερίας και κοινωνικής προστασίας κινούνται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη.

Η καθημερινότητα μετριέται σε… δυσκολία

Σχεδόν εννέα στους δέκα κατοίκους της Ελλάδας δήλωσαν το 2025 ότι αντιμετώπιζαν κάποια, μεγάλη ή πολύ μεγάλη δυσκολία στο να καλύψουν τις ανάγκες του νοικοκυριού τους. Το σχετικό ποσοστό ανήλθε στο 87,1%, όταν ο μέσος όρος στην Ε.Ε. διαμορφώθηκε στο 42,5%.

Η διαφορά παραμένει σημαντική ακόμη και σε σύγκριση με τις χώρες που ακολουθούν. Στη Βουλγαρία το ποσοστό έφθασε το 76,9%, ενώ στη Γερμανία περιορίστηκε στο 18,3% και στην Ολλανδία στο 19,8%.

Η εικόνα συνδέεται και με το επίπεδο του διαθέσιμου εισοδήματος. Το 2025 το διάμεσο ετήσιο διαθέσιμο εισόδημα στην Ελλάδα, προσαρμοσμένο ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι διαφορές στις τιμές μεταξύ των χωρών, διαμορφώθηκε στις 13.612 μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS). Για την Ε.Ε. ο αντίστοιχος μέσος όρος ήταν 22.630 μονάδες. Χαμηλότερη επίδοση από την Ελλάδα εμφάνισαν μόνο η Ουγγαρία και η Ρουμανία.

Το εισόδημα παραμένει κάτω από τα επίπεδα του 2010

Η σύγκριση με το παρελθόν αποτυπώνει ακόμη πιο έντονα την απόσταση που έχει διανύσει η Ελλάδα. Σε πραγματικούς όρους, δηλαδή μετά την αφαίρεση της επίδρασης του πληθωρισμού, το διάμεσο διαθέσιμο εισόδημα το 2025 ήταν κατά 22,3% χαμηλότερο από το 2010. Η Ελλάδα αποτελεί μία από μόλις δύο χώρες της Ε.Ε. όπου το πραγματικό διάμεσο εισόδημα υποχώρησε σε αυτή την περίοδο. Η άλλη είναι η Γαλλία, όπου η μείωση περιορίστηκε στο 0,6%. Αντίθετα, στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης το πραγματικό διάμεσο διαθέσιμο εισόδημα αυξήθηκε κατά 25,4% σε σχέση με το 2010.

Η στέγαση «ροκανίζει» το εισόδημα

Ιδιαίτερα έντονη είναι η πίεση που προέρχεται από το κόστος στέγασης. Στην Ελλάδα, το 26,4% του πληθυσμού ζει σε νοικοκυριά όπου οι συνολικές δαπάνες για στέγαση αντιστοιχούν σε τουλάχιστον 40% του διαθέσιμου εισοδήματος. Το αντίστοιχο ποσοστό στην Ε.Ε. ανέρχεται μόλις στο 7,7%. Ακόμη και στη Δανία, η οποία καταγράφει τη δεύτερη υψηλότερη επίδοση μεταξύ των κρατών-μελών, το ποσοστό φθάνει το 23,4%.

Σημαντική είναι και η εικόνα σε ό,τι αφορά τη θέρμανση. Το 18,1% των κατοίκων της Ελλάδας δήλωσε ότι δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να διατηρεί το σπίτι του επαρκώς ζεστό. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό στην Ε.Ε., έναντι 8,8% κατά μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στον αντίποδα βρίσκεται η Φινλανδία, όπου το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώθηκε μόλις στο 2,6%.

Όταν περιορίζονται ακόμη και οι βασικές ανάγκες

Η οικονομική πίεση αποτυπώνεται και στον δείκτη σοβαρής υλικής και κοινωνικής στέρησης. Η Ελλάδα κατέγραψε το τρίτο υψηλότερο ποσοστό στην Ε.Ε., με 14,9%, πίσω από τη Ρουμανία, όπου το ποσοστό έφθασε το 16,8%, και τη Βουλγαρία με 15%. Ο μέσος όρος στην Ε.Ε. ήταν 6,3%, ενώ στη Σλοβενία το ποσοστό περιορίστηκε στο 1,9%.

Οι περιορισμοί δεν αφορούν μόνο τις απολύτως βασικές ανάγκες. Το 27,3% των Ελλήνων δήλωσε ότι δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να συμμετέχει τακτικά σε δραστηριότητες αναψυχής. Το αντίστοιχο ποσοστό στην Ε.Ε. είναι 12,1%, γεγονός που κατατάσσει την Ελλάδα στην υψηλότερη θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών και σε αυτόν τον δείκτη.

Η αίσθηση οικονομικής πίεσης είναι ακόμη μεγαλύτερη

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο δείκτης της λεγόμενης «υποκειμενικής φτώχειας», ο οποίος αποτυπώνει το κατά πόσο οι ίδιοι οι πολίτες θεωρούν ότι βρίσκονται σε κατάσταση φτώχειας.

Στην Ελλάδα το ποσοστό φθάνει το 67,2%, ενώ στη Βουλγαρία, που ακολουθεί, διαμορφώνεται στο 36,1%. Στις περισσότερες χώρες της Ε.Ε. ο συγκεκριμένος δείκτης βρίσκεται κάτω από το 25%.

Τα στοιχεία δείχνουν, επομένως, ότι η οικονομική πίεση δεν αποτυπώνεται μόνο σε αντικειμενικούς δείκτες εισοδήματος και δαπανών, αλλά και στην ίδια την αντίληψη των πολιτών για την οικονομική τους κατάσταση.

Δύσκολη και η πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη

Μία ακόμη σημαντική απόκλιση της Ελλάδας από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο καταγράφεται στην πρόσβαση σε ιατρικές υπηρεσίες.

Και οι 13 ελληνικές περιφέρειες εμφάνισαν το 2025 υψηλότερα ποσοστά ανικανοποίητων αναγκών για ιατρική εξέταση από οποιαδήποτε άλλη περιφέρεια στην Ε.Ε. Η Eurostat εξετάζει ως βασικούς λόγους το κόστος, την απόσταση από τις υπηρεσίες υγείας και τον χρόνο αναμονής. Στην Ελλάδα, τα ποσοστά κυμάνθηκαν από 9,1% στο Νότιο Αιγαίο έως 13,4% στο Βόρειο Αιγαίο. Την ίδια στιγμή, ο μέσος όρος στην Ε.Ε. ήταν μόλις 2,4%. Εκτός Ελλάδας, η υψηλότερη επίδοση καταγράφηκε σε περιφέρεια της Φινλανδίας, όπου το ποσοστό έφθασε το 9%.

Μεγάλες οι εισοδηματικές αποστάσεις στην Ευρώπη

Η εικόνα της Ελλάδας αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον όταν συγκριθεί με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες.

Το 2025 το διάμεσο διαθέσιμο εισόδημα, εκφρασμένο σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, έφθασε τις 37.673 στο Λουξεμβούργο, τις 32.002 στην Αυστρία και τις 29.714 στην Ολλανδία, έναντι 22.630 μονάδων κατά μέσο όρο στην Ε.Ε.

Στην άλλη πλευρά της κατάταξης βρίσκονται η Ουγγαρία με 11.958 μονάδες, η Ρουμανία με 12.861 και η Ελλάδα με 13.612.

Ακόμη μεγαλύτερες είναι οι διαφορές όταν εξετάζεται η μεταβολή του πραγματικού εισοδήματος από το 2010. Η Ρουμανία κατέγραψε αύξηση 160,2%, ενώ άνοδο τουλάχιστον 50% σημείωσαν επίσης η Βουλγαρία, η Πολωνία, η Κροατία, η Μάλτα, η Ουγγαρία και οι τρεις χώρες της Βαλτικής.

Στον αντίποδα, η Ελλάδα και η Γαλλία ήταν οι μόνες χώρες της Ε.Ε. όπου το πραγματικό διάμεσο εισόδημα μειώθηκε σε σχέση με το 2010, κατά 22,3% και 0,6% αντίστοιχα. Η διαφορά αποτυπώνεται και στον δείκτη της καθημερινής οικονομικής δυσκολίας: ενώ στη Γερμανία και την Ολλανδία τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 18,3% και 19,8%, στη Βουλγαρία έφθασαν το 76,9% και στην Ελλάδα το 87,1%.

Τα στοιχεία της Eurostat σκιαγραφούν έτσι μια εικόνα έντονης οικονομικής πίεσης για σημαντικό μέρος του ελληνικού πληθυσμού, με το διαθέσιμο εισόδημα, τη στέγαση, την κάλυψη βασικών αναγκών και την πρόσβαση σε υπηρεσίες να αποτελούν τους βασικούς τομείς στους οποίους καταγράφονται οι μεγαλύτερες αποκλίσεις από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.