TourismLab

Τουρισμός: Η 10ετία των ρεκόρ και... 2 κρίσιμοι παράγοντες για να συνεχιστεί η ανάπτυξη

Η Ελλάδα κατέγραψε εντυπωσιακή άνοδο, όχι μόνο επειδή αυξήθηκε παγκοσμίως η τουριστική ζήτηση, αλλά γιατί κατάφερε να ενισχύσει ουσιαστικά την ανταγωνιστικότητά της. Ποια είναι όμως η επόμενη μέρα;

Κοινοποιήστε

Σχολιάστε

Διαβάζεται σε 2 λεπτά

Τουρισμός: Η 10ετία των ρεκόρ και... 2 κρίσιμοι παράγοντες για να συνεχιστεί η ανάπτυξη

Ο ελληνικός τουρισμός εισέρχεται σε μια νέα φάση. Με τις αφίξεις να οδεύουν προς ένα ακόμα ιστορικό ρεκόρ και τους τουρίστες του 2025 να εκτιμάται ότι θα ξεπεράσουν τα 37 εκατομμύρια, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται πλέον από τους αριθμούς στην ουσία: τι οδήγησε στην άνοδο της τελευταίας δεκαετίας και - κυρίως - ποιες είναι οι πραγματικές δυνατότητες που υπάρχουν ώστε να διατηρηθεί μια τέτοια άνοδος…

Η πρόσφατη μελέτη «Τάσεις του Επιχειρείν» της Διεύθυνσης Οικονομικής Ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας δίνει απαντήσεις με δεδομένα, αλλά υπογραμμίζει επίσης πως η επιτυχία δεν είναι δεδομένη και απαιτεί στρατηγική.

Η εικόνα της δεκαετίας δεν αφήνει χώρο για αμφισβήτηση. Η Ελλάδα κατέγραψε εντυπωσιακή άνοδο, όχι μόνο επειδή αυξήθηκε παγκοσμίως η τουριστική ζήτηση, αλλά γιατί κατάφερε να ενισχύσει ουσιαστικά την ανταγωνιστικότητά της. Από τα περίπου 13 εκατομμύρια επιπλέον τουρίστες που απέκτησε η χώρα, μόνο το 40% οφείλεται στη συνολική διεθνή ανάπτυξη του τουρισμού. Ένα ακόμη 20% συνδέεται με τη γενικότερη στροφή της ζήτησης προς την περιοχή της Ευρώπης και της Μεσογείου. Το υπόλοιπο 40% όμως αποτελεί καθαρό ελληνικό «κατόρθωμα»: αύξηση μεριδίου έναντι των ανταγωνιστών, σε μια ιδιαίτερα απαιτητική περιφερειακή αγορά.

Το αποτέλεσμα; Το μερίδιο της Ελλάδας στον παγκόσμιο τουρισμό φτάνει το 2,5% το 2025, από 2% το 2016 – επίδοση που αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αξία αν σκεφτεί κανείς ότι η χώρα αντιπροσωπεύει μόλις το 0,1% της παγκόσμιας έκτασης. Η Ελλάδα βρίσκεται πλέον στην πρώτη πεντάδα των χωρών της περιοχής με τη μεγαλύτερη αύξηση μεριδίου. Όμως, όπως συμβαίνει συχνά, η επιτυχία δημιουργεί νέες ευθύνες.

Το διεθνές περιβάλλον δεν μένει στάσιμο. Στη βόρεια Μεσόγειο, Τουρκία και Αλβανία κινούνται επιθετικά, ενισχύοντας το μερίδιό τους. Στη νότια Μεσόγειο, Αίγυπτος, Τυνησία και Μαρόκο επιστρέφουν δυναμικά, αξιοποιώντας ανταγωνιστικές τιμές, λιγότερο κορεσμό και μια σχετική γεωπολιτική σταθεροποίηση. Ταυτόχρονα, ώριμοι προορισμοί όπως Ισπανία, Ιταλία, Γαλλία και Ηνωμένο Βασίλειο δείχνουν σημάδια κορεσμού – μια προειδοποίηση για το τι μπορεί να συμβεί όταν ο τουρισμός φτάσει στα φυσικά όριά του χωρίς έγκαιρη προσαρμογή.

Η δική μας υπεραπόδοση δεν ήταν τυχαία. Στηρίχθηκε σε αναβάθμιση του ξενοδοχειακού προϊόντος, ισχυρή ενίσχυση αεροπορικών συνδέσεων και καλύτερη οργάνωση συνολικά. Η ίδια η δυναμική του 2025, παρά τις επιμέρους δυσκολίες – όπως οι επιπτώσεις της σεισμικής δραστηριότητας στη Σαντορίνη το πρώτο εξάμηνο – έδειξε ότι η τάση παραμένει ισχυρή, με εκτόξευση στο δεύτερο μισό της χρονιάς και προκρατήσεις για το 2026 ήδη 10% υψηλότερες.

Ωστόσο, η επόμενη ημέρα απαιτεί μεγαλύτερη ωριμότητα. Η Ελλάδα δεν καλείται πλέον να αποδείξει ότι μπορεί να προσελκύσει τουρίστες. Τώρα καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να διαχειριστεί τον όγκο, να τον κατανείμει ορθολογικά, να τον μετατρέψει σε διατηρήσιμη οικονομική αξία, χωρίς να εξαντλήσει τους ίδιους τους πόρους πάνω στους οποίους στηρίζεται η τουριστική της επιτυχία.

Υπάρχουν ήδη δύο θετικές εξελίξεις 

  • Πρώτον, η ενίσχυση των συνδέσεων με μακρινές αγορές – όπως ΗΠΑ, Κίνα, Ινδία – σε μια περίοδο όπου οι ταξιδιώτες μεγάλων αποστάσεων αναμένεται να καλύψουν το ένα τέταρτο της νέας ζήτησης στην περιοχή μας.
  • Δεύτερον, η σταδιακή μείωση της εποχικότητας. Η καλοκαιρινή περίοδος συγκεντρώνει πλέον το 50% των αφίξεων από 53% πριν πέντε χρόνια. Ακόμη απέχουμε από τον μεσογειακό μέσο όρο του 40%, ωστόσο η τάση κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση.

Σήμερα, η τουριστική στρατηγική των προηγούμενων δεκαετιών έχει σχεδόν εξαντλήσει τα περιθώριά της. Η μελέτη της ΕΤΕ θέτει ξεκάθαρα δύο κρίσιμους άξονες για τη συνέχεια: ανάδειξη νέων προορισμών και επιστροφή στις επενδύσεις υποδομών. 

Τα ελληνικά νησιά απορροφούν σχεδόν το μισό των αφίξεων ενώ αντιστοιχούν μόλις στο 15% της έκτασης της χώρας – μια σαφής ένδειξη ανισορροπίας. Την ίδια ώρα, οι επενδύσεις σε βασικές υποδομές παραμένουν 8% χαμηλότερα από τα προ κρίσης επίπεδα, όταν οι τουριστικές επενδύσεις έχουν αυξηθεί κατά 14%.

Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν η Ελλάδα μπορεί να συνεχίσει να προσελκύει τουρίστες. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να μετατρέψει την επιτυχία σε μοντέλο βιώσιμο, ανθεκτικό και κοινωνικά ωφέλιμο…